Ο στρατηγός Πλαπούτας, μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

plap

Ο στρατηγός Δημήτριος Πλαπούτας

Ο Δημήτρης Πλαπούτας ή Κολλιόπουλος, από τις μεγάλες, ηρωϊκές και αγνές φυσιογνωμίες της Επανάστασης του 1821, γεννήθηκε στην Παλούμπα Γορτυνίας στις 15 Μαΐου 1786. Ήταν γιος τού κλεφταρματολού Νικόλα-Κόλια Πλαπούτα. Έγινε και ο ίδιος αρματολός. Σε ηλικία 17 ετών παντρεύτηκε την ανιψιά τού Θ. Κολοκοτρώνη με τον οποίο, σε όλη τη ζωή του, ταυτίστηκε πολιτικά και στρατιωτικά. Το 1811-1812 κατέφυγε στη Ζάκυνθο, όπου υπηρέτησε ως εκατόνταρχος στα ελληνικά σώματα τού αγγλικού στρατού. Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και με την έναρξη τής Επανάστασης επέστρεψε στην Πελοπόννησο μαζί με τον Κολοκοτρώνη, τού οποίου ήταν οπλαρχηγός και πιστός οπαδός.

Plapoutas2[1] 

Ο στρατηγός Δημήτριος Πλαπούτας

Ως ήταν επικεφαλής σώματος υπό τις διαταγές τού Θεόδωρου Κολοκοτρώνη έλαβε μέρος στις μάχες στο Βαλτέτσι, στο Λάλα, στην Τριπολιτσά, στο Μανιάκι, στον Ακροκόρινθο, στην Πάτρα, στα Δερβενάκια και διακρίθηκε για τη φρόνηση και την ανδρεία του. Την πολεμική του δραστηριότητα εξιστορεί ο Σπυρίδων Τρικούπης στο βιβλίο του «Διορθώσεις και παρατηρήσεις στην ιστορία της Ελληνικής Επανάστασης». Το 1823 πήρε τον βαθμό τού στρατηγού και μετά την απελευθέρωση διετέλεσε διοικητής χιλιαρχίας ατάκτων στρατευμάτων. Το 1832 έγινε στρατηγός. Μετά τη δολοφονία τού Ιωάννη Καποδίστρια διετέλεσε πληρεξούσιος Γόρτυνος στην Ε΄ Εθνική Συνέλευση και από τον Απρίλιο τού ίδιου έτους έγινε μέλος τής Διοικητικής Επιτροπής τής Ελλάδας. Συμμετείχε στην τριμελή πρεσβεία που πήγε στο Μόναχο για να προσφέρει στον πρίγκιπα Όθωνα το στέμμα του βασιλέα των Ελλήνων.

unnamed[1]

Ο Δημήτριος Παλαπούτας στη μάχη στο Δερβένι. Πίνακας τού Πέτερ Φον Ες

Την περίοδο τής Αντιβασιλείας καταδιώχθηκε ως ρωσόφιλος και, μαζί με τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη, κατηγορήθηκε για απόπειρα ανατροπής τού καθεστώτος και εσχάτη προδοσία. Συνελήφθησαν και οι δύο το 1833 και δικάσθηκαν από Στρατοδικείο στο Ναύπλιο. Καταδικάσθηκαν σε θάνατο τον Μάιο τού 1834, παρά την αντίδραση των δικαστών Τερτσέτη και Πολυζωίδη. Η Αντιβασιλεία, για να αντιμετωπίσει τη λαϊκή οργή, μετέτρεψε την ποινή του σε 20ετή κάθειρξη, ενώ μετά την ενηλικίωςή του ο Όθων, το 1835, αμνήστευσε και τους δύο. Μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας έγινε το 1837. Μετά τη δικαστική του περιπέτεια συνέχισε να προσφέρει τις υπηρεσίες του στον στρατό από διάφορες θέσεις και ονομάστηκε επίτιμος υπασπιστής τού Όθωνα (1858). Αναμίχθηκε εκ νέου στην πολιτική και πήρε μέρος στην Εθνοσυνέλευση τής 3ης Σεπτεμβρίου (1843-1844) εκπροσωπώντας την Καρύταινα, ενώ διετέλεσε βουλευτής Καρύταινας (1844-1847) και γερουσιαστής (1847-1862). Πέθανε στον οικογενειακό πύργο τής Παλούμπας τον Ιούλιο τού 1864.

 

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ                                                                                                                                                                                                                                  

Φιλολογος Ιστορικός