O Γεώργιος Σουρής και το Αρσάκειο

 

     «Τους στίχους που τους έγραψα, φτου να μην τους βασκάνω

      Και τώρα τους ξαναμετρώ μέσα στην τόση ζέστη

       άν ημπορούσα δίλεπτα μονάχα να τους κάνω

       θάχα κι αμπέλια στη Βλαχιά, σπίτια στο Βουκουρέστι»                          

Ο μεγάλος Έλληνας σατιρικός ποιητής γεννήθηκε στην Ερμούπολη τής Σύρου στις 2 Φεβρουαρίου 1853. Ο πατέρας του, με καταγωγή από τα Κύθηρα, ήταν έμπορος και η μητέρα του καταγόταν από τη Χίο. Για οικονομικούς λόγους εργάστηκε στο κατάστημα ενός Έλληνα σιτεμπόρου στο Ταϊγάνιο (Ταγκανρόγκ) τής Ρωσίας. Φαίνεται όμως ότι δεν του άρεσε η ενασχόληση με το εμπόριο. Ήταν πάντα αφηρημένος και γέμιζε τα κατάστιχα με στίχους που έγραφε κρυφά. Το 1879 γύρισε στην Ελλάδα, γράφτηκε στη Φιλοσοφική σχολή και εργαζόταν ως γραφέας σε συμβολαιογραφείο, ενώ παράλληλα έγραφε ποιήματα και συνεργαζόταν με σατιρικές εφημερίδες, όπως ήταν ο «Ασμοδαίος» τού Εμμ. Ροΐδη, «Μη χάνεσαι!» τού Βλάσση Γαβριηλίδη και «Ραμπαγάς» τού Κλεάνθη Τριανταφύλλου. Οι σπουδές του δεν προχωρούσαν γρήγορα. Το 1883 μάλιστα ο καθηγητής τής Μετρικής στο Πανεπιστήμιο Αθηνών Δημήτριος Σεμιτέλος τον απέρριψε στις εξετάσει, γεγονός που σατίρισε ο ίδιος σε σύντομη αυτοβιογραφία του που δημοσιεύτηκε στην Εστία το 1887.

unnamed[1]

Ο Γεώργιος Σουρής σε νεαρή ηλικία

«Προς τούτοις θα γνωρίζετε, πως σ’ άλλας περιστάσεις

Εις στον Σεμιτέλον έδωσα σπουδαίας εξετάσεις

Και απερρίφθην παμψηφεί μετά πολλών επαίνων

Γενόμενος υπόδειγμα των εξεταζομένων.»

 

Το 1873, μέσα στο οικογενειακό του περιβάλλον, ο Σουρής γνώρισε την Χιώτισσα Μαρία Κωνσταντινίδου, η οποία είχε έρθει με την χήρα μητέρα της από την Κωνσταντινούπολη για να τελειοποιήσει τη μόρφωσή της. Οι μητέρες τους ήταν συγγενείς. Η Μαρία γράφτηκε στο Αρσάκειο, ως εξωτερική και ο Σουρής άρχισε να την βοηθάει στα μαθήματα. Μια μέρα δεν άντεξε και έγραψε στο τετράδιό της το πιο ωραίο μήνυμα «Σ’ αγαπώ». Μετά από δύο μέρες, κάτω από το δικό του μήνυμα είδε την απάντηση τής Μαρίας με τη φράση «Και εγώ». Το καλοκαίρι τού 1874 η Μαρία με τη μητέρα της πήγαν διακοπές στη Χίο.

maria souri

Η σύζυγος τού Γεωργίου Σουρή Μαρία Κωνσταντινίδη, η οποία ήταν Αρσακειάς.

Ο Σουρής τής έγραφε καθημερινά, εκφράζοντάς της την αγάπη του. Παράλληλα τής έγραφε και τα νέα τής Αθήνας, για τις υψηλές τιμές και τα σημαντικά γεγονότα. Σε μια επιστολή του μάλιστα τής έγραψε ότι οι εσωτερικές Αρσακειάδες μαυροφορέθηκαν γιατί είχε πεθάνει ο ευεργέτης τού Σχολείου τους Απόστολος Αρσάκης. Έτσι το Αρσάκειο άρχισε να μπαίνει στη ζωή τού Γεωργίου Σουρή για εντελώς προσωπικούς του λόγους. Τον Ιανουάριο τού 1881, παρουσία λίγων φίλων του, παντρεύτηκε την αγαπημένη του Μαρία παρά τις αντιδράσεις τής οικογενείας της που δεν ήθελε για γαμπρό ένα φτωχό ποιητή. Με τη Μαρία απέκτησε τέσσερεις κόρες και έναν γιο. Η Μαρία στάθηκε δίπλα στον ποιητή τις δύσκολες μέρες. Παρέδιδε μαθήματα Γαλλικής στα κορίτσια των φιλικών οικογενειών. Ο Σουρής συνήθιζε να τής λέει «Μη μου στεναχωριέσαι, Μαρί μου, έχε μου εμπιστοσύνη και κάτι θα γίνω κι εγώ μια μέρα» και εκείνη τού στάθηκε πρότυπο αφοσιωμένης συζύγου-συντρόφου, προστάτιδα και μούσα του. Ήταν αξιοπρεπής σύζυγος, μητέρα αυστηρή και στοργική, οικοδέσποινα εκλεκτή, προσιτή και συγκαταβατική. Όπως πολύ σωστά έλεγε ο Στρατήγης «η Μαρί μεγάλωσεν 6 παιδιά».

ceb3ceb5cf8ecf81ceb3ceb9cebfcf82cf83cebfcf85cf81ceaecf82[1]

Ο ποιητής Γεώργιος Σουρής

Ο Γεώργιος Σουρής στις 2 Απριλίου 1833 εξέδωσε το πρώτο φύλλο τής εφημερίδας του, την οποία βάφτισε ο Γεώργιος Δροσίνης «Ο Ρωμηός». Ήταν μια έμμετρη σατιρική εφημερίδα, όπου έγραφε στην δημοτική, όχι όμως την ακραία. Ο Σουρής ήταν σπουδαίος ποιητής και τον απασχόλησαν όλα τα θέματα: πολιτικά, κοσμικά, κοινωνικά, αθλητικά, εκκλησιαστικά, αλλά και θέματα τής βασιλικής οικογένειας, κάτι που τον έφερε γρήγορα αντιμέτωπο με το παλάτι. Η εβδομαδιαία εφημερίδα του αγαπήθηκε και διαβάστηκε πολύ τα 36 χρόνια και 8 μήνες που κυκλοφόρησε. Οι δύο λαϊκοί τύποι που δημιούργησε ο ποιητής, ο Φασουλής και ο Περικλέτος, «ο καθένας νέτος σκέτος», σχολίαζαν με ευθυμία και δηκτικότητα τα σπουδαία γεγονότα τής εβδομάδος.

Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι την εποχή εκείνη στην Ελλάδα οι ποιητές είχαν μεγάλη και σημαντική επιρροή πάνω στους Έλληνες. Οι πολίτες τούς λάτρευαν και οι πολιτικοί τούς φοβούνταν γιατί ασκούσαν κριτική. Ο Έλληνας είχε πάντα χαρούμενη διάθεση και του άρεσε να χαμογελά, παρ’ όλη την φτώχια του και τα φοβερά οικονομικά, πολιτικά και εθνικά προβλήματα που αντιμετώπιζε. Η απήχηση που είχε το έργο τού Σουρή οφειλόταν στο γεγονός ότι ο χαρακτήρας τού ίδιου τού ποιητή και η ακεραιότητά του περνούσαν μέσα από τις στήλες τού «Ρωμηού» στους αναγνώστες και εξέφραζαν την ιδιοσυγκρασία τού μέσου πολίτη τής εποχής. Ο Σουρής έκανε για πολλά χρόνια τούς Έλληνες να ευθυμούν, παρότι ο ίδιος ήταν ολιγόλογος και στην όψη μελαγχολικός.

d02042ae9f501f4f45b4b4012832eb3d L[1]

Ο φιλολογικός κύκλος τής «Εστίας» στο «Ολυμπιείο» το 1888. Εικονίζονται από αριστερά: Νικόλαος Πολίτης, Στ. Στεφάνου, Μιχ. Λάμπρος, Γ. Σουρής, Εμμ. Ροΐδης, Λυκούδης. Όρθιοι από αριστερά οι: Γ. Βλαχογιάννης, Κ. Παλαμάς, Γ. Δροσίνης, Γρ. Ξενόπουλος.

Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης έγραψε γι’ αυτόν: «Χαίρε Σουρή, συ όστις απέδειξες ότι υπάρχει ακόμη ελληνική ευφυΐα», ενώ ο Εμμανουήλ Ροΐδης, με το γνωστό του ύφος έγραψε: «Κατά την ορθήν τού Αριστοτέλους διάκρισιν τού ζώου από τον άνθρωπο, ότι μόνον ο άνθρωπος γελά μεγάλη χρεωστούσιν οι Έλληνες ευγνωμοσύνην εις τον ποιητή τού «Ρωμιού», τον επί δεκαετίας ήδη παρέχοντα εις αυτούς, κατά πάσαν εβδομάδα, αφορμήν να επιδείξουν τον τοιούτον ανθρωπισμό των». Ο Κωστής Παλαμάς έλεγε ότι ο Σουρής ανήκε στη φυλή των γοήτων που καλούνται ποιητές. Συμπλήρωνε μάλιστα ότι «οι νεώτεροι Έλληνες αναγνωρίζονται πολύ ευχερέστερον και καθαρώτερον εν τοις στίχοις του Σουρή ή όσον αναγνωρίζονται εν τοις ποιήμασι των εθνικών ημών ποιητών». Ο Γρηγόριος Ξενόπουλος τον αποκάλεσε «μεγάλο τεχνίτη», γιατί μπόρεσε να βρει και να παρουσιάσει καινούργιες σχέσεις κωμικού. Θεωρούσε ότι ήταν προικισμένος από τη φύση με τη θαυμαστή ικανότητα να διακρίνει αμέσως σε κάθε πράγμα την αστεία όψη. Ο καθηγητής Πανεπιστημίου Παύλος Καρολίδης τον θεωρούσε τον μέγιστο και μεγαλοφυέστερο των συγχρόνων ποιητών. Είναι γεγονός, πάντως, ότι υπήρξε ο μοναδικός Έλληνας ποιητής που βιογραφήθηκε σε τόση έκταση από ξένους κριτικούς. Πολλοί στο εξωτερικό, Άγγλοι και Γερμανοί, ασχολήθηκαν με το έργο του και έγραψαν μελέτες για τον ίδιο και τον «Ρωμηό» του. Ο Αυστριακός φιλόσοφος Μαξ Νορντάου τον είχε προτείνει στη Σουηδική Ακαδημία για το βραβείο Νομπέλ. Η μετάφρασή του για τις «Νεφέλες» τού Αριστοφάνη ήταν αφορμή να τον αποκαλέσουν «νέο Αριστοφάνη», γιατί πάντα προκαλούσε το γέλιο στους αναγνώστες του.

Screenshot 2 2[1]

Ο Γεώργιος Σουρής και η σύζυγος του Μαρία Κωνσταντινίδη

Εκτός από την Αρσακειάδα σύζυγό του, το Αρσάκειο τού προσέφερε έμπνευση για πολλούς από τους στίχους του. Η αθηναϊκή κοινωνία είχε εντυπωσιαστεί από την παρουσία τόσων κοριτσιών στο κέντρο τής πόλεως και μάλιστα τόσο κοντά στο Πανεπιστήμιο, το οποίο ανδροκρατείτο την εποχή εκείνη. Σχολίασε μάλιστα ο ποιητής και τις επιτυχίες των Αρσακειάδων που, πάντα στην πρωτοπορία, μπήκαν στο Πανεπιστήμιο και ασχολήθηκαν με θέματα ανεπίτρεπτα για τη γυναικεία φύση σύμφωνα με τις «αρχές» τής εποχής. Ειλικρινά δεν μπορεί κανείς να πει με βεβαιότητα ότι οι απόψεις του ήταν συντηρητικές, αλλά ούτε και προοδευτικές. Η ικανότητά του να διακρίνει την αστεία όψη σε κάθε γεγονός είναι αναμφισβήτητη, αλλά δεν ήταν κήρυκας νέων ιδεών. Η σάτιρά του δεν έβλαψε κανένα. Αντίθετα, με τη σάτιρά του αμφισβήτησε κάποιες «μεγάλες αξίες», φέρνοντας στην επιφάνεια το πραγματικό τους βάθος.

Στο ποίημά του «Οδηγός των Αθηνών χρήσιμος εις το κοινόν» ο Σουρής επιχειρεί μια έμμετρη σατιρική ξενάγηση στην πόλη.

«Αθήναι πόλις παλαιά, αλλά και νεωτάτη

Από πολλά κειμήλια και παλαβούς γεμάτη.

………………………………………………..

Οδός Πανεπιστήμιον αλλά και λεωφόρος

Σαχάρα που κονιορτός υψώνεται ως όρος.

 

Ενθάδε κείται σοβαρά και η Ακαδημία

Πλην βασιλεύει εν αυτή μεγάλη ερημία.

Τη νύχτα μόνο η σκιά τού Σίνα μπαινοβγαίνει,

Κι αδημονούσα φαίνεται και μετανοημένη.

 

Πλην το Πανεπιστήμιον εις την πλευράν την άλλην

Αποτελεί αντίθεσιν πάρα πολύ μεγάλην,

Διότι στίφη φοιτητών γνώμας πολλάς αλλάζουν

Κι ενίοτε και μαγκουριές ανεβοκατεβάζουν.

 

Πλησίον το Αρσάκειον, κατάστημα μεγάλον,

Και πλήρες διδασκαλισσών αλλά και διδασκάλων

Εδώ σπουδάζουν γράμματα με έρωτα και ζήλον

Και από τα παράθυρα τα ρίχνουν εις τον φίλον.

 images[2]

Τεύχος τού περιοδικού «Ρωμηός»

Ο Σουρής δεν αναφέρθηκε καθόλου στο εκπαιδευτικό έργο που επιτελείτο για τα κορίτσια στο Σχολείο αυτό, από το 1836, διότι δεν ήταν αυτός ο στόχος του. Παρέμεινε όμως προσηλωμένος στην άποψή του ότι οι νεαρές Αρσακειάδες μάθαιναν γράμματα για να επικοινωνούν με τους αγαπημένους τους,με τους οποίους ίσως θα έκαναν στο μέλλον οικογένεια. Αυτό άλλωστε έγραψε ξεκάθαρα και στο ποίημά του «Χειραφέτησις»:

«Αλλά κι αν φθάνουν τα άφθαστα τής επιστήμης βάθη                                                                                   

τα φυσικά της ένστικτα καμμιά δεν θα ξεμάθη                                                                                                     

και πάντοτε θα προτιμά και θα θηρεύη φήμην,                                                                                                     

μάλλον δι’ ωραιότητα, παρά δι’ επιστήμην».

Ο Σουρής αγαπούσε το γυναικείο φύλο, αλλά και την γυναίκα του, με τον τρόπο που εκείνος αντιλαμβανόταν. Στα έργα του φαίνεται ως «εχθρός τού γυναικείου φύλου», διότι αυτή του η θέση τού έδινε τη δυνατότητα σάτιρας. Εκείνο που δεν έβλεπε με καλό μάτι ήταν το θέμα τής χειραφέτησης των γυναικών, που θα προέκυπτε ως φυσικό επακόλουθο. Μάλιστα το 1901 έγραψε ένα έργο με τον εύγλωττο τίτλο «Χειραφέτησις». Στο έργο αυτό, όπως και στις «Εκκλησιάζουσες» τού Αριστοφάνη, οι γυναίκες διεκδικούσαν πολιτικά δικαιώματα. Αρχικά τα δύο φύλα χωρίστηκαν και έφτιαξαν δικές τους κοινωνίες, αλλά ένιωθαν αμοιβαία τόσο πολύ την έλλειψη το ένα τού άλλου, ώστε ενώθηκαν ξανά με υποχώρηση των γυναικών φυσικά. Η παράστασή του διαφημίστηκε με ενθουσιασμό από τον Τύπο και χαιρετίστηκε ως «γεγονός μέγα, γιγάντειον, κολοσσαίον εν σχέσει προς την εποχήν …». «Τέρπει συγχρόνως και διδάσκει. Προκαλεί τον γέλωτα αλλά και φρονηματίζει διά τής απεικονίσεως τής πολιτικής και κοινωνικής μας καταστάσεως», έγραφαν γι’ αυτήν οι εφημερίδες.

Η Καλλιρρόη Παρρέν έγραψε ένα πύρινο άρθρο εναντίον τής παράστασης, διότι δεν θεωρούσε αθώα και ανώδυνη αυτή τη θεματολογία. «Ο πόλεμος αυτός ο ταπεινός και ο αγενής και ο άνανδρος χρονολογείται χιλιάδας τώρα έτη και καιρούς […] ο σατιρογράφος ποιητής τού Ρωμηού, εις το πρώτον θεατρικόν έργον, το οποίον έγραψεν, εσκέφθη να σατιρίση την γυναίκα […]. Βλέπομεν εχθρικήν διάθεσιν τού ανδρός προς τη γυναίκα!». Ο Ιωάννης Κονδυλάκης θεώρησε πως «η αρχιφεμινίστρια Παρρέν» παρεξήγησε τον αθώο και καλοπροαίρετο ποιητή: «Ο Σουρής σατιρίζει τις αντρογυναίκες. Όχι τις γυναίκες». Αντίθετα ο Δημήτριος Ταγκόπουλος τάχθηκε αναφανδόν στο πλευρό τής Παρρέν: «Στο πείσμα λοιπόν όλων των οπισθοδρομικών ανθρώπων, η χειραφέτησις προχωρεί καλπάζουσα, μαζί με τον λεγόμενον πολιτισμόν…». Η Παρρέν πάλι υποστήριξε ότι η αντίληψη τού Σουρή για τον φεμινισμό ήταν διαστρεβλωμένη, διότι οι σύγχρονες φεμινίστριες δεν έπαυαν να είναι καλές σύζυγοι και υποδειγματικές μητέρες, δεν εχθρεύονταν απαραιτήτως τους άνδρες, ενώ ο Αριστοφάνης δεν αποτελούσε το καλύτερο πρότυπο, γιατί ανήκε σε άλλη εποχή. Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα οι «γράφουσες», είτε ως προσωνύμιο για ποιήτριες, διηγηματογράφους, παιδαγωγούς, μεταφράστριες είτε ως τίτλος στο άρθρο του Εμμανουήλ Ροΐδη στην εφημερίδα Ακρόπολη («Αι γράφουσες Ελληνίδες Α΄. Αρσινόη Παπαδοπούλου»), δέχθηκαν κριτική για το πνευματικό έργο τους, τόσο από το ίδιο τους το φύλο όσο και από το αντίθετο φύλο.

11120099[1]

Ο Γεώργιος Σουρής δεύτερος από δεξιά δίπλα στον Προβελέγγιο. Δίπλα του προς τα αριστερά οι: Κ. Παλαμάς, Ι. Πολέμης, Γ. Στρατήγης και Γ. Δροσίνης

Στο απόσπασμα από την σκηνική σάτιρα σε τρεις πράξεις «Χειραφέτησις», που παρουσιάστηκε για πρώτη φορά στο Δημοτικό Θέατρο τής Αθήνας τον Οκτώβριο τού 1901 (Άπαντα Σουρή, τόμος Α΄), ο Γεώργιος Σουρής με υπερβολή τονίζει την ανατροπή τής κοινωνικής και τής οικογενειακής ισορροπίας που θα επέφερε η χειραφέτηση και θεωρεί ότι η εμμονή των γυναικών να προχωρήσουν σε πανεπιστημιακές σπουδές οφειλόταν στην επιδίωξή τους να βρουν γαμπρό επιστήμονα.

«Η Χειραφεσία μας, αν τής λείπουν τύποι,

κατ’ ουσίαν έγινε, τίποτε δεν λείπει,

κάπνισμα, ξεσπίτωμα, συρ’ εδώ κι’ εκεί

καφφενές, ποδήλατο και πολιτική,

βίος ανεξάρτητος, προκοπής προοίμιον.

Μπόρσα, λέσχη, μπακαράς,

επιστήμης νάματα

κι’ εγγραφή και φοίτησις

στο πανεπιστήμιον,

μήπως εύρωμεν γαμπρούς,

που τιμούν τα γράμματα.»

Χαρακτηριστική για την θέση τού Σουρή απέναντι στις γυναίκες ήταν η περίπτωση τής Αρσακειάδας Θηρεσίας Ροκά, τής δεύτερης γυναίκας που γράφτηκε στη Φιλοσοφική Σχολή το 1892 (πρώτη είχε γίνει δεκτή η Ι. Στεφανόπολι). Ο Σουρής δεν έγραψε γι’ αυτήν όταν μπήκε στο Πανεπιστήμιο, αλλά τρία χρόνια αργότερα. Το 1895 είχαν ξεσπάσει φοιτητικές διαδηλώσεις διαμαρτυρίας για την παύση τού καθηγητή Αρχαιολογίας Αντώνη Οικονόμου, ο οποίος κατηγορήθηκε για λογοκλοπή και απολύθηκε Στις κινητοποιήσεις συμμετείχε και η Θηρεσία Ροκά, όχι με πρωταγωνιστικό ρόλο. Όμως και μόνο το γεγονός τής συμμετοχής μιας γυναίκας στις διαδηλώσεις ήταν αρκετό για να κεντρίσει το σατιρικό δαιμόνιο τού ποιητή. Έτσι στις 25 Φεβρουαρίου 1895 ο Σουρής δημοσίευσε στον «Ρωμηό» το ποίημα «Πανεπιστημιακά – κι η φοιτήτρια Ροκά». Ο ποιητής θεωρούσε ότι η συμμετοχή μιας γυναίκας στις φοιτητικές κινητοποιήσεις αποτελούσε τον προάγγελο κοσμοϊστορικών εξελίξεων και ότι η κατάληξη θα ήταν πλήρης ανατροπή των πατροπαράδοτων, με τις γυναίκες να αναλαμβάνουν τα ηνία και τους άντρες να μένουν στο σπίτι.

roka[1]

Το σκίτσο το οποίο συνόδευε το ποίημα «Πανεπιστημιακά – κι η φοιτήτρια Ροκά» στον «Ρωμηό».

 

Πανεπιστημιακά – κι η φοιτήτρια Ροκά

Τι γυναικείον θρίαμβον κοιτάζω μετά τρόμου
στα λάλα μας εδάφη,
και μακαρίζω τρεις φορές αυτόν τον Οικονόμου,
όστις καθώς εγράφη
«υπό σκοτίων διφθερών έσύλησε σοφίαν»
κι εκίνησε την γλώσσαν μας εις λόγων ευστροφίαν.

Υπέρ αυτού και συ, Ροκά, σκιρτάς μετά των άλλων                                                              
διά κραυγών εξάλλων,
και δρόμο παίρν’ η γλώσσα σου
και δος του κόβει ράβει
και την παρθένον σου ψυχήν το μένος την ανάβει,
κι όλοι παραξενεύονται πώς συ κορίτσι πράμα
με φοιτητάς αρσενικούς δημηγορείς αντάμα.

………………………………………………………
κι εκ των εδράνων της Σχολής κι από των Προπυλαίων
εκσφενδονίζεις κεραυνούς κατά των Αγελαίων.

Βρόντα, φοιτήτρια Ροκά, και μάχιμος προχώρει
να θριαμβεύσει πια κι εδώ το δόλιο μισοφόρι.

………………………………………………………………………..
Εις το φτερό σηκώνονται τα νέα θηλυκά
και παραιτούν την ρόκα των και τρέχουν στην Ροκά,

…………………………………………….

Έτσι λαλεί κι ο Φασουλής από των Προπυλαίων
βρυχώμενος ως λέων:
«Είναι καιρός ν’ ανατραπούν τής φύσεως οι νόμοι,
παντού να γίνει σεβαστή των γυναικών η γνώμη,
εμπρός εις τον ποδόγυρο γονατιστοί να πέσομε
και σαν τον Σαρδανάπαλο φουστάνια να φορέσομε.

………………………………………………………………

Ανέτειλε των γυναικών η γαύρος Βασιλεία
και των ανδρών κατέπεσαν τα πρώτα μεγαλεία.
Μηδέ στο Κοινοβούλιον ακούς ανδρός μιλιά,
παντού γυναίκας απαντώ πανσόφους κι ηρωίδας,
……………………………………………………………………….

Xαίρε λοιπόν, φοιτήτρια, προστάτις μας γενού,
κι εις τούτον τον αναβρασμόν τού κράτους τον μεγάλο
νέα προφήτις Σίβυλλα προς όλους μας φανού
καθώς τής Άρκης η Σειρήν στον Κάρολον των Γάλλων,
κι ας λάμψει χάλυψ φονικός και περικεφαλαία
κι ας καταπέσει τιμωρός η χειρ η ρωμαλέα.

 

Όσο για την πρωταγωνίστρια των πανεπιστημιακών κινητοποιήσεων Θηρεσία Ροκά θα πρέπει να πούμε ότι η τύχη τής επιφύλασσε μία ακόμα «πρωτοτυπία». Αφού πήρε το πτυχίο της, το 1898 αναγορεύθηκε διδάκτωρ και από ένα άρθρο που δημοσιεύτηκε στο Ημερολόγιο τού Σκόκου πληροφορηθήκαμε όλοι ότι «διορίστηκε καθηγητής» (sic) στο Αρσάκειο.

imagesITI1QK9H

Η προτομή τού Γεωργίου Σουρή στον κήπο τού Ζαππείου, έργο τού γλύπτη Γ. Δημητριάδη

Ως άνθρωπος, ο ποιητής Γεώργιος Σουρής, που έκανε επί δύο γενεές τούς Έλληνες να ευθυμούν, «ήταν ολιγόλογος, σοβαρός και μελαγχολικός την όψιν, άκακος ως αρνίον και πρότυπον καλού χριστιανού και οικογενειάρχου». Ονομαστό ήταν το φιλολογικό του σαλόνι, στο οποίο σύχναζαν όλοι οι ποιητές και οι συγγραφείς τής εποχής του. Ο Σουρής πέθανε στο εξοχικό του στο Νέο Φάληρο στις 26 Αυγούστου 1919, σε ηλικία 66 ετών. Το πένθος για τον χαμό του ήταν πανελλήνιο και η κηδεία του έγινε δημοσία δαπάνη με τιμές στρατηγού. Μεταθανάτια τού απονεμήθηκε το παράσημο τού Ανώτατου Ταξιάρχη τού Σωτήρος για τις υπηρεσίες του προς την πατρίδα. Το 1932 στήθηκε η προτομή του στον κήπο τού Ζαππείου.

 

Παναγιώτα Ατσαβέ

Φιλόλογος - ιστορικός