Εισαγωγή

 

Μεγάλη έκπληξη πρέπει να προξένησε στους Βαυαρούς το έγγραφο που έφτασε τα χέρια τους τον Σεπτέμβριο τού 1836 . Τι κοινό είχαν οι οπαδοί και οι συνεργάτες τού Καποδίστρια με τους υπαλλήλους τής βαυαρικής διοίκησης; Τι ένωνε τους μπαρουτοκαπνισμένους αγωνιστές τού 1821 με τους φραγκοφορεμένους και μορφωμένους Έλληνες τού εξωτερικού και τους λόγιους με τους λιγότερο μορφωμένους; Τι ήταν αυτό που συγκέντρωσε στο ίδιο Διοικητικό Συμβούλιο τον Αναστάσιο Πολυζωίδη με τον διώκτη του Κωνσταντίνο Σχινά; Τι κοινό είχε ο κάποτε παντοδύναμος ηγεμόνας των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών Ιωάννης Καρατζάς με τον απλοϊκό Αθηναίο Άγγελο Γέροντα και πώς ο συνεργάτης τού Καποδίστρια Ιωάννης Κοκκώνης αποδέχθηκε να γίνει Πρόεδρος τής Φιλεκπαιδευτικής ο Γεώργιος Κουντουριώτης, ένας από τους ισχυρότερους αντιπάλους τού κυβερνήτη; Πώς έγινε και συνεργάστηκαν 16 λειτουργοί τής Θέμιδος, 12 αγωνιστές τού 1821, 9 εκπαιδευτικοί, 4 αρχαιολόγοι, 8 γιατροί, 6 υπάλληλοι τής Διοίκησης, 2 έμποροι, 8 ιερωμένοι, 2 δημοσιογράφοι, 4 συγγραφείς, 3 εκδότες, 16 καθηγητές τού Πανεπιστημίου που ιδρύθηκε έναν χρόνο μετά, 12 πολιτικοί, 4 δήμαρχοι και 6 υπουργοί; Πώς μπόρεσαν να ομονοήσουν οι 73 διακεκριμένοι πολίτες και αποφάσισαν από κοινού να βοηθήσουν ουσιαστικά την πατρίδα τους να αντιμετωπίσει τα προβλήματα στον τομέα τής παιδείας; Ο μοναδικός ίσως συνδετικός κρίκος όλων αυτών των διαφορετικών προσωπικοτήτων, πέραν των οποιωνδήποτε προσωπικών φιλοδοξιών που σίγουρα υπήρχαν, ήταν η αγάπη τους για την πατρίδα. Μια πατρίδα που έκανε τα πρώτα της ελεύθερα βήματα και αναζητούσε τους τρόπους να πραγματοποιήσει τους στόχους της. Η υπογραφή τού Όθωνα στο έγγραφο τής ιδρύσεως τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στις 5 Οκτωβρίου 1836 επισφράγισε την έγκρισή του αλλά και την επιβράβευση μιας ιδιωτικής πρωτοβουλίας που θα άλλαζε μέσα σε λίγα χρόνια τη μορφή τής ελληνικής κοινωνίας.

img037 

Ο Ιωάννης Κοκκώνης ήταν ευφυής και εμπνευσμένος εκπαιδευτικός. Είχε άμεση αντίληψη των ελλείψεων που παρουσίαζαν τα σχολεία τής χώρας αλλά και τής οικονομικής αδυναμίας τού κράτους. Έτσι η ιδέα του για την ίδρυση εταιρείας που θα έθετε ως στόχο την ενίσχυση τής παιδείας τού λαού βρήκε θερμή συμπαράσταση στα πρόσωπα τού Γεώργιου Γεννάδιου και τού Αρχιμανδρίτη Μισαήλ Αποστολίδη. Η ιδέα τους ενέπνευσε και άλλους 70 ενθουσιώδεις Έλληνες, πνευματικούς ανθρώπους, κληρικούς, αγωνιστές και στελέχη τής ελληνικής κοινωνίας «εν γένει μεγίστης απολαύοντας παρά τη κοινωνία τιμής διά τας προς το έθνος υπηρεσίας των, την πολυμερή κοινωνικήν δράσιν των και την ευγένειαν τής καταγωγής των». Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα πρώτα μέλη που ζήτησαν την ίδρυση της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ήταν 73. Το όνομα τού προέδρου Γ. Κουντουριώτη αναφέρεται ιδιαιτέρως στο ιδρυτικό έγγραφο τής Φ.Ε.

Η προσπάθειά μας να φωτίσουμε την προσωπικότητα τού καθενός δεν αποτελεί μόνο φόρο τιμής και ευγνωμοσύνης, αλλά και ευκαιρία να οδηγηθούμε σε διαπιστώσεις και συμπεράσματα χρήσιμα για τη μελέτη τής εποχής εκείνης. Δεν θα πρέπει να ξεχνάμε ότι το νεοσύστατο ελληνικό κράτος έκανε τα πρώτα του βήματα και έθετε τις βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον. Αυτοί που ανέλαβαν το βαρύ αυτό έργο ήταν οι ίδιοι που στα παιδικά τους χρόνια είχαν βιώσει τον αγώνα για την απελευθέρωση και αρκετοί μάλιστα είχαν λάβει ενεργό μέρος σε αυτόν. Οι ίδιοι άνθρωποι λοιπόν που χάρισαν τη λευτεριά σε αυτό τον τόπο έπρεπε τώρα να βοηθήσουν το νεοσύστατο ελληνικό κράτος να θέσει τις βάσεις για ένα καλύτερο μέλλον.

Το ελληνικό κράτος απελευθερώθηκε το 1830 με το Πρωτόκολλο τού Λονδίνου. Είχε βιώσει όμως προηγουμένως τη σκληρότητα τού απελευθερωτικού αγώνα, τον διχασμό στρατιωτικών και πολιτικών και την προσπάθεια των Μεγάλων Δυνάμεων τής εποχής να το θέσουν υπό την κηδεμονία τους. Η δολοφονία τού πρώτου κυβερνήτη αποτελεί απόδειξη τής ανωριμότητας των προσφάτως απελευθερωμένων Ελλήνων να προσαρμοστούν σε ένα νέο οργανωμένο κράτος με αρχές, εφόσον, όπως δείχνουν τα γεγονότα, ταύτιζε οποιαδήποτε μορφή πειθαρχίας και υπακοής με τον τουρκικό ζυγό. Οι αγωνιστές έπρεπε να συνεργαστούν με τους πολιτικούς, οι οποίοι είχαν τη μόρφωση που χρειαζόταν για να διοικηθεί το έθνος. Οι Βαυαροί προσπάθησαν να προσεταιριστούν άτομα που θα τους ήταν χρήσιμα αλλά και να εξαφανίσουν τους πολιτικούς τους αντιπάλους, δημιουργώντας στην ελληνική κοινωνία ένα ακόμα μέτωπο αντιπαράθεσης. Άλλωστε με τη Συνθήκη του Λονδίνου δεν απελευθερώθηκε όλη η Ελλάδα αλλά μικρό μέρος της. Οι υπόδουλοι Έλληνες είχαν την ελπίδα ότι κάποια στιγμή θα απελευθερωθούν και οι ελεύθεροι Έλληνες ζούσαν με το όνειρο τής Μεγάλης Ιδέας. Αυτή ήταν η ελληνική πραγματικότητα όταν ο Ιωάννης Κοκκώνης, ο Γεώργιος Γεννάδιος και ο Μισαήλ Αποστολίδης αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν την ιδέα τους και απευθύνθηκαν σε 70 ανθρώπους οι οποίοι απάντησαν θετικά.

Στον λόγο που εξεφώνησε ο Μισαήλ Αποστολίδης στον Αγιασμό τού πρώτου Σχολείου τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1837 λέει: « πλήθος φιλοκάλων και φιλογενών ανδρών όχι μόνον εκ των κατοικούντων εις την πρωτεύουσαν, αλλά και εις τα απότατα μέρη τού βασιλείου και των εκτός ακόμη τού κράτους, εφιλοτιμήθησαν να γένωσι μέλη ταύτης διά να συντελέσωσι προθύμως εις τον θεοφιλή και φιλάνθρωπον τούτον σκοπόν. Και ιδού εις το μικρόν τούτον διάστημα ευρίσκεται η Εταιρεία μας συγκεκροτημένη από ικανά μέλη και προμηθευμένη με ικανά μέσα, ώστε να αρχίσῃ το κοινοφελές έργον της. Τοιαύτη είναι η περί τα κοινά καλά χαρακτηρίζουσα τους Έλληνας φιλοτιμίαν! Και διά τούτο όχι μόνον είναι παντός επαίνου άξιοι αλλά και την πεποίθησιν εμπνέουσιν εις πάντα νουνεχήν παρατηρητήν, ότι ταχέως θέλουσιν ανακτήσει την προγονικήν αυτών εύκλειαν, ότι ταχέως η πολιτεία μας θέλει φθάσει τον βαθμόν εκείνον τού πολιτισμού και τού φωτισμού, όστις είναι των ελευθέρων εθνών η μερίς και αποτελεί το μέγιστον μέρος τής ευζωίας και ευδαιμονίας των».

Κοινό χαρακτηριστικό των περισσοτέρων ιδρυτικών μελών τής Φ.Ε. ήταν η μόρφωση. Επειδή όμως δεν βρισκόμαστε χρονολογικά μακριά από την ελληνική Επανάσταση δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι 13 από τα ιδρυτικά μέλη τής Φ.Ε. ήταν Φιλικοί και 17 είχαν λάβει ενεργό μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση. Οι περισσότεροι είχαν σπουδάσει σε μεγάλα Πανεπιστήμια τής Ευρώπης και είχαν επιστρέψει στον τόπο τους για να βοηθήσουν στην αναδημιουργία τής πατρίδας τους. Εντύπωση προκαλεί πάντως το γεγονός ότι 8 από αυτούς μορφώθηκαν, έζησαν και δραστηριοποιήθηκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στη Βλαχία, με επίκεντρο το Βουκουρέστι, αποδεικνύοντας για μια ακόμα φορά τον πρωταγωνιστικό ρόλο που είχε η περιοχή την εποχή εκείνη για τους Έλληνες. Άλλοι 7 εξ αυτών σπούδασαν σε διάφορα Πανεπιστήμια τής Γερμανίας, 3 στη Βιέννη, 4 στην Κωνσταντινούπολη,2 στη Σμύρνη και 2 στην Πίζα και τη Μόντενα.

Ενδιαφέρον παρουσιάζει επίσης η πολιτική τοποθέτηση των ιδρυτικών μελών τής Φ.Ε. Έξι εξ αυτών είχαν δείξει φανερά την αντίθεσή τους στον Καποδίστρια, ενώ έντεκα είχαν συνεργαστεί μαζί του. Τέσσερεις είχαν καλές σχέσεις με την Αντιβασιλεία. Η συντριπτική πλειοψηφία των ιδρυτικών μελών είχαν καλές σχέσεις με τον Όθωνα, κυρίως μετά την ενηλικίωσή του. Αυτό είναι φυσικό, αφού η όλη πρωτοβουλία τής ιδρύσεως τής Φ.Ε. γεννήθηκε και εξελίχθηκε με τις ευλογίες του Όθωνα και υπό την αιγίδα τής βασίλισσας Αμαλίας. Αυτό βέβαια δεν εμπόδισε πολλούς εξ αυτών να συμμετάσχουν στην εξέγερση τής 3ης Σεπτεμβρίου για την δημιουργία Συντάγματος. Μπορούμε λοιπόν να συμπεράνουμε ότι στην περίπτωση τής ιδρύσεως τής ΦΕ η πρόοδος του έθνους υπερίσχυσε όλων των άλλων διαφορών. Και γι’ αυτό ευδοκίμησε. Οι αντιοθωνικές εφημερίδες τής εποχής, βέβαια, πολλές φορές ασκούσαν έντονη κριτική στη Φ.Ε. ταυτίζοντάς την με τα πρόσωπα που τη διοικούσαν κατά καιρούς. Η δύναμη όμως τής Εταιρείας δεν στηριζόταν στους οποιουσδήποτε «προστάτες της», αλλά στην παιδεία που προσέφερε στις Ελληνίδες, οι οποίες εκμεταλλεύτηκαν τη μόρφωσή τους για να δημιουργήσουν μια καλύτερη κοινωνία και πατρίδα.

Ενδεικτικά για το τι προσδοκούσε το έθνος από τη Φ.Ε. είναι τα συμπεράσματα που βγαίνουν αν εξετάσουμε τον τόπο καταγωγής των ιδρυτικών μελών της. Εκ των ιδρυτικών μελών οι περισσότεροι είχαν γεννηθεί σε περιοχές οι οποίες δεν περιλαμβάνονταν την εποχή εκείνη στο ελεύθερο ελληνικό κράτος (ήταν Ηπειρώτες, Μακεδόνες, Κρητικοί, Θεσσαλοί, Θρακιώτες, Κωνσταντινουπολίτες, Σμυρνιοί) και προσδοκούσαν να βοηθήσει η Φ.Ε. στη μόρφωση και των υποδούλων.

Δεν είναι γνωστή η ακριβής χρονολογία τής γέννησης όλων των ιδρυτικών μελών τής Φ.Ε., από όσες όμως γνωρίζουμε βλέπουμε ότι το 1836, έτος ιδρύσεως τής Φ.Ε., ο γηραιότερος ήταν ο πρίγκιπας Ιωάννης Καρατζάς, πρώην ηγεμόνας των Παραδουνάβιων Ηγεμονιών, (82 ετών) και νεότερος ο τυπογράφος Ανδρέας Κορομηλάς (25 ετών). Οκτώ από τα μέλη ήταν από 25 έως 29 ετών, 21 μέλη ήταν από 30 έως 39 ετών, 10 μέλη ήταν από 40 έως 49 ετών, 5 από 50 έως 54, 1 ήταν 60 (Γ. Βέλλιος) και 3 από 74-78 ετών. Εκ των τριών ιδρυτών της ΦΕ το 1836 ο Ιωάννης Κοκκώνης ήταν 41 ετών, ο Γεώργιος Γεννάδιος ήταν 50 ετών και ο Μισαήλ Αποστολίδης ήταν 47 ετών.  

Ως προς το επάγγελμα και τις σπουδές τους παρατηρούμε ότι 14 είχαν νομικές σπουδές και ήταν κυρίως δικαστικοί και νομικοί. Υπήρχαν ακόμα 16 εκπαιδευτικοί, δάσκαλοι, ελληνιστές και μαθηματικοί, 4 αρχαιολόγοι, 10 ιατροί, 8 στελέχη τής Δημόσιας Διοίκησης, 2 οικονομολόγοι, 6 ιερωμένοι, 3 έμποροι, 3 εκδότες, 2 δημοσιογράφοι, 2 νομάρχες, 6 σύμβουλοι Επικρατείας, 4 συγγραφείς, 1 μηχανικός, 1 γυμναστής και 3 ήταν στρατιωτικοί. Από όλους αυτούς οι 13 έγιναν καθηγητές τού πανεπιστημίου το οποίο ιδρύθηκε ένα χρόνο μετά την Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, το 1837. Δώδεκα από αυτούς ασχολήθηκαν με την πολιτική, 5 διετέλεσαν δήμαρχοι, 2 νομάρχες, 8 διετέλεσαν υπουργοί και 6 έγιναν σύμβουλοι Επικρατείας (το Συμβούλιο Επικρατείας τότε δεν ήταν το Ανώτατο Διοικητικό Δικαστήριο αλλά ένα συμβουλευτικό σώμα τα μέλη τού οποίου διόριζε ο βασιλιάς). Από όλα αυτά αποδεικνύεται ότι τα ιδρυτικά μέλη τής Φ.Ε. δεν ήταν απλώς μορφωμένοι άνθρωποι αλλά και επίλεκτα μέλη τής ελληνικής κοινωνίας.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

Φιλόλογος – ιστορικός