Πηνελόπη Λιδωρίκη. Μια Αρσακειάς «Κυρία επί των Τιμών»

 

Δεν ήταν λίγες οι Ελληνίδες που είχαν πάρει τιμητικές θέσεις στην αυλή τού Όθωνα και τής Αμαλίας. Έτσι η βασίλισσα συγκέντρωνε δίπλα της κόρες αγωνιστών και Φαναριωτών, θέλοντας να τιμήσει όσους αγωνίστηκαν για την ελευθερία τής Ελλάδας, αλλά και για να μαθαίνει τι σκέπτονται οι Έλληνες σχετικά με τα διάφορα ζητήματα που αντιμετώπιζε το κράτος.

Μία από αυτές ήταν η Πηνελόπη Λιδωρίκη, η οποία υπήρξε από τις πλέον διακεκριμένες «Κυρίες των Τιμών». Είχε μεγαλώσει στα χρόνια τού Αγώνα. Η μητέρα της ήταν γόνος μεγάλης ηπειρώτικης οικογένειας, η όμορφη Βασιλική, κόρη τού Αρτινού άρχοντα Ντέμου, ενός από τους πιο πλούσιους Ηπειρώτες. Πατέρας της ήταν ο Αθανάσιος Λιδωρίκης, που είχε γεννηθεί στο Κροκύλειο το 1788. Το 1817 απέκτησαν τον πρώτο τους γιο, τον Νικόλα. Ο Αθανάσιος Λιδωρίκης, μετά τον θάνατο τού Αλή Πασά, συνελήφθη από τους Τούρκους, γιατί ήταν μέλος τής Φιλικής Εταιρίας.

lidoriki2

Η Πηνελόπη Λιδωρίκη σε νεαρή ηλικία

Η γυναίκα του είχε συλληφθεί στην Άρτα, αλλά μόλις γέννησε το κοριτσάκι της κατόρθωσε, με τη βοήθεια τού Μακρυγιάννη, να δραπετεύσει μαζί με το νεογέννητο. Σε όλη τη διάρκεια τού Αγώνα, η Βασιλική τις πιο πολλές φορές βρισκόταν μακριά από τον άντρα της. Εκτός από τα τρία τους παιδιά, τον Νικόλα, την Κλεοπάτρα και τον Αριστομένη, η Βασιλική Λιδωρίκη γέννησε τo 1831 δίδυμα κορίτσια, κάτι που με τις συνθήκες τής εποχής θεωρήθηκε κακοτυχία. Μία από τα δύο αυτά δίδυμα ήταν η Πηνελόπη, που εξελίχθηκε σε μια δυναμική κοπέλα με έφεση στα γράμματα, αφού μιλούσε και έγραφε Ελληνικά και Γαλλικά, κάτι σπάνιο την εποχή εκείνη, όπως αποδεικνύεται από τα χειρόγραφά της. Αργότερα η Πηνελόπη έγραψε σχετικά με τις δυσκολίες που αντιμετώπιζε η μητέρα της: «Ευτυχώς ήσαν χρυσοενδεδυμένες κατά την τότε συνήθειαν και έφερον επί τής κεφαλής μικρόν φέσιον με μαργαρίτας και χρυσά νομίσματα γύρωθεν, πολύτιμα δακτύλια εις τας χείρας, άτινα εχρησίμευσαν κατόπιν προς διατροφήν τής οικογενείας επί πέντε ολόκληρα έτη». Πουλώντας, λοιπόν, αυτά κατάφερε η οικογένεια να περάσει κάμποσο καιρό. Όταν όμως τελείωσαν η Βασιλική Λιδωρίκη «επειδή δεν ηδυνήθη να πωλήσει τους δακτυλίους εκεί, ηναγκάσθη να ξηλώνει τα χρυσά σηράδια των φορεμάτων της, να καίει ταύτα, και τον χυθέντα άργυρον να στέλλει εις τον παντοπώλην, όστις ζυγίζων τούτον, έδινεν απέναντι τής αξίας διάφορα τρόφιμα».

Ο Αθανάσιος Λιδωρίκης κατόρθωσε να δραπετεύσει με τη βοήθεια τού Ομέρ Βρυώνη με τον οποίο συνδεόταν με φιλία από την εποχή που βρίσκονταν και οι δύο στην αυλή τού Αλή Πασά. Με την έναρξη τής Επανάστασης εξελέγη βουλευτής. Κατά την πολιορκία των Αθηνών μετέβη, με αποστολή τής Κυβέρνησης, στη Δυτική Ελλάδα για να ξεσηκώσει τους ευρισκόμενους εκεί στρατιωτικούς. Όταν τελείωσε η Επανάσταση ο Λιδωρίκης θέλησε να φέρει κοντά του, «στ’ Ανάπλι», την οικογένειά του που βρισκόταν μακριά. Η Πηνελόπη στην αυτοβιογραφία της γράφει: «Ενθυμούμαι με πάσας τας λεπτομερείας την αναχώρησίν μας εξ Αμφίσσης, την είσοδόν μου εντός βάρκας εις τας αγκάλας τού αδερφού μου εν Ιτέα και την αναβίβασίν μου εις το ιστιοφόρον, ο μας ανέμενε, διά των χειρών τού αδελφού μου παραδοθείσα εις τας χείρας ενός νέου δεκατετραετούς, όστις ήτο ήδη εντός τού πλοίου πηγαίνοντος υπό την προστασίαν τού πατρός μου να σπουδάσει εις τας Αθήνας. Ο νέος όστις με παρέλαβε από τας χείρας τού αδερφού μου ωνομάζετο Παπαηλιόπουλος και ήτο ο μέλλων σύζυγός μου». Τελικά η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Αθήνα, όπου ο Λιδωρίκης διετέλεσε βουλευτής, γερουσιαστής και βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο. Έγινε δε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1836.

Μετά την απελευθέρωση, η μικρή κόρη τού Λιδωρίκη, η Πηνελόπη, έμαθε τα πρώτα γράμματα στη σχολή Χιλλ και ολοκλήρωσε τις σπουδές της στο Αρσάκειο, όπου ήταν αρίστη μαθήτρια. Μια μέρα η βασίλισσα Αμαλία ζήτησε από τη διευθύντρια τού Αρσακείου Σεβαστή Μάνου να τής συστήσει την καλύτερη μαθήτρια τού Σχολείου. Μετά την πρώτη αυτή γνωριμία και λίγο διάστημα μετά την αποφοίτηση τής Πηνελόπης από το Αρσάκειο με «άριστα», στις αρχές Οκτωβρίου τού 1849 σταμάτησε έξω από το σπίτι τού Λιδωρίκη μια άμαξα τού παλατιού. Η βαρόνη Πλουσκώφ, η «Μεγάλη Κυρία τής Αυλής», βγήκε από την άμαξα και ανέβηκε στο αρχοντικό, όπου ανήγγειλε στην οικογένεια τον διορισμό τής Πηνελόπης στη θέση τής «Κυρίας των Τιμών» στο παλάτι, κάτι που αποτελούσε τιμή για την ίδια και για όλη της την οικογένεια. Την επόμενη ημέρα ένας παλατιανός έφερε τον διορισμό της, που σώζεται ακόμα στο αρχείο της.

«Όθων Ελέω Θεού Βασιλεύς τής Ελλάδος.

Ευαρεστούμεθα να διορίσωμεν και διορίζομεν την Κυρίαν Αθ. Λιδωρίκη Κυρίαν τής Αυλής παρά τη Βασιλίσση, τη φιλτάτη ημών συζύγω, με μισθόν εκατό ογδοήκοντα (180) δραχμών κατά μήνα, πληρωτέον εκ τού Ημετέρου Ταμείου.

Προς τούτοις δε χορηγούμεν εις αυτήν την τράπεζαν, κατοικίαν, θερμασίαν, τον φωτισμόν, τα τυχόν αναγκαία ιατρικά εκ του Ημετέρου φαρμακοποιείου και τη επιτρέπομεν την χρήσιν αυλικού οχήματος.

Εν Αθήναις τη 7 Οκτωβρίου 1849

Όθων (σφραγίδα)»

Έτσι, μόλις στα δεκαοχτώ της χρόνια, η Πηνελόπη βρέθηκε στο παλάτι ως «Κυρία των τιμών», μια θέση τιμητική και επίζηλη. Η Πηνελόπη δεν ήταν «πεντάμορφη» όπως η μεγάλη της αδελφή Κλεοπάτρα, η οποία το 1837, μαθήτρια τότε, προσέφερε εκ μέρους τής σχολής της ανθοδέσμη στη βασίλισσα Αμαλία κατά την άφιξή της στην Αθήνα. Τότε «έμεινε έκθαμβος επί τω κάλλει η άνασσα». Η Κλεοπάτρα, όμως, πέθανε νέα, το βράδυ τής ημέρας τού Ευαγγελισμού τού 1843. Και η Πηνελόπη όμως ήταν αρκετά όμορφη. Πάντα ντυνόταν με την εθνική φορεσιά, που ταίριαζε στην κορμοστασιά της και στη νεανική της χάρη. Είχε δική της προσωπικότητα, ελληνική κατατομή, ήταν ευγενική, γλυκομίλητη, απλή και καταδεκτική στους τρόπους, άδολη και αυθόρμητη, με λεπτότητα πνεύματος, δίκαιη στην κρίση της, αγαθή και δυναμική. Αυτά όλα ήταν αρκετά για να γίνει αγαπητή στο παλάτι. Η βασίλισσα Αμαλία τη θεωρούσε τυχερή και την είχε σαν παιδί της, αφού ήταν άλλωστε η πιο μικρή τής αυλής. Παρ’ όλο που ήταν μικρή στα χρόνια, με τα τόσα της χαρίσματα όλοι οι παλατιανοί, ακόμα και αυτοί οι αγωνιστές, την ξεχώριζαν από τις άλλες κυρίες των τιμών και το υπηρετικό προσωπικό τη λάτρευε.

lidoriki3

Η Πηνελόπη Λιδωρίκη σε μεγαλύτερη ηλικία

Η Πηνελόπη έμεινε στην τιμητική αυτή θέση περίπου δέκα χρόνια. Συνόδευσε τη βασίλισσα δύο φορές σε ταξίδια στην Ευρώπη, εντυπωσιάζοντας όσους τη γνώριζαν. Από παντού άκουγε κολακευτικά λόγια, ακόμα και από τον τσάρο Αλέξανδρο Β΄. Για τη δεκάχρονη παραμονή της στο παλάτι γράφει πολλά στο βιβλίο της. Γνώρισε καλά αρκετούς πολιτικούς και αγωνιστές, ιστόρησε με θάρρος τις δύσκολες αλλά και τις καλές ημέρες που πέρασε κοντά στους βασιλείς.

Τα Θεοφάνια τού 1858 πραγματοποιήθηκαν στη Χαλκίδα τα εγκαίνια τής καινούργιας κινητής γέφυρας τού Ευρίπου. Το βασιλικό ζεύγος παρευρέθη συνοδευόμενο από την Πηνελόπη. Τότε έτυχε να γνωρίσει τον νομάρχη Ευβοίας Ηλία Παπαηλιόπουλο. Είχε γεννηθεί και αυτός στην Άμφισσα το 1817. Γιος τού προεστού, αγωνιστή και γερουσιαστή Ασημάκη Παπαηλιόπουλου, ήταν μορφωμένος και δυναμικός άνθρωπος. Είχε διατελέσει γραμματέας τού υπουργικού συμβουλίου και στη συνέχεια νομάρχης σε διάφορες περιοχές και στην Εύβοια. Σε δικές του ενέργειες οφείλεται η κατασκευή τής κινητής γέφυρας τού Ευρίπου. Δέκα μέρες μετά τη γνωριμία τους στη Χαλκίδα, στις 17 Ιανουαρίου 1858, η Πηνελόπη Λιδωρίκη και ο Ηλίας Παπαηλιόπουλος αρραβωνιάστηκαν. Ο γάμος τους έγινε στις 20 Απριλίου τού ιδίου έτους.

Η βασίλισσα Αμαλία, για να τιμήσει την αγαπημένη της «κυρία τής Αυλής», επέτρεψε να πραγματοποιηθεί με μεγαλοπρέπεια ο γάμος της στο παλάτι, παρουσία των βασιλέων και των παλατιανών. Κουμπάρος ήταν ο τότε πρωθυπουργός Αθανάσιος Μιαούλης. Η βασίλισσα, κατά τα γραφόμενα εφημερίδας τής εποχής, «εδώρησεν εις την Πηνελόπην δύο κιβώτια περιεκτικά πλήρους συλλογής τραπεζικών σκευών και έν βραχιόλιον υπερβαλλόντως βαρύτιμον». Και η νύφη «μετά την τέλεσιν των γάμων της εδωρήσατο τοις υπηρέταις τής αυλής και ιδίως ταις υπηρετρίαις ανά 4 και 5 φλωρία εκάστη». Την ημέρα τού γάμου τής Πηνελόπης οι βασιλείς έγραψαν, με το ίδιο τους το χέρι, στο λεύκωμά της τα παρακάτω:

«Τη καλή και αγαθή κυρία Πηνελόπη Αθ. Λιδωρίκη κατά την ημέραν τού γάμου αυτής εύχομαι παν καλόν και αγαθόν.

Εν Αθήναις τη 20 Απριλίου 1858

Όθων»

Και στην άλλη σελίδα η βασίλισσα έγραψε στα Γαλλικά:

«Ο Θεός να σας ευλογήσει, αγαπητό μου παιδί.

Αθήναι 20 Απριλίου 1858

Αμαλία»

 

 

Στις 22 Οκτωβρίου 1862 και ενώ το βασιλικό ζεύγος βρισκόταν σε περιοδεία στην επαρχία, ξέσπασε επανάσταση στην Αιτωλοακαρνανία που είχε αντίκτυπο και στην Αθήνα. Ο Όθων και η Αμαλία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν την Ελλάδα στις 23 Οκτωβρίου 1862 με το αγγλικό πολεμικό «Σκύλλα». Κατέφυγαν στο Μόναχο και αργότερα στη Βαμβέργη. Ο Όθωνας, όμως, ποτέ δεν παραιτήθηκε από τον θρόνο του. Μετά την έξωσή του, ο σύζυγος τής Πηνελόπης Λιδωρίκη Ηλίας Παπαηλιόπουλος νοίκιασε τον πύργο τής βασιλίσσης στο Ίλιον, τον οποίο αγόρασε ο Σίμων Σίνας το 1870. Πάντως Πηνελόπη Λιδωρίκη-Παπαηλιοπούλου διατηρούσε πάντα τις καλύτερες αναμνήσεις από τους βασιλείς.

Το 1898 κυκλοφόρησε στην Αθήνα ένα πολυσέλιδο βιβλίο, στο οποίο όμως δεν υπήρχε όνομα συγγραφέα. Είχε τον τίτλο «Σελίδες τινές τής ιστορίας τού βασιλέως Όθωνος». Ήταν γραμμένο σε τύπο «επιστολών», όπως συνήθιζαν τότε. Ο άγνωστος συγγραφέας έστελνε στον λόγιο Φίλιππο Οικονομίδη επιστολές με πληροφορίες που ήθελε, προκειμένου να συνθέσει τη βιογραφία τού Νικόλα Λιδωρίκη, φίλου και γραμματέα τού πρεσβευτή στη Βιέννη βαρώνου Σίνα. Το βιβλίο είναι δυσεύρετο σήμερα, όμως την εποχή εκείνη έκανε μεγάλη εντύπωση γιατί, με πρόσχημα την εξιστόρηση τής ζωής τού Λιδωρίκη, ο συγγραφέας ξεκινούσε από τη βρεφική του ηλικία, μιλούσε για την Επανάσταση τού 1821 και τελείωνε με τον θάνατο τού βασιλιά Όθωνα. Πραγματευόταν, δηλαδή, μια ολόκληρη εποχή. Είναι καλογραμμένο, με χάρη, με παρατηρητικότητα, αντικειμενικό και ενίοτε αυστηρό. Στις τετρακόσιες σελίδες του βρίσκονταν καινούργιες ιστορικές πληροφορίες και επεισόδια γραμμένα με κέφι. Παρουσίαζε πρόσωπα γνώριμα και άγνωστα, που πήραν θέση σε δύσκολες στιγμές τού κράτους, εξιστορώντας ακόμα και τις ενέργειες που έγιναν τότε για να επανέλθει στην Ελλάδα ο εξόριστος Όθων. Ήταν σαφές ότι ο συγγραφέας τού βιβλίου πρέπει να είχε ζήσει ο ίδιος τα γεγονότα που περιέγραφε και να γνώριζε καλά τα πρόσωπα για τα οποία μιλούσε. Για να συμβαίνει αυτό θα έπρεπε να είχε ζήσει στο παλάτι. Κάποια εφημερίδα τής εποχής έγραψε: «είναι πόνημα θυμοσόφου τινός φιλαλήθους γέροντος, όστις ωρμήθη υπό αγνής φιλοτιμίας να χαράξει τας αξιολογωτάτας των αναμνήσεων τής νεανικής και ανδρικής αυτού ηλικίας, διελθούσης διά μέσου τής ιστορικής δίνης μίας ολοκλήρου γενεάς από τής μεγάλης ημών εθνικής Επαναστάσεως μέχρι τής μεταπολιτεύσεως τού 1862».

Όμως ο συγγραφέας τού βιβλίου θα πρέπει να γνώριζε πολύ καλά όλη την οικογένεια Λιδωρίκη ή να ήταν μέλος της. Τα περιστατικά που αναφέρονται είναι καθαρά οικογενειακά και λίγοι μπορούσαν να τα ξέρουν. Όλοι τους τότε θεωρούσαν πως ήταν «φιλοπόνημα θυμοσόφου τινός φιλαλήθους γέροντος». Και όμως το βιβλίο αυτό ήταν έργο μίας γυναίκας, τής Πηνελόπης Λιδωρίκη-Παπαηλιοπούλου. Η ίδια η συγγραφέας από ταπεινοφροσύνη το αρνιόταν και άφηνε να αποδίδεται το έργο στον αδελφό της Νικόλαο. Όμως σιγά-σιγά η πληροφορία έγινε κοινό μυστικό. Άλλωστε η Πηνελόπη είχε γράψει και δημοσιεύσει διάφορα άρθρα στην «Εφημερίδα των Κυριών» και σε άλλα έντυπα. Το 1894, σε ηλικία 73 ετών, η Πηνελόπη Λιδωρίκη έγραψε την βιογραφία της σε 5 σελίδες, αποσπάσματα τής οποίας δημοσίευσε ο Τ. Λάππας. Πέθανε στην Αθήνα το 1905.

 

Παναγιώτα Ατσαβέ

φιλόλογος ‒ ιστορικός

  • Το κείμενο βασίζεται σε πληροφορίες από τα βιβλία «Ρομαντική Αθήνα» και «Η Αθήνα στου Όθωνα τα χρόνια» τού Γιάννη Καιροφύλα, στο βιβλίο τού Κώστα Καιροφύλα «Η Αθήνα την εποχή τού Όθωνα» και στη δημοσίευση τού Τάκη Λάππα στο περιοδικό «Στερεά Ελλάς» (τεύχη Φεβρ., Μαρτ., Απριλ. 1972.