Η θεμελίωση τού Αρσακείου Μεγάρου (Τετάρτη 10 Μαρτίου 1846)

H πρωτεύουσα τού ελληνικού κράτους έπαιρνε σιγά-σιγά μια νέα όψη. Θα έλεγε κανείς ότι το «μεγάλο χωρίον το εξελισσόμενον εις πρωτεύουσα» είχε αρχίσει να βρίσκει τον δρόμο του. Οι Βαυαροί μηχανικοί έβαλαν στόχο να αποβάλει η πόλη την τουρκική όψη και γι’ αυτό χάραξαν δύο κεντρικές αρτηρίες: την Αιόλου και την Ερμού, οι οποίες τέμνονταν, χωρίζοντας την πόλη σε 4 τμήματα, στα οποία διαιρέθηκε αστυνομικώς η Αθήνα. Τα δύο νοτιοδυτικά τμήματα, δηλ. το Α΄ (Πλάκα) και το Δ΄ (Ψυρρή) ήταν τα πλέον συμπαγή και πυκνοκατοικημένα. Μάλιστα το Α΄ (η σημερινή Πλάκα) είχε τις αριστοκρατικότερες κατοικίες. Το Β΄ και το Γ΄ ήταν αραιοκατοικημένα και περιελάμβαναν συνοικίες που σήμερα αποτελούν την καρδιά τής πόλης. Τότε όμως ήταν απομακρυσμένα προάστια. Όλα αυτά άλλαξαν, βέβαια, με την οικοδόμηση των Ανακτόρων. Η Αθήνα άρχισε να επεκτείνεται προς τα Ανάκτορα (Β), ενώ από το 1841 το Πανεπιστήμιο έδωσε ζωή στο Γ΄ τμήμα και σιγά-σιγά στην περιοχή που ήταν γνωστή ως Προάστιο δημιουργήθηκε η κεντρική σήμερα συνοικία τής Νεάπολης και των Εξαρχείων.

Λεπτομέρεια από το «μοντέλο τής πόλεως των Αθηνών τού 1842» των Ιωάννη Τραυλού και Νικηφόρου Γερασίμωφ, που βρίσκεται στο Μουσείο τής Πόλεως των Αθηνών. Σημειώνονται: α) το οικόπεδο που αγόρασε η Φ.Ε., β) το κτήριο τού Πανεπιστημίου Αθηνών, γ) το κτήριο τής Βασιλικής Τυπογραφίας, που κτίστηκε μόλις έγινε πρωτεύουσα η Αθήνα (1834), δ) το Προάστιο, δηλαδή η «φοιτητική» συνοικία που δημιουργήθηκε πίσω από το Πανεπιστήμιο, η σημερινή Νεάπολη και τα Εξάρχεια.

Στο Γ΄ τμήμα τής πόλεως, λοιπόν, λίγο πιο κάτω από το Πανεπιστήμιο, στο Μεγάλο Βουλβάρτο (Πανεπιστημίου), βρισκόταν και το οικόπεδο που αγόρασε η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία το 1842 από τη μονή τής Ζωοδόχου Πηγής τής Άνδρου με τη μεσολάβηση τής βασίλισσας Αμαλίας για την επίτευξη λογικότερης τιμής. «Είπαμε να τους βοηθήσουμε να κτίσουν ένα σχολείο κι αυτοί πήγαν και το έκτισαν στού διαόλου τη μάνα», είπε ένας δημοτικός σύμβουλος. Πού να φανταζόταν ότι μέσα σε λίγα μόλις χρόνια η περιοχή αυτή θα ήταν το πνευματικό κέντρο τής πόλης!

Μετά τη διαμάχη μεταξύ τού Κλεάνθη και τού Καυταντζόγλου για τα σχέδια τού Σχολείου, το Δ.Σ. προσπάθησε να βρει μια συναινετική λύση και επέβαλε στον Λ. Καυτανζόγλου να λάβει υπ’ όψιν του τις παρατηρήσεις τού Στ. Κλεάνθη και να τροποποιήσει τα σχέδιά του. Έτσι το 1846 όλα ήταν έτοιμα για την τελετή τοποθέτησης τού θεμέλιου λίθου.

sxedia klean

Τα σχέδια που εκπόνησε ο Λύσανδρος Καυταντζόγλου για την ανέγερση τού Σχολείου τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

Εν τω μεταξύ πολλά είχαν αλλάξει στην πόλη. Μετά τα γεγονότα τού Σεπτεμβρίου τού 1843, ο Όθων είχε κάνει δεκτά τα αιτήματα των επαναστατών και το πολίτευμα τής χώρας από «απόλυτη μοναρχία» είχε γίνει «συνταγματική μοναρχία». Η ηρεμία φάνηκε να ξαναγυρίζει στην Αθήνα. Το μόνο θέμα που εξακολουθούσε να συζητείται μεταξύ των πιστών ήταν «το Αυτοκέφαλον» τής Εκκλησίας τής Ελλάδος, που είχε επικυρώσει ο Όθων από το 1833 αλλά δεν είχε αποδεχθεί το Οικουμενικό Πατριαρχείο. Όμως, το 1844 η Εθνοσυνέλευση επικύρωσε τον Καταστατικό Χάρτη τής Εκκλησίας τής Ελλάδος παρά τις αντιδράσεις τού Πατριαρχείου. Το θέμα αυτό απασχολούσε όχι μόνο τους διοικούντες αλλά και τους πιστούς. Έτσι οι διαμάχες από τους κόλπους τής Εκκλησίας είχαν μεταφερθεί σε ιδιωτικές συζητήσεις στον δρόμο και στα καφενεία τής πόλης, ενώ οι διοικούντες προσπαθούσαν να επικοινωνήσουν με το Πατριαρχείο για να δοθεί λύση στο θέμα και να μην αποτελεί ένα ακόμα λόγο διχόνοιας.

Από το 1846 πρωθυπουργός τής Ελλάδας ήταν ο Ιωάννης Κωλέττης για 2η φορά από την έλευση τού Όθωνα, αλλά για πρώτη φορά μετά την εγκαθίδρυση τού πολιτεύματος τής συνταγματικής μοναρχίας. Ο ενθουσιώδης πολιτικός για πρώτη φορά αναφέρθηκε στη «Μεγάλη Ιδέα», υποδαυλίζοντας την επιθυμία των Ελλήνων για απελευθέρωση των υπόδουλωνν αδελφών τους.

Εν τω μεταξύ το Δ.Σ. τής Φ.Ε. στη συνεδρίαση τής 2ας Νοεμβρίου 1841 ανακοίνωσε ότι βρέθηκε κατάλληλο οικόπεδο, «κείμενον εις την οδόν Σταδίου, αντικρύ τής Βασιλικής Τυπογραφίας», με έκταση 9.000 τ. πήχεων. Οπότε ελήφθη η απόφαση να αγοραστεί προς 2 δρχ. τον πήχη. Τότε συστήθηκε επιτροπή από τους Αποστολίδη, Σίμο, Δόσιο και Κλεάνθη, η οποία ανέλαβε την εκπόνηση σχεδίου και τον προϋπολογισμό των σχετικών εξόδων. Στο τέλος τού μήνα συνεκλήθη έκτακτη συνέλευση των μελών για την έγκριση τού σχεδίου. Τότε ανακοινώθηκε και η δωρεά τής Ιεράς Μονής Ζωοδόχου Πηγής Άνδρου, η οποία προσέφερε δωρεάν το υπόλοιπο τού οικοπέδου που τής ανήκε (1.225 τ.π.). Στη συνέχεια εκπονήθηκε το σχέδιο «καθ’ όλας αυτού τας επόψεις». Το εκπαιδευτήριο θα είχε έκταση 1.225 τ.π. και θα περιελάμβανε οικοτροφείο για 100 κοπέλες, αίθουσες διδασκαλίας, μικρό ναό, αλληλοδιδακτικό και νηπιακό σχολείο. Η δαπάνη αναμενόταν να φθάσει τις 100.000 δρχ. Αν σε αυτές τις εργασίες προστεθεί και η κατασκευή των απαραίτητων βοηθητικών χώρων (μαγειρείο, πλυσταριό κ.ά.) τα έξοδα θα ανέρχονταν σε 120.000 δρχ.

Από το ποσό αυτό η Εταιρεία διέθετε μόνο 20.000 δρχ. Υπολόγιζε όμως ότι με τη βοήθεια των ευεργετών, τού Δήμου Αθηναίων, τής βασίλισσας Αμαλίας, τού κλήρου και των μελών τής Εταιρείας τα χρήματα θα μπορούσαν να συγκεντρωθούν. Από τη Ρουμανία (το Γαλάζιο) είχε ήδη παραγγελθεί ξυλεία, η οποία θα μεταφερόταν με έξοδα τού κράτους, κάτι που θα μπορούσε να μειώσει τον προϋπολογισμό κατά 15.000 δρχ.

003c-gravoura

Το Αρσάκειο Μέγαρο όπως αποτυπώνεται σε γκραβούρα τής εποχής. Η οικοδομή κατέστη δυνατόν να ολοκληρωθεί μόνο κατόπιν τής δωρεάς τού Απόστολου Αρσάκη.

Με αυτές τις αισιόδοξες προβλέψεις αποφασίστηκε να τεθεί ο θεμέλιος λίθος με κάθε επισημότητα την Τετάρτη 10 Μαρτίου 1846. Στο οικόπεδο τής ΦΕ συγκεντρώθηκε από νωρίς πολύς κόσμος. Ο πρόεδρος τής Φ.Ε. Ανδρέας Μεταξάς, πρώην πρωθυπουργός και αρχηγός τού Ρωσικού κόμματος, ο αντιπρόεδρος Χριστόδουλος Κλωνάρης, Ηπειρώτης νομικός και πολιτικός, πρώτος πρόεδρος τού Αρείου Πάγου και καθηγητής στη Νομική Σχολή τού Πανεπιστημίου, ο γενικός γραμματέας Δημήτριος Φωτήλας, ο οποίος στα αρχεία τής Φ.Ε. αναφέρεται ως πάρεδρος τού Αρείου Πάγου, αλλά και σύσσωμο το Διοικητικό Συμβούλιο που αποτελείτο από τον Νεόφυτο Βάμβα, έναν από τους σημαντικότερους «διδασκάλους τού Γένους», τον Ηπειρώτη λόγιο και καθηγητή Πανεπιστημίου Κωνσταντίνο Ασώπιο, τον ιστορικό και εκδότη Ιωάννη Φιλήμονα, τον αρεοπαγίτη Δρόσο Δρόσο, τον βουλευτή Ευστάθιο Σίμο, που αργότερα έγινε γενικός γραμματέας τής Φ.Ε., τον λόγιο Σταμάτη Δάρα, τον Στ. Αγέλαστο και τον φίλο τού Απόστολου Αρσάκη Ανέστη Χατζόπουλο. Μαζί με αυτούς πολιτικοί όπως ο Αλεξ. Μαυροκορδάτος, ο Δημ. Ζαΐμης, ο δήμαρχος Αθηναίων Σπυρίδων Μπενιζέλος, πολλοί από τους δοξασμένος στρατηγούς τού 1821, πολλοί εταίροι, γονείς, αλλά και πλήθος περιέργων που είχαν φροντίσει να πάρουν θέση περιμένοντας το γεγονός. Παρουσία σεμνή και διακριτική η διευθύντρια τού Σχολείου τής Φ.Ε. Σεβαστή Μάνου. Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ έφθασε εγκαίρως για να ευλογήσει την τελετή.

Η βασίλισσα Αμαλία είχε κάθε λόγο να είναι χαρούμενη. Αγαπούσε το Σχολείο τής Φ.Ε., το οποίο είχε θέσει υπό την προστασία της. Παρά το γεγονός ότι η ίδια και ο Όθων δεν ήταν ορθόδοξοι, χειριζόταν με προσοχή, ενδιαφέρον και στοργή τα θέματα τής Φ.Ε., γιατί ως γυναίκα γνώριζε ότι η μόρφωση των κοριτσιών μόνο καλό προοιώνιζε για τον τόπο. Έτσι δεν άργησε να φτάσει με τη βασιλική άμαξα συνοδευόμενη από κυρίες των τιμών. H τελετή ήταν συγκινητική και σύντομη. Όλοι ήλπιζαν να τελειώσει το έργο σύντομα, ώστε να αποκτήσει επιτέλους η Εταιρεία ένα ιδιόκτητο σχολείο.

Βέβαια, η ανοικοδόμηση τού μεγάρου ήταν έργο δυσχερές και πολυδάπανο, καθώς τα περισσότερα υλικά έπρεπε να εισαχθούν από το εξωτερικό. Έτσι, παρά τη σημαντική συνεισφορά τής ομογένειας σε χρήματα και οικοδομικά υλικά (οι Έλληνες τής Ρουμανίας, επί παραδείγματι, είχαν προσφέρει την απαραίτητη ξυλεία), ο αρχικός προϋπολογισμός σύντομα ξεπεράστηκε και τα χρέη τής Εταιρείας άρχισαν να διογκώνονται. Οπότε σύντομα τα έργα σταμάτησαν ελλείψει πόρων, έως ότου η γενναία δωρεά τού εγκατεστημένου στη Ρουμανία βλαχικής καταγωγής ιατρού και πολιτικού Απόστολου Αρσάκη έδωσε λύση στο πρόβλημα.

Τα εγκαίνια τού Αρσακείου Μεγάρου τελέστηκαν το καλοκαίρι τού 1853, χωρίς ιδιαίτερη λαμπρότητα και δυστυχώς χωρίς την παρουσία τού ευεργέτη, διότι είχε ξεσπάσει πια ο Κριμαϊκός πόλεμος.

 

Παναγιώτα Αναστ. Ατσαβέ

φιλόλογος ‒ ιστορικός

  • Το κείμενο βασίζεται σε στοιχεία από το Αρχείο τής Φ.Ε., τα Πρακτικά τού Δ.Σ. τής Φ.Ε. και την ανέκδοτη ιστορία τού Στεφ. Γαλάτη με τίτλο «Ιστορία τής εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας».