Κωνσταντίνος Κυριακός Αριστίας

 

Λίγοι μέχρι σήμερα γνωρίζουν ότι μεταξύ των μελών τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ήταν και ένας επαγγελματίας ηθοποιός, και μάλιστα ο πρώτος Έλληνας «επαγγελματίας» ηθοποιός.

Ο Κωνσταντίνος Κυριακός Αριστίας γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1800. Αποφοίτησε από το γυμνάσιο τού Βουκουρεστίου. Το 1817 η κόρη τού ηγεμόνα τής Βλαχίας Ραλλού Καρατζά είχε οργανώσει θίασο, τον οποίο είχε εγκαταστήσει σε αίθουσα τής οικίας της που είχε διασκευαστεί σε θέατρο. Εκεί το 1817 ανέβασε, σε δική της διδασκαλία, την «Εκάβη» τού Ευριπίδη, τον «Βρούτο» τού Βολταίρου και το «Δάφνις και Χλόη» τού Λόγγου. Σε αυτό το ελληνικό θέατρο στο Βουκουρέστι έπαιξε o K. Κυριακός ως σπουδαστής στο έργο «Βρούτος» τού Βολταίρου και στον «Τιμολέοντα» τού Ιωάννη Ζαμπέλιου. Όταν απομακρύνθηκαν οι Καρατζάδες από την εξουσία, φαίνεται ότι η Ραλλού Καρατζά τον έστειλε με δικά της έξοδα στη Γαλλία για να σπουδάσει την τέχνη τού ηθοποιού. Λέγεται ότι εκεί είχε δάσκαλο τον περίφημο Γάλλο ηθοποιό Φρανσουά Ζοζέφ Ταλμά. Ο Κωνσταντίνος Αριστίας επηρεάστηκε από τις ιδέες τού Διαφωτισμού και προσχώρησε στη Φιλική Εταιρία. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες ο Αριστίας ακολούθησε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη. Ήταν σημαιοφόρος τού Ιερού Λόχου στη Μάχη τού Δραγατσανίου και μάλιστα από τους λίγους που επέζησαν.

k. kyrikos aristias 

Σκίτσο τού Κωνσταντίνου Κυριακού Αριστία σε νεαρή ηλικία

Μετά την αποτυχία τής εξέγερσης στις Ηγεμονίες αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τη Βλαχία, όπως πολλοί Έλληνες. Έμεινε μακριά μεγάλο χρονικό διάστημα ασκώντας διάφορα επαγγέλματα και επέστρεψε στο Βουκουρέστι το 1827, όπου δίδαξε Γαλλικά στο Εθνικό Κολλέγιο τού Αγίου Σάββα. Το 1833 ίδρυσε θεατρική σχολή στην οποία δίδασκε ο ίδιος. Ως ηθοποιός είχε γνήσιο ταλέντο, εντυπωσιακή εμφάνιση και ερμήνευε τους ρόλους με πολύ πάθος και στόμφο, όπως συνηθιζόταν την εποχή εκείνη. Ήταν αυτός που έθεσε τα θεμέλια τού επαγγελματικού ρουμανικού θεάτρου. Εκτός από τη δράση του ως ηθοποιού παρουσίασε και αξιόλογο φιλολογικό έργο. Μετέφρασε στα Ρουμανικά την «Ιλιάδα» τού Ομήρου, έργα τού Πλουτάρχου, αλλά και τού Μολιέρου.

Στη Βλαχία εργάστηκε ώς το 1840, αλλά μετά από ισχυρές διαφωνίες έφυγε και ήρθε στην Ελλάδα, έχοντας φιλόδοξα σχέδια για την αναγέννηση τού θεάτρου στην πατρίδα των αρχαίων τραγικών ποιητών. Ήθελε να ιδρύσει και να οργανώσει ένα Εθνικό Θέατρο στην Αθήνα. Γι’ αυτό και τύπωσε στην Ελλάδα την τραγωδία «Αρμόδιος και Αριστογείτων», που είχε γράψει ο ίδιος. Στον πρόλογό της περιέγραψε τη συγκίνηση που αισθάνθηκε όταν για πρώτη φορά, το 1840, πάτησε στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Στην Αθήνα πολλοί τον ονόμασαν «Θέσπιν τής νεωτέρας Ελλάδος». Πρώτος ονειρεύτηκε την αναβίωση τής αρχαίας τραγωδίας. Με πρωτοβουλία τού Αριστία και με τη βοήθεια πολλών διακεκριμένων ανθρώπων των γραμμάτων με ιδρύθηκε η «Φιλοδραματική Εταιρία» με σκοπό την υποστήριξη τού ελληνικού θεάτρου. Στην εταιρεία συμμετείχαν οι Γ. Λεβέντης, Ι. Ρίζος, Παναγιώτης Σούτσος, Σπ. Π. Τριανταφύλλης, Π. Σ. Ομηρίδης, Κ. Γκαρμπολάς, Κ. Ν. Γαλάνης, Λουκάς Πύρρος, Γ. Γεννάδιος, Ι. Α. Σωμάκης, Α. Ρ. Ραγκαβής, Δ. Δρόσος, Κ. Δομνάδος, Π. Κ. Ηπίτης, Δ. Ν. Φωτίλας και Κ. Κοκκίδης. Επικεφαλής τής εταιρείας ήταν ο ίδιος ο Αριστίας.

k. kyriakow aristias

Ο Κωνσταντίνος Κυριακός Αριστίας όταν ήρθε στην Ελλάδα το 1840.

Σε πολυσέλιδη πρόσκληση που εξέδωσε η Φιλοδραματική Εταιρία «Περί ελληνικού θεάτρου» γινόταν ειδική αναφορά στο γλωσσικό δίλημμα αν θα πρέπει οι εργαζόμενοι στο θέατρο να ονομάζονται «υποκριτές ή ηθοποιοί» και διευκρινιζόταν γιατί έπρεπε να επικρατήσει και επίσημα η λέξη «ηθοποιός»: «Ηθοποιοί, όχι πλέον υποκριταί. Η λέξις υποκριτής ας μείνη διά τους Ταρτούφους, διά τους εγωιστάς, διά τους ιδιοτελείς λυμεώνας, δι’ όλους όσοι, απατώνται και απατώμενοι, κίβδηλοι εκ γενετής, διδασκόμενοι και διδάσκοντες, μετέρχονται την υπόκρισιν». Μέσα σε αυτόν τον κύκλο τής Φιλοδραματικής Εταιρίας ο Αριστίας γνώρισε και πολλά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, όπως τους Γ. Λεβέντη, Ι. Ρίζο, Παναγιώτη Σούτσο, Κ. Γκαρμπολά, Γ. Γεννάδιος, Ι. Α. Σωμάκη, Α. Ρ. Ραγκαβή, Δ. Δρόσο, Κ. Δομνάδο, Π. Κ. Ηπίτη, Δ. Ν. Φωτίλα και Κ. Κοκκίδη, οι οποίοι τού μίλησαν για την Εταιρεία και το έργο της. Έτσι το 1840 αποφάσισε να διαθέσει τα έσοδα μίας παράστασης τού έργου «Αριστόδημος» ως δωρεά στη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Η παράσταση δόθηκε με επιτυχία στις 8 Δεκεμβρίου 1840 και πράγματι ο Αριστίας διέθεσε όλες τις εισπράξεις υπέρ τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, η οποία σε ένδειξη ευγνωμοσύνης τον κατέταξε στους ευεργέτες της.

Οι δραστηριότητες τής Φιλοδραματικής Εταιρίας περιελάμβαναν και μαθήματα τα οποία παρέδιδε ο Αριστίας σε μονάδα νέων «φιλοτέχνων». Το αντιτυραννικό όμως ρεπερτόριό του τον έφερε σε αντίθεση με τους Βαυαρούς τού Όθωνα, που άρχισαν να θέτουν προσκόμματα στο έργο του. Για τις ανάγκες τής παράστασης «Αριστόδημος» ο Κωνσταντίνος Αριστίας θέλησε να χρησιμοποιήσει γυναίκα ηθοποιό για τον ρόλο τής Κισσήρας. Δημοσίευσε λοιπόν στον Τύπο αγγελία με την οποία ζητούνταν «Κοράσια κόσμια και ευειδή διά τας ανάγκας τής παράστασης τής τραγωδίας «Ἀριστόδημος» τού Ιταλού δραματουργού Vincenzo Monti» και μετά από λίγο καιρό η φωνή τού ντελάλη ανακοίνωνε στους σοκαρισμένους Αθηναίους «…Τρέξατε, τρέξατε, απόψε στο θέατρο τον ρόλο τής γυναίκας θα παίξει αληθινή γυναίκα…». Τελικά τον ρόλο τής Κισσήρας έπαιξε με μεγάλη επιτυχία η Αικατερίνη Παναγιώτου, η οποία καταγόταν από την Ήπειρο και παρά τα αυστηρά ήθη τής εποχής τόλμησε να βγει στο σανίδι.

 k. kyriakos aristias

Ο Κωνσταντίνος Κυριακός Αριστίας σε μεγαλύτερη ηλικία

Δυστυχώς την εποχή εκείνη οι Αθηναίοι προτιμούσαν πολύ ελαφρότερα θεάματα. Μια Ιταλίδα ηθοποιός τού μελοδράματος, η Ρίτα Μπάσο, είχε ξεσηκώσει τον ανδρικό πληθυσμό τής πόλης. Το θέατρο που υπηρετούσε ο Αριστίας δεν το προτιμούσαν. Παράλληλα είχε να αντιμετωπίσει και τον ανταγωνισμό τού Θ. Ορφανίδη, ο οποίος όμως αργότερα πήγε στο Παρίσι, σπούδασε Βοτανολογία και έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο. Όλα αυτά τα γεγονότα δυσαρέστησαν τον ηθοποιό, ο οποίος πήρε την απόφαση να επιστρέψει στη Ρουμανία και να ασχοληθεί με το θέατρο εκεί.

Το 1848 ήταν έτος αναταραχής για την Ευρώπη. Οι επαναστάσεις που ξέσπασαν σε πολλά κράτη έγιναν γνωστές ως «Άνοιξη των Εθνών». Τον Ιούνιο τού 1848 ξεκίνησε φιλελεύθερη εθνική εξέγερση στο πριγκιπάτο τής Βλαχίας. Οι επαναστάτες προσπαθούσαν να ανατρέψουν τη διοίκηση που επέβαλαν οι ρωσικές αρχές (Regulamentul Organic) και ζητούσαν την κατάργηση των προνομίων των βογιάρων. Στην εξέγερση αυτή ο Αριστίας συμμετείχε ως Συνταγματάρχης τής Εθνικής Φρουράς. Μετά την κατάπνιξη τής επανάστασης αναγκάστηκε να καταφύγει στην Αυστρία, τη Γαλλία, την Τουρκία και την Ελλάδα. Το 1851 επέστρεψε στη Ρουμανία, όπου και παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1880.

 

Παναγιώτα Αναστ. Ατσαβέ

Φιλόλογος - Ιστορικός