Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο τής εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

1836

Kountouriotis

Γεώργιος Κουντουριώτης

Πρόεδρος

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1782. Ήταν αδελφός τού Λάζαρου Κουντουριώτη. Τα δύο αδέλφια ασχολήθηκαν επιτυχώς με τη θάλασσα. Έτσι όταν ξεκίνησε η επανάσταση τού 1821 η οικογένεια τους διέθετε τα μισά εμπορικά πλοία τής Ύδρας. Παρά το ότι, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες τής Ύδρας, θεωρούσε πρόωρη και παρακινδυνευμένη την έκρηξη τής επαναστάσεως, υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τον επαναστατημένο λαό τής Ύδρας, διαθέτοντας τα πλοία του και πολλά χρήματα για τον αγώνα.

Αναμείχθηκε ενεργά στα δημόσια πράγματα τόσο κατά τη διάρκεια τού αγώνα όσο και μετά την απελευθέρωση τού ελληνικού κράτους. Συμμετείχε ως πληρεξούσιος τής Ύδρας στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823) και αυτή ήταν η πρώτη του εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο. Ήταν η εποχή που είχαν αρχίσει οι εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων. Ο Γ. Κουντουριώτης, με προτροπή τού Μαυροκορδάτου, έγινε μέλος τού νέου Εκτελεστικού στις 19 Δεκεμβρίου 1823 και στις 6 Δεκεμβρίου 1824 ανέλαβε την προεδρία τής κυβερνήσεως.

Η στάση τής κυβερνήσεως κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν ήταν η ορθότερη. Η διαμάχη των πολιτικών με τον Κολοκοτρώνη κατά τους δύο εμφυλίους πολέμους έπληξε βαθύτατα τον αγώνα. Μετά την αδυναμία της δε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ και τη θυσία τού Παπαφλέσσα στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου του 1825, αναγκάστηκε να απελευθερώσει τον Κολοκοτρώνη και μετέφερε την έδρα της στην Αίγινα. Από τη θέση τού προέδρου τού Εκτελεστικού παραιτήθηκε στις 12 Απριλίου 1826 και αποσύρθηκε στην Ύδρα. Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα εναντιώθηκε στην εκλογή τού Καποδίστρια και αρνήθηκε τις θέσεις που του προσέφερε ο κυβερνήτης, γιατί είχε ταχθεί στην αντιπολίτευση.

Το 1832 ο Κουντουριώτης, ως πρόεδρος τής διοικητικής επιτροπής που σχηματίστηκε μετά την αποχώρηση τού Αυγουστίνου Καποδίστρια, έστειλε στο Μόναχο επιστολή προς τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο και τον γιο του Όθωνα, με την οποία βεβαίωνε τον εκλεγέντα βασιλέα Όθωνα ότι ο ελληνικός λαός «θεωρεί την ἐλευθερίαν του και την κηδεμονίαν του εις την παγίωσιν τού θρόνου, τον οποίον θέλει περικυκλώσει με την αγάπην του και τον ενθουσιασμόν του».

Ο Όθωνας τον διόρισε αντιπρόεδρο τού Συμβουλίου Επικρατείας, ενός σώματος το οποίο τότε είχε πολιτικό χαρακτήρα, αφού ήταν συμβουλευτικό σώμα επί σοβαρών κυβερνητικών θεμάτων που έδινε τη γνώμη του στον βασιλιά. Τότε του έγινε η πρόταση να αναλάβει τη θέση τουύ προέδρου τής νεοσύστατης Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, ως πρόσωπο που είχε τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1842. H παρουσία του συνέβαλε στη προσέλκυση πολλών εκλεκτών Ελλήνων τού εξωτερικού, οι οποίοι έσπευσαν να βοηθήσουν το έργο τής Φ.Ε.

Κατά την εξέγερση τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μέλος τής επιτροπής που διαπραγματευόταν με τον Όθωνα. Από τον Σεπτέμβριο τού 1844 έως τις 8 Απριλίου 1847 διετέλεσε πρόεδρος τής Γερουσίας..

Στις 8 Μαρτίου 1848 διορίστηκε από τον Όθωνα πρόεδρος τού Υπουργικού Συμβουλίου (πρωθυπουργός) και ανέλαβε συγχρόνως το Υπουργείο Ναυτικών. Η κυβέρνηση τού Κουντουριώτη δεν είχε υποστήριξη από κανένα από τα τρία κόμματα (ρωσικό, γαλλικό, αγγλικό) και έγινε δεκτή με επιφυλάξεις από τις μεγάλες δυνάμεις. Παράλληλα δεν κατόρθωσε να καταστείλει εσωτερικά κινήματα. Παραιτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1848, κατηγορώντας το βασιλικό περιβάλλον για παρεμβάσεις στο έργο του.

Τα τελευταία χρόνια τής ζωής του ο Κουντουριώτης δεν ασχολήθηκε με την πολιτική, αλλά έμεινε πάντα πιστός στον Όθωνα. Αποσύρθηκε στην Ύδρα, όπου και πέθανε φτωχός το 1858. Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του διατάχθηκε τριήμερο πένθος σε όλο το κράτος.

 

 

Gennadios

Γεώργιος Γεννάδιος

Αντιπρόεδρος

Ο Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε ο 1786 στη Σηλυβρία τής Ανατολικής Θράκης με καταγωγή από την Ήπειρο. Γονείς του ήταν ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, οι οποίοι αναγκάσθηκαν να φύγουν από την Ήπειρο για να αποφύγουν τις πιέσεις που ασκούσαν οι Τούρκοι στους Χριστιανούς στην περιοχή τού Καλπακίου. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στα Δολιανά τού Ζαγορίου, τον τόπο τής καταγωγής του, όπου επέστρεψε με τη μητέρα του μετά τον θάνατο του πατέρα του. Συνέχισε τις σπουδές του στα Ιωάννινα. Το 1797, σε ηλικία 11 ετών, ο Γεννάδιος πήγε για σπουδές στον θείο του, που ήταν ηγούμενος σε μοναστήρι τού Βουκουρεστίου. Με τη βοήθεια τού θείου του σπούδασε στην "Αυθεντική Σχολή" με διευθυντή τον δάσκαλο Λάμπρο Φωτιάδη. Ο Γεννάδιος γρήγορα διακρίθηκε για τον λόγο και το ήθος του.

Το 1804 σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο τής Λειψίας κοντά στον Wilhelm Ernst Weber. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1814 και επέστρεψε στο Βουκουρέστι. Στα 1815 τη διεύθυνση της "Αυθεντικής Σχολής" ανέλαβε ο περίφημος Νεόφυτος Δούκας, ο οποίος τον προσέλαβε ως ισότιμο με αυτόν δάσκαλο. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με τον Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρή. Μαζί με τον Ιωάννη Μακρή, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση τής εκεί ελληνικής κοινότητας και τού Ιωάννη Καποδίστρια, για την οργάνωση τής Ελληνοεμπορικής Σχολής. Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό εργάστηκε «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητών των όσο και διά την εισαγωγήν τής στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας». Μετέφρασε από τα Ιταλικά το έργο τού Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) «Περί χρεών τού ανθρώπου» και συνεργάστηκε με τον Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή τής εξάτομης «Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων», η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη τής Σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση τού ηγεμόνα Αλέξανδρου Σούτσου, ο οποίος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και τον Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση τής Σχολής του Βουκουρεστίου. Μυημένος στη Φιλική Εταιρία, αναλαμβάνει τον ιερό ρόλο να προετοιμάσει τους μαθητές του για τον αγώνα αποτίναξης τού τουρκικού ζυγού. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία τού μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί τής τύχης τής Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ ταής δόξης και τής ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Μετά την ήττα στο Δραγατσάνι, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος μέχρι το 1824, οπότε και επέστρεψε στην Ελλάδα. Κεντρικός άξονας τού ενδιαφέροντος και των δραστηριοτήτων του ήταν η ανάπτυξη τής ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Όμως ακολούθησε τον επιστήθιο φίλο του Γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier) στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Τον Ιούνιο τού 1826 με παρέμβασή του αποσόβησε τον κίνδυνο αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές, όταν απλήρωτοι Σουλιώτες και Ρουμελιώτες στρατιώτες διαμαρτύρονταν και το δημόσιο ταμείο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί.

Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία τού Γενναδίου στον πλάτανο τής κεντρικής πλατείας τού Ναυπλίου. «Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος… Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ’ αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!». «Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω νά δώσω, αλλ’ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη διά τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»

Ο Κολοκοτρώνης παραδέχτηκε ότι τότε χάρη στον Γεννάδιο και στην οικονομική βοήθεια που συγκεντρώθηκε πραγματοποιήθηκε η εκστρατεία τού Γ. Καραϊσκάκη: «Ὁ γέρων Γεννάδιος έκαμεν με τους λόγους του, ό,τι δεν ημπορέσαμεν ημείς να κάμωμεν με τα έργατα».

Το 1829 ο Καποδίστριας βρήκε στο πρόσωπο του έναν πολύτιμο συνεργάτη. Του ανάθεσε τη συγκρότηση τής δημόσιας εκπαίδευσης και, μαζί με τον Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βενθύλο, τη σύνταξη γραμματικής και τής ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων τής ελληνικής γλώσσας, καθώς και τη διδασκαλία και την οργάνωση τής Κεντρικής Σχολής τής Αίγινας (1829) και τού Ορφανοτροφείου. Από το 1835 μέχρι τον θάνατό του υπηρέτησε ως γυμνασιάρχης στο Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών, εποπτεύοντας παράλληλα και το αντίστοιχο Ελληνικό σχολείο. Φρόντισε για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό και έθεσε τις βάσεις τού Νομισματικού Μουσείου.

Υπήρξε από τους πιο ένθερμους ιδρυτές τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Μαζί με τον Ι. Κοκκώνη και τον Μισαήλ Αποστολίδη συγκέντρωσαν 70 προσωπικότητες και δημιούργησαν τη Φ.Ε., για να ενισχύσουν την παρεχόμενη από το κράτος εκπαίδευση.

Το 1837 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική Ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε, προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Ήταν ένας από τους θεμελιωτές τής εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και για ένα διάστημα αντιπρόεδρός της. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση τής ανοικοδόμησης τού ναού τής Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα. Το 1838 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας το’υ Πανεπιστημίου της Λειψίας, τίτλος που δόθηκε για πρώτη φορά σε Έλληνα.

Όταν πέθανε το 1854 στην Αθήνα σε ηλικία 68 χρονών, θύμα τής επιδημίας χολέρας, τιμήθηκε από τον λαό γιατί ήταν μία από τις διαπρεπέστερες μορφές τού Αγώνα, της προοδευτικής παιδείας και των γραμμάτων. Ο γιος του Ιωάννης Γεννάδιος, τιμώντας τη μνήμη του πατέρα του, ονόμασε τη βιβλιοθήκη που δώρισε στο έθνος "Γεννάδειον" και αφιέρωσε τη μεγάλη συλλογή των βιβλίων του στους "τής ημετέρας παιδείας μετέχοντας».

 

 

kokkonis3[1] 

Ιωάννης Κοκκώνης

Γενικός Γραμματέας

Ο Ιωάννης Κοκκώνης γεννήθηκε το 1795 στο Καστρί τού Αγίου Πέτρου Κυνουρίας, αλλά μεγάλωσε στη Σμύρνη, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Πήγε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος στο σπίτι τού Απόστολου Παππά. Την περίοδο αυτή εξέδωσε την πρωτοποριακή για την εποχή μελέτη στον τομέα τής Παιδαγωγικής, με τίτλο «Παιδαγωγός των νέων ή Αλφαβητάριον» (1817), το οποίο δημοσίευσε ως Ι. Κόκκων, Σμυρναίος.

Ύστερα επέστρεψε στη Σμύρνη. Με την έκρηξη τής ελληνικής επανάστασης τού 1821 ήρθε στην Ύδρα και το 1824, μαζί με τα παιδιά τού Α. Παππά, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου εξακολούθησε να παραδίδει μαθήματα ελληνικής γλώσσας. Όμως, τα συνταρακτικά για τους Έλληνες γεγονότα τής εποχής έστρεψαν την προσοχή του προς την πολιτική. Τότε έγραψε και το έργο του «Περί Πολιτειών», το οποίο είναι συστηματικό εγχειρίδιο πολιτικής επιστήμης τού νεότερου ελληνισμού. Το βιβλίο τυπώθηκε στο Παρίσι και εκδόθηκε στο Μονπελιέ (1828-1829) με την ενίσχυση τού Α. Κοραή. Ο πρώτος τόμος περιείχε «την των πολιτειών των παλαιών και νεωτέρων εξιστόρησιν», ο δεύτερος «την περί συντάξεως πολιτειών θεωρίαν», ενώ ο τρίτος τόμος, που δεν εκδόθηκε ούτε βρέθηκε ποτέ, ήταν αφιερωμένος στην παιδεία.
Στο βιβλίο του αυτό ο Ι. Κοκκώνης προτείνει την εφαρμογή ενός Συντάγματος το οποίο αποτελούσε συγκερασμό αρχαίων ελληνικών πολιτειακών συστημάτων, του ελβετικού και του αμερικανικού Συντάγματος.

Παράλληλα στο Παρίσι σπούδασε Παιδαγωγικά στο «Πρότυπο» με διευθυντή τον παιδαγωγό Ch. Sarasin. Εκεί, όπως είδαμε παραπάνω, ήρθε σε επαφή με τον κύκλο τού Αδαμάντιου Κοραή. Το 1829 επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε συνεργάτης τού Ι. Καποδίστρια. Στις 18 Οκτωβρίου 1829 ορίστηκε μέλος τής επί τής Προπαιδείας επιτροπής και εισηγητής στην κρίση των οδηγών Αλληλοδιδακτικής. Το 1830 μετέφρασε τον οδηγό τής Αλληλοδιδακτικής του δασκάλου του Ch. Sarasin. Τo βιβλίο αυτό αποτέλεσε για πολλά χρόνια διδακτικό οδηγό για τους δασκάλους. Τον Οκτώβριο τού 1830 διορίζεται επιθεωρητής «των κατά την Πελοπόννησον εκπαιδευτικών καταστημάτων». Ήρθε σε σύγκρουση με τον Νεόφυτο Νικητόπουλο, ο οποίος υποστήριζε μια περισσότερο φιλελεύθερη προσέγγιση στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε το 1832 εξ αιτίας τής πολιτειακής μεταβολής.

Στις 10/22 Αύγουστου 1833 διορίστηκε «συνεργάτης επί τής διατηρήσεως των αρχαιοτήτων διά τας νήσους καθεδρεύων εν Σύρα», αλλά τον Σεπτέμβριο τού 1834 απολύθηκε για λόγους οικονομίας. Τον Οκτώβριο τού 1835 διορίστηκε προσωρινός και από τον Απρίλιο τού 1836 μόνιμος διευθυντής τού Διδασκαλείου και των δημοτικών σχολείων, διαδεχθείς τον Christian Ludwig Corck, θέση που κράτησε ώς τις 30 Ιουλίου 1852, οπότε και αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χρυσοβέργη.

Από την εμπειρία του στον χώρο τής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, γνώριζε την αδυναμία τού κράτους να δαπανήσει χρήματα για την εκπαίδευση γενικά και ιδιαίτερα για την «εκπαίδευση των κορασίων». Συνέλαβε λοιπόν την ιδέα τής ιδρύσεως μιας εταιρείας η οποία θα λειτουργούσε διά των συνδρομών των μελών της και θα είχε στόχο να βοηθήσει το κράτος σε θέματα παιδείας. Έτσι, με τη βοήθεια τού Γεώργιου Γεννάδιου και τού Μισαήλ Αποστολίδη, το 1836 ιδρύθηκε η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Την επόμενη χρονιά ο Κοκκώνης έπεισε το Δ.Σ. τής Φ.Ε. να ιδρύσει σχολείο θηλέων, γιατί θεωρούσε ύποπτη την πρωτοβουλία των αμερικανών μισσιονάριων στον χώρο αυτό. Στην πρόταση τού Κοκκώνη αντέδρασαν πολλοί εκ των μελών τύς Φ.Ε. και εστράφησαν προσωπικά εναντίον του. Στις εκλογές τού 1840 δεν επανεξελέγη, αφού ο Δ.Ν. Φωτίλας συγκέντρωσε 18 ψήφους παραπάνω. Το ενδιαφέρον του για τη Φ.Ε. και το έργο της όμως δεν σταμάτησε ποτέ. Αυτό αποδεικνύεται από την αποτελεσματική αντίδρασή του στην προσπάθεια των αντιπάλων του να αλλάξουν το όνομα τής Εταιρείας από Φιλεκπαιδευτική σε Φιλοπαιδευτική. Όλες οι νεότερες πηγές πάντως τής Φ.Ε. μιλούν με σεβασμό για το έργο του και αναγνωρίζουν την καθοριστική συμβολή του στη δημιουργία τού Σχολείου

Το 1839 εξέδωσε το περιοδικό «Ο Παιδαγωγός», το οποίο έγραφε σχεδόν μόνος του, ενώ κατά τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του έγραψε και εξέδωσε πάρα πολλά διδακτικά βιβλία (αλφαβητάρια, πίνακες αλληλοδιδακτικούς, εγχειρίδια φυσικής και γεωγραφίας κ.ά.). Το 1855 συμμετέσχε σε επιτροπή για τη βελτίωση τού Οδηγού τής Αλληλοδιδακτικής, το 1863 διορίστηκε μέλος τού 5μελούς Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, άλλα τον επόμενο χρόνο απολύθηκε μαζί με τα άλλα μέλη. Το 1862 είχε εξοριστεί ο Όθων και το 1864 ήρθε στην Ελλάδα ο Γεώργιος ο Α΄. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1864 ο Ιωάννης Κοκκώνης πέθανε στην Αθήνα.

 

 

220px Ioannis Bouros[1]

Ιωάννης Βούρος

Μέλος Δ.Σ.

Γεννήθηκε στη Χίο την 1η Ιουλίου 1808. Μετά την καταστροφή τής γενέτειράς του από τους Τούρκους το 1822 πήγε με την οικογένειά του στην Τεργέστη, όπου σπούδασε Πειραματική Φυσική και Φυσική Ιστορία στην εκεί Βασιλική Ακαδημία. Παρακολούθησε μαθήματα Λογικής, Ρητορικής, Λατινικών και Ιταλικών. Από το 1825 έως το 1829 σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο τής Βιέννης. Η διδακτορική του διατριβή με θέμα «De pharmacologia Graecorum veterum in genere» υποβλήθηκε και εγκρίθηκε από το Πανεπιστήμιο τού Χάλλε τής Γερμανίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα και αρχικά έγινε Γραμματέας τού «Ιατροσυνεδρίου», που είχε συσταθεί από τον Όθωνα και από το οποίο διορίστηκε νομίατρος Κυκλάδων το 1834. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και μάλιστα μέλος τού πρώτου Δ.Σ. Παρέμεινε μέλος τού Συμβουλίου μέχρι το 1839. Μετά την ίδρυση τού Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1837, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Ειδικής Παθολογίας, Ιατρικής Θεραπείας και Κλινικής (Ειδικής Νοσολογίας). Υπήρξε μέλος τής πρώτης πανεπιστημιακής Συγκλήτου (1837-1838), διετέλεσε κοσμήτορας τής Ιατρικής σχολής το 1842-43 και το 1846-47. Επανεξελέγη στο Δ.Σ. τής Φ.Ε. το 1859 και παρέμεινε μέχρι το 1861. Παραιτήθηκε το 1848 από το Πανεπιστήμιο για λόγους υγείας. Ήταν αρχίατρος και σύμβουλος τού Όθωνα και εργάστηκε ως τμηματάρχης τού Υγειονομικοὐ τμήματος τού Υπουργείου Εσωτερικών. Όλη η υγειονομική νομοθεσία τού κράτους ήταν έργο δικό του. Έγραψε πολλά αξιόλογα συγγράμματα, όπως το «Περί χολέρας» κ.ά. Μετά την έξωση τού Όθωνα μετακόμισεστην Κωνσταντινούπολη, αλλά έχασε μέρος τής περιουσίας του στη μεγάλη πυρκαγιά στο Σταυροδρόμι. Τότε επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 1885.

 

 

Polyzoidis

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Μέλος Δ.Σ.

Ο άνθρωπος τού οποίου η μορφή κοσμεί τις δικαστικές αίθουσες τής χώρας για τη σθεναρή στάση που κράτησαν εκείνος και ο Τερτσέτης στη δίκη τού Κολοκοτρώνη γεννήθηκε στο Μελένικο τής ΒΔ Μακεδονίας, όπου και έμαθε τα πρώτα γράμματα. Ήταν γόνος εύπορης οικογένειας και γι’ αυτό είχε επιμελημένη εκπαίδευση με δασκάλους όπως τον Μετσοβίτη λόγιο Αδάμ Ζαπέκ και τον Χριστόφορο Φιλιτά, που του δίδαξε Λατινικά, Γεωγραφία και Ιστορία. Σε ηλικία 14 ετών φοίτησε στη Σχολή των Σερρών με δάσκαλο τον λόγιο Μινωίδη Μηνά. Το 1817 πήγε στη Βιέννη όπου σπούδασε Νομικά, Ιστορία και Κοινωνικές Επιστήμες. Κατόπιν πήγε στο Γκέτινγκεν, όπου σύμφωνα με τα αρχεία τού Πανεπιστημίου φοίτησε στην Ιατρική και συνδέθηκε με τον Κωνσταντίνο Ασώπιο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και τον Γεώργιο Ψύλλα. Τον χειμώνα τού 1820-21 μετεγράφη στο Πανεπιστήμιο τού Βερολίνου. Όπως αποδεικνύεται από τα δημοσιευμένα στον «Λόγιο Ερμή» άρθρα του, συνδύασε την Ιατρική με τις θεωρητικές επιστήμες. Εκεί τον βρήκε και το έκρηξη τής Επανάστασης.

Οπαδός τού δυτικού φιλελεύθερου πνεύματος, ο Πολυζωίδης αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα. και να λάβει μέρος στην Επανάσταση. Προσπάθησε να ενταχθεί στον Ιερό Λόχο, αλλά όταν έφθασε στο Μπρασόφ (Κρονστάδη) πληροφορήθηκε την καταστροφή των Ελλήνων στο Δραγατσάνι. Από εκεί πήγε στην Τεργέστη και με άλλους φιλέλληνες κατευθύνθηκε στο Μεσολόγγι, όπου γνώρισε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ασπάστηκε τις πολιτικές του αντιλήψεις και έγινε Γραμματέας τού Εκτελεστικού. Μαζί με τον Μαυροκορδάτο συνέταξαν τη Διακήρυξη τής Ανεξαρτησίας τής Ελλάδος η οποία συμπεριελήφθη στο προσωρινό πολίτευμα τής Ελλάδος. Το κείμενο αυτό εξέφραζε τις αντιαπολυταρχικές ιδέες τού συντάκτη και προέβαλε τον σκοπό τής ελληνικής επανάστασης, που δεν ήταν μόνο η εθνική αποκατάσταση αλλά και η εξασφάλιση των φυσικών δικαίων τού ανθρώπου. Στο τέλος τού 1823 ο Πολυζωίδης, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Ο Μαυροκορδάτος τού πρότεινε να ακολουθήσει τους αντιπροσώπους τής Ελλάδας στο Λονδίνο για το πρώτο δάνειο τής Ανεξαρτησίας και το 1824 επέστρεψε στην Ελλάδα φέρνοντας την πρώτη δόση τού δανείου. Επειδή δεν είχε χρήματα δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει τις σπουδές του και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι. Εκεί έγραψε και τύπωσε δύο θεωρητικά πολιτικά συγγράμματα. Το «Προσωρινόν πολίτευμα τής Ελλάδος» (1824) και τη «Θεωρία γενική περί των διαφόρων διοικητικών συστημάτων και εξαιρέτως τού κοινοβουλευτικούˑμεθ’ ην έπεται πραγματεία σύντομος περί των ειρηνοποιών και ορκωτών κριτών τής Αγγλίας»(1825). Το 1826 συμμετέσχε στην τριμελή δευθυντική επιτροπή τού Αιγαίου για την καταστολή τής πειρατείας. Το 1827 εκλέχθηκε πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση τής Τροιζήνας.

Τον Οκτώβριο τού 1827 πήγε στο Παρίσι για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1830 επέστρεψε στο Ναύπλιο. Πολέμησε τον Καποδίστρια με την εφημερίδα «Απόλλων» που εξέδιδε αρχικά στο Ναύπλιο και αργότερα στην Ύδρα και τάχθηκε υπέρ μιας συνταγματικής διοίκησης τής χώρας. Αντιτάχθηκε στην ανάρρηση του Όθωνα στον θρόνο χωρίς να έχει προηγηθεί η ψήφιση Συντάγματος στην Εθνοσυνέλευση στην Πρόνοια.

Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία πρόεδρος τού πενταμελούς δικαστηρίου τού Ναυπλίου που δίκαζε τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Γ. Πλαπούτα. Παρά τις πιέσεις τής Αντιβασιλείας ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης δεν υπέγραψαν την καταδίκη των δύο στρατηγών σε θάνατο, γνωρίζοντας ότι ήταν αθώοι. Οι Βαυαροί τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν, όμως η ακεραιότητα τού χαρακτήρα του δεν τού επέτρεπε να δεχτεί την παρέμβαση αυτή στη Δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα αποτελεί παράδειγμα για τους λειτουργούς τής ελληνικής Δικαιοσύνης. Απολύθηκε, φυλακίστηκε και παραπέμφθηκε σε δίκη για απείθεια, κατηγορία για την οποία αθωώθηκε.

Ο Όθων, μετά την ενηλικίωσή του, τον διόρισε αντιπρόεδρο τού Άρειου Πάγου και Σύμβουλο Επικρατείας. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και μέλος τού πρώτου Δ.Σ. μέχρι το 1939, οπότε και αποχώρησε εκουσίως χωρίς να αναφέρονται πουθενά οι λόγοι αυτής τής αποχώρησης. Εντύπωση προκαλεί η παρουσία του στο ίδιο Δ.Σ. με τον Κ. Σχινά, ο οποίος τον είχε φυλακίσει γιατί δεν συμφώνησε με την καταδίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα σε θάνατο. Το 1837 διορίστηκε Υπουργός Παιδείας και παρέστη με την ιδιότητά του αυτή στον αγιασμό τού πρώτου Σχολείου τής Φ.Ε. Από τη θέση αυτή συνέβαλε στη θεμελίωση τού Πανεπιστημίου. Ως υπουργός Εσωτερικών θέσπισε τον νόμο περί ελευθεροτυπίας.

Ο Γεώργιος ο Α΄ τον τοποθέτησε στη θέση τού νομάρχη Αττικοβοιωτίας. Έγραψε και πολλά ιστορικά συγγράμματα. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

 

 

Rizos ragavis

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Μέλος Δ.Σ.

Ο Aλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1809. Από το 1813 έως 1821 έζησε στο Βουκουρέστι, στην αυλή τού ηγεμόνα Αλεξάνδρου Σούτσου, και ήταν μαθητής τού Γεώργιου Γεννάδιου. Εκεί έμεινε μέχρι την έναρξη τής ελληνικής επαναστάσεως. Συνέχισε τις σπουδές του στην Οδησσό τής Ρωσίας και από εκεί μετέβη στο Μόναχο, όπου σπούδασε στη Στρατιωτική σχολή από το 1825 έως το 1829, με υποτροφία τού βασιλιά τής Βαυαρίας Λουδοβίκου τού Α΄. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα στον ελληνικό στρατό ως υπολοχαγός τού Πυροβολικού και δίδαξε στη Στρατιωτική Σχολή τού Ναυπλίου, πρωτεύουσας τότε τού ελληνικού κράτους. Γρήγορα όμως παραιτήθηκε για να ασχοληθεί με την πολιτική και τις φιλολογικές και αρχαιολογικές μελέτες.

Ο Ραγκαβής ήταν πολυσχιδής προσωπικότητα. Το 1832, επί κυβερνήσεως Κωλέττη, διορίστηκε σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας, όπου υπουργός ήταν ο θείος τού Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός. Από τη θέση αυτή οργάνωσε τη λειτουργία τού πρώτου Πανεπιστημίου και τής Αρχαιολογικής Εταιρείας, της οποίας ήταν Γραμματέας μέχρι το 1850. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1836 και μέλος τού πρώτου Διοικητικού της Συμβουλίου. Διαφώνησε με την πρόταση τού Κοκκώνη να εστιασθεί η δράση τής Φ.Ε. στην εκπαίδευση των κορασίων, διότι θεωρούσε ότι το εγχείρημα απαιτεί μεγάλο ποσό χρημάτων και δεν θα είχε η Φ.Ε. κεφάλαια για να βοηθήσει στην εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων που ήταν και ο αρχικός της στόχος. Εξ αιτίας τής διαφωνίας αυτής αποχώρησε από το Δ.Σ. κατηγορώντας τον Ι. Κοκκώνη.

Το 1837 δημοσίευσε 2 τόμους με μαθηματικά προβλήματα, έναν τόμο με ποιήματα και μία τραγωδία. Το 1841 έγραψε με τον Ανδρέα Κορομηλά το εγχειρίδιο «Ελληνική Χρηστομάθεια», για το ομώνυμο σχολικό μάθημα. Το 1844 παραιτήθηκε από όλα τα δημόσια αξιώματα, διορίστηκε καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1866 αναγορεύτηκε Πρύτανης. Το 1849, σε συνεργασία με τον Ν. Δραγούμη και τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, εξέδωσε το λογοτεχνικό και οικογενειακό περιοδικό «Πανδώρα». Χρημάτισε υπουργός των Εξωτερικών στην κυβέρνηση Δ. Βούλγαρη και Αθ. Μιαούλη. Την περίοδο αυτή ήρθε σε επαφή με πολλούς Έλληνες τού εξωτερικού και τους έπεισε να κτίσουν στην Ελλάδα κτήρια κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το Ζάππειο (Αφοί Ζάππα), το Αστεροσκοπείο (Γ. Σίνας), η Ακαδημία Αθηνών (Σ. Σίνας) η Εθνική Βιβλιοθήκη (Αφοί Βαλλιάνοι). Το διάστημα 1862-1867 διετέλεσε διευθυντής τής εφημερίδας «Πρωία». Το 1867 διορίστηκε πρεσβευτής τής Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, στο Παρίσι, στην Κωνσταντινούπολη και στο Βερολίνο. Υπήρξε πληρεξούσιος τής Ελλάδος στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 για την έκρηξη τού Ρωσοτουρκικού πολέμου. Προσέφερε πολλές υπηρεσίες στην Αρχαιολογική Εταιρεία, τής οποίας υπήρξε και ο πρώτος Γραμματέας. Έκανε ανασκαφές στο θέατρο του Διονύσου, στο Ωρολόγιον τού Κυρίστου, στο χορηγικό μνημείο τού Θρασύλου και στην Ακρόπολη.

Εκτός από την πολιτική και την αρχαιολογική του δράση ο Ραγκαβής, μαζί με τους Αλεξ. και Παναγ. Σούτσο, θεωρείται από τους κύριους εκπροσώπους τής λόγιας φαναριωτικής παράδοσης και υποστηρικτής τής αττικής διαλέκτου. Άφησε σημαντικό λογοτεχνικό και φιλολογικό έργο. Υπήρξε πρωτοπόρος τής αφηγηματικής πεζογραφίας, έγραψε θεατρικά έργα αλλά και ποιήματα. Ήταν ένας εκ των κυριοτέρων εκπροσώπων τής Α΄ αθηναϊκής σχολής. Το έργο του είχε έντονα ρομαντικά στοιχεία και καταδίκασε τον Δ. Σολωμό και τον Α. Κάλβο για τις επιλογές τους. Το 1887 αποσύρθηκε από την πολιτική και παρέμεινε στο σπίτι του, στην Πλάκα, όπου και πέθανε το 1892.

 

 

Misahl Apostolidhs

Μισαήλ Αποστολίδης

Μέλος Δ.Σ.

Ο Μισαήλ Αποστολίδης γεννήθηκε το 1789 στο Μελισσουργιό Κισσάμου Κρήτης. Το 1800 εκάρη μοναχός στη Μονή Θεοτόκου Γωνιάς τής Κρήτης, όπου έλαβε και τη στοιχειώδη εκπαίδευση και χειροτονήθηκε διάκονος. Συμπλήρωσε τις σπουδές στο Φιλολογικό Γυμνάσιο τής Σμύρνης με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων. Μετά την αποφοίτησή του χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Από το 1818 έως το 1820 ήταν εφημέριος της ορθόδοξης ελληνικής κοινότητας στη Βιέννη. Ύστερα ανέλαβε τη διεύθυνση τής σχολής τής ελληνικής κοινότητας τής Τεργέστης, όπου έκανε και χρέη εφημερίου. Το 1830 ως αρχιμανδρίτης ορίστηκε διευθυντής τής ελληνικής κοινότητας και τού σχολείου τού Μονάχου, όπου παρακολούθησε ως ακροατής μαθήματα Θεολογίας και Φιλοσοφίας.

Ανταποκρίθηκε στο αίτημα τού Ι. Καποδίστρια και συγκέντρωσε χρήματα από τους Έλληνες τής διασποράς για την ίδρυση ορφανοτροφείων στην ελεύθερη Ελλάδα. Το 1832, μετά από παράκληση του βασιλέα τής Βαυαρίας Λουδοβίκου τού Α΄, ανέλαβε να διδάξει Ελληνική Γλώσσα και Ιστορία στον Όθωνα, ο οποίος είχε οριστεί βασιλιάς τής Ελλάδας.

Τον Ιανουάριο τού 1833 ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Όθωνα και δίδαξε στο Θεολογικό σχολείο και στο Διδασκαλείο το μάθημα των Θρησκευτικών και τής Ελληνικής Φιλολογίας. Πέρα όμως από τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα πρωτοστάτησε στην οργάνωση και τη διοίκηση πνευματικών ιδρυμάτων. Υπήρξε ένας εκ των βασικών εμπνευστών και ιδρυτών τής Φ.Ε. και μέλος τού Διοικητικού της Συμβουλίου μέχρι το 1843. Ήταν εισηγητής τής «επί των Σχολείων επιτροπής» μέχρι το 1844. Η χρονολογία τής αποχώρησήςς του συμπίπτει με την ίδρυση τής Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής, τής οποίας υπήρξε εκ των πρώτων διευθυντών.

Το 1837 ήταν ο πρώτος καθηγητής που διορίστηκε στη Θεολογική Σχολή, στην οποία δίδαξε Δογματική Θεολογία, Χριστιανική Ηθική, Ερμηνεία τής Παλαιάς Διαθήκης και Ομιλητική ώς το 1852. Διετέλεσε πρώτος σχολάρχης (κοσμήτωρ) τής σχολής και αργότερα έγινε Πρύτανης τού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αναμείχθηκε επίσης ενεργά και στα φλέγοντα εκκλησιαστικά θέματα τής εποχής, όπως ήταν το θέμα τού αυτοκέφαλου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Εκπροσώπησε την Ιερά Σύνοδο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη και συνετέλεσε στην έκδοση τού συνοδικού τόμου τού 1850 με τον οποίο αναγνωρίστηκε το Αυτοκέφαλο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Το 1852 χειροτονήθηκε επίσκοπος Πατρών και Ηλείας. Στις 2 Δεκεμβρίου 1861 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών. Από τη θέση αυτή πρωτοστάτησε στη δημιουργία μνημείου τού εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου τού Ε΄ και επί των ημερών του έγιναν τα εγκαίνια τού μητροπολιτικού ναού Αθηνών στις 20 Μαΐου 1862. Πέθανε ξαφνικά στις 21 Ιουλίου 1862.

 

 

Ainian

 

Γεώργιος Αινιάν

Μέλος Δ.Σ.

O Γεώργιος Αινιάν γεννήθηκε το 1788 στo Μαυρίλο τού Τυμφρηστού. Ο πατέρας του, ο ιερέας Ζαχαρίας Αινιάν, άλλαξε το επίθετο τής οικογενείας από Οικονόμου-Αναγνώστου σε Αινιάν, από τους Αινιάνες, τους αρχαίους κατοίκους τής περιοχής. Ο Γεώργιος Αινιάν διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο Καρπενήσι. Στις αρχές τού 19ου αι. η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Γεώργιος Αινιάν σπούδασε στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή καθώς και στη σχολή τού «Κουρού Τσεσμέ» (Ξηρά Κρήνη) και εργάστηκε ως δάσκαλος στα παιδιά τού διερμηνέα Κωνσταντίνου Μουρούζη, στα οποία αφιέρωσε και τη γραμματική του «Νέα Αριάδνη». Συνδέθηκε με Φαναριώτες και το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Εκεί γνώρισε τον Παπαφλέσσα, τον Περραιβό, τον Αναγνωσταρά κ.ά.

Το 1820 πήρε εντολή από την Αρχή να πάει στη Ρούμελη. Επέστρεψε στη Φθιώτιδα και εργάστηκε για την προετοιμασία τού Αγώνα. Εγκαταστάθηκε στο Πατρατζίκι (Υπάτη). Οι αντίπαλοί του κατήγγειλαν στους Τούρκους ότι είναι επαναστάτης και οι Τούρκοι τον φυλάκισαν. Δραπέτευσε και κατέφυγε κοντά σε γνωστούς αρματολούς τής περιοχής. Το 1821 συμμετείχε στον «Άρειο Πάγο», το κυβερνητικό όργανο τής Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, και στην Εθνοσυνέλευση τής Επιδαύρου. Τον Απρίλιο τού 1823 ήταν πληρεξούσιος Πατρατζικίου και Γαλαξιδίου στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους και τον Απρίλιο τού 1826 στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση τής Επιδαύρου. Διετέλεσε Γενικός Έφορος των στρατευμάτων τής Στερεάς (1824). Η υποστήριξή του στον Γάλλο δούκα τού Νεμούρ για τον θρόνο τής Ελλάδος τον έφερε αντιμέτωπο με τον αγγλόφιλο Αλέξανδρο Μαυροκοδάτο, ο οποίος τον φυλάκισε στο Μπούρτζι.

Μετά την απελευθέρωση, ο Καποδίστρια τον διόρισε μέλος τής Γερουσίας. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση τού Άργους, το καλοκαίρι τού 1829, ήταν πληρεξούσιος τής Υπάτης. Με την ιδιότητα αυτή συνέταξε υπόμνημα «Περί των ορίων», με το οποίο πρότεινε ως βόρεια σύνορα τής Ελλάδος στη γραμμή Αώου-Αλιάκμονα.

Την περίοδο τού Όθωνα, ο Αινιάν διορίστηκε διοικητής Αρκαδίας. Αρνήθηκε να βοηθήσει στη σύλληψη τού Θ. Κολοκοτρώνη και γι’ αυτό μετατέθηκε στην Εύβοια ως νομάρχης. Στη Χαλκίδα ίδρυσε σχολείο και τυπογραφείο. Το 1835 διορίστηκε Σύμβουλος τής Επικρατείας και μέλος τής επιτροπής για τα οθωμανικά κτήματα. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, αφού το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση ήταν μεγάλο. Συμμετείχε στο πρώτο Δ.Σ. τής Φ.Ε. και παρέμεινε σε αυτό μέχρι το 1840. Κατά την επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου ήταν μέλος τής τριμελούς επιτροπής που ζήτησε σύνταγμα από τον Όθωνα. Το 1844 διορίστηκε γερουσιαστής. Το 1847 περιόδευσε την Ελλάδα για να διαπιστώσει την εκλογική βία που είχε χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση τού Κωλέττη.

Παράλληλα με την πολιτική του δραστηριότητα ασχολήθηκε με ιστορικές και γεωγραφικές μελέτες για τη Ρούμελη και αρχαιολογικές αναζητήσεις. Εντόπισε στην Οίτη την πυρά τού Ηρακλή, για την οποία δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα «Αιών». Εξέδωσε στο Ναύπλιο το φιλολογικό περιοδικό «Αθηνά» (1831) και αργότερα το περιοδικό «Ιωνία». Υπήρξε ακόμα ιδρυτικό μέλος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας (1837). Η κόρη του Αγανίκη Μαζαράκη Αινιάνος ήταν Αρσακειάς και ποιήτρια. Ο Γ. Αινιάν πέθανε τον Ιανουάριο τού 1848 στην Αθήνα..

 

 

skinas

Κωνσταντίνος Σχινάς

Μέλος Δ.Σ.

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς, γιος διακεκριμένου Φαναριώτη, που είχε στενή σχέση και συνεργασία με τον Πατριάρχη, γεννήθηκε το 1801 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μορφώθηκε μέχρι την εφηβεία. Το 1821, λόγω των τουρκικών βιαιοτήτων εις βάρος των Ελλήνων, διέφυγε με την οικογένειά του στη Βεσσαραβία. Σπούδασε Νομικά στο Μόναχο και το Παρίσι. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1828. Ό Καποδίστριας τον διόρισε πάρεδρο στη Γραμματεία Εσωτερικών. Έχοντας στενή σχέση με τη βασιλική οικογένεια τής Βαυαρίας, κατά την περίοδο τής Αντιβασιλείας η καριέρα του επιταχύνθηκε. Το 1833 ήταν μέλος τής «επιτροπής εξακρίβωσης τής οικονομικής κατάστασης τής εκκλησίας και των μοναστηριών» και πρόεδρος στην επιτροπή για την οργάνωση των σχολείων. Ως υπουργός των Εκκλησιαστικών και τής Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και προσωρινά Δικαιοσύνης το 1833-1834 συνετέλεσε στη σύνταξη τής ελληνικής νομοθεσίας. Το έργο αυτό χαρακτήρισε ο Αλ. Ρίζος Ραγκαβής «προϊόν σπανίας τότε νομικής και φιλολογικής πολυμαθείας αποδόν εις τον νεοείσακτον δικαστικόν κλάδον τής αναγεννηθείσης Ελλάδος την προπατορικήν γλωσσικήν κληρονομίαν εκ των ενδόξων χρόνων των Αθηνών.»

Η Αντιβασιλεία τον διόρισε Επίτροπο Επικρατείας στην Ιερά Σύνοδο. Το 1834 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη δίκη των Κολοκοτρώνη – Πλαπούτα. Επέμεινε στην καταδίκη των στρατηγών και στη συνέχεια παρέπεμψε σε δίκη τον Τερτσέτη και τον Πολυζωίδη, αλλά δεν πέτυχε την καταδίκη τους. Πολύ αργότερα, όταν τού δόθηκε χάρη, ο Κολοκοτρώνης συνεργάστηκε με τον Σχινά (1843). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και μετείχε στο πρώτο Δ.Σ. και μέχρι το 1840.

Το 1837 διορίστηκε καθηγητής τής Φιλοσοφικής σχολής και πρώτος Πρύτανης τού Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής τής Ιστορίας από το 1837 μέχρι το 1851. Η διδασκαλία του αποτυπώνεται στο βιβλίο του με τίτλο «Ιστορία των αρχαίων Εθνών». Στην κυβέρνηση Αλ. Μαυροκορδάτου (1841) διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης. Το 1849 διορίστηκε από τον Όθωνα πρέσβης τής Ελλάδας στο Μόναχο και στη Βιέννη, όπου και πέθανε το 1870. Τη θέση του στο Πανεπιστήμιο κατέλαβε ο Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλος.

 

 

Σταμάτιος Δάρας

Μέλος Δ.Σ.

O Σταμάτιος Δάρας ήταν λόγιος. Οι σπουδές του ήταν σχετικές με τη Νομική και την Οικονομία. Το όνομα του αναφέρεται στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τής 18ης Οκτωβρίου 1827, διότι κατέλαβε την 7η θέση στη Βουλευτική Επιτροπή για την επεξεργασία και τη διόρθωση τού νόμου περί εκλογής πληρεξουσίων και αντιπροσώπων, μετά την άρνηση τού Πέτρου Φραντζή να καταλάβει τη θέση. Στις 20 Οκτωβρίου 1834 διορίστηκε Σύμβουλος στην επί των Οικονομικών Γραμματεία τής Επικρατείας. Το 1837 ήταν πρόεδρος τού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε., μέλος τού Δ.Σ. της από το 1836 έως το 1858 και εισηγητής τής Επιτροπής επί των Οικονομικών. Έμενε σε ένα πολύ ωραίο σπίτι που βρισκόταν στην οδό Πανεπιστημίου, στο ύψος τής Βουκουρεστίου. Από τον δρόμο αυτό περνούσε ο χείμαρρος Άγχεσμος, ο οποίος μετά από κάθε βροχή γινόταν απειλητικός. Στις εκλογές τού 1844 εξελέγη βουλευτής Σύρου.

 

 

Γεώργιος Μ. Καραμάνος

Μέλος Δ.Σ.

Ο Γεώργιο Καραμάνος ήταν δικαστικός. Στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος τού Μαΐου τού 1836 αναφέρεται ότι αντικατέστησε τον Κ. Γ. Τερτσέτη και έγινε εφέτης Αθηνών. Από την θέση αυτή ο Τερτσέτης είχε πάρει άδεια 6 μηνών. Διορίστηκε εφέτης στην Τρίπολη. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και μέλος τού πρώτου Δ.Σ. Διετέλεσε σύμβουλος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας από το 1848 έως το 1860. Πέθανε το 1878.

 

 

Νικόλαος Κωστής

Μέλος

Ο Νικόλαος Κωστής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1805, αλλά η καταγωγή του ήταν από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο τής Χαϊδελβέργης και ύστερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και μέλος τού πρώτου Διοικητικού της Συμβουλίου. Παρέμεινε σύμβουλος τής ΦΕ μέχρι το 1843. Το 1837 διορίστηκε καθηγητής Φαρμακολογίας και Μαιευτικής στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διετέλεσε προσωπικός γιατρός τής Αμαλίας, πρόεδρος τού Ιατροσυνεδρίου από το 1837 μέχρι 1855, καθώς και πρόεδρος τού Δημοτικού Συμβουλίου Αθηνών. Το διάστημα 1858-1879 υπήρξε πρόεδρος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Μεγάλη ήταν η συμβολή του κατά την επανάσταση τής Θεσσαλίας το 1854, που αποσκοπούσε στην απελευθέρωση των υπόδουλων ελληνικών εδαφών. Έγραψε πολλά συγγράμματα μαιευτικής και φαρμακολογίας και διοργάνωσε μαιευτήριο. Απεβίωσε το 1861.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός