Η πρώτη αναφορά σε Γενική Συνέλευση τής Φ.Ε. για την ίδρυση σχολείου θηλέων

Η Αθήνα τού 1836 ήταν πρωτεύουσα τής Ελλάδος. Κατεστραμμένη από τις αλλεπάλληλες πολιορκίες τού κάστρου τής Ακρόπολης, επελέγη από τον Όθωνα, λόγω τού ενδόξου παρελθόντος της, να γίνει πρωτεύουσα τού νεοσύστατου ελληνικού κράτους. Χωματένιοι δρόμοι, πλινθόκτιστα σπίτια ανάμεσα σε ερείπια αρχαίων ναών και ένα πλήθος ανθρώπων που προσπαθούσε να ξαναβάλει σε τάξη τη ζωή τους έπρεπε να υποδεχθούν τον Όθωνα, τους Βαυαρούς και πλήθος κυβερνητικών υπαλλήλων που αναζητούσαν κατοικία στη νέα πρωτεύουσα. Σε αυτούς προστέθηκαν αγωνιστές τού 1821, οι φραγκοφορεμένοι Έλληνες τού εξωτερικού, Φαναριώτες, αλλά και πολλοί ξένοι Φιλέλληνες και ιεραπόστολοι, οι οποίοι, παραμένοντας στην Αθήνα ο καθένας για δικούς του λόγους, αγόρασαν σπίτια από τους Τούρκους που έφευγαν. Αυτή η πόλη, λοιπόν, καλείτο να αποτινάξει το πρόσφατο παρελθόν της και να συνταιριάξει ένα παράταιρο πλήθος ανθρώπων, να καταπολεμήσει τις προλήψεις που επιβίωναν από την περίοδο τής Τουρκοκρατίας και να θέσει τις βάσεις για τη διοίκηση του κράτους.

athens 1936

Η Αθήνα το 1836. Η Εκκλησία της Γοργοεπηκόου στην Πλάκα. Έργο του Γάλλου ζωγράφου Peytier.

Τα προβλήματα ήταν πολλά. Έπρεπε να εκπονηθεί ρυμοτομικό σχέδιο για την επέκταση τής πόλης, να κτιστεί το παλάτι, να οργανωθεί η διοίκηση, η οικονομία, η παιδεία, η νομοθεσία και τόσοι άλλοι τομείς. Προτεραιότητα δόθηκε στην εκπαίδευση των αγοριών γιατί, σύμφωνα με τις αντιλήψεις τής εποχής, αυτοί θα ήταν οι κυβερνήτες τού μέλλοντος. Έτσι το ΒΔ τής 6ης/18ης Φεβρουαρίου 1834 για την οργάνωση των δημοτικών σχολείων, αναφερόμενο στην αγωγή των κοριτσιών όριζε: «Τα σχολεία των κορασίων, όπου τούτο είναι δυνατόν, πρέπει να είναι χωριστά των παίδων, να προΐστανται δε αυτών διδασκάλισσαι. Εις κορασίων σχολεία δε, θέλει γίγνεσθαι γύμνασις εις γυναικεία εργόχειρα». Εδώ η φράση κλειδί είναι το «όπου αυτό είναι δυνατόν». Οι δήμοι, δηλαδή, έπρεπε να βρουν χωριστό κτήριο, να το εξοπλίσουν, να πληρώσουν δασκάλα (αρχικά δεν υπήρχαν και πολλές) και να συντηρήσουν ένα σχολείο θηλέων. Όσο για την συμφοίτηση κοριτσιών και αγοριών σε μικτό σχολείο, αυτή ήταν σχεδόν απαγορευτική, λόγω των ηθών τής εποχής. Με δυο λόγια η εκπαίδευση των κοριτσιών όχι μόνο δεν είχε προτεραιότητα αλλά ούτε και ελπίδα.

Οι Ορθόδοξοι Έλληνες έβλεπαν με λύπη ότι ο βασιλιάς τους αν και Χριστιανός δεν ανήκε στο ίδιο δόγμα. Η ελληνική Εκκλησία από τον 8ο αιώνα μέχρι το 1833 υπαγόταν στο Οικουμενικό Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως. Το 1833 οι Βαυαροί αντιβασιλείς διακήρυξαν την ανεξαρτησία τής ελλαδικής Εκκλησίας, όπως εισηγήθηκε ο Θεόκλητος Φαρμακίδης, ώστε να μην έχουν οι Τούρκοι τη δυνατότητα να την εκβιάζουν μέσω τού Πατριαρχείου. Ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως όμως δεν αποδέχθηκε την απόσχιση και η αυτοκεφαλία τής ελληνικής Εκκλησίας αναγνωρίστηκε το 1850. Εν τω μεταξύ στην Ελλάδα το γεγονός είχε αρχίσει να γίνεται θέμα συζήτησης αλλά και αιτία διχόνοιας.

Την εποχή εκείνη στις ΗΠΑ είχαν ιδρυθεί δύο ιεραποστολικές εταιρείες με σκοπό τη διάδοση τού Ευαγγελίου σύμφωνα με τις αρχές τού Καλβίνου. Οι πρεσβυτεριανοί (Presviterians) και οι επισκοπελιανοί (Episcopals). Οι εταιρείες αυτές είχαν αρχίσει να δραστηριοποιούνται και στον ελλαδικό χώρο, κυρίως στον τομέα τής εκπαίδευσης των θηλέων, σπεύδοντας να καλύψουν την αδυναμία τού κράτους σε αυτό τον τομέα, με αποτέλεσμα να μονοπωλούν τη μόρφωση των Ελληνίδων.[1]

Vrisvartz

Η οικία Βράιτσμπρίτζ στη γωνία των οδών Νικοδήμου και Θουκυδίδου στην Πλάκα όπου στεγάσθηκε αρχικά η σχολή Χίλλ και αργότερα το Οικοτροφείο του Αρσακείου.

Ο Ι. Κοκκώνης, ως Διευθυντής του πρώτου Διδασκαλείου και γενικός Επιθεωρητής των Δημοτικών Σχολείων, γνώριζε πολύ καλά την κατάσταση στην εκπαίδευση, καθώς και ότι «τοιαύτα σχολεία θηλέων είναι ολιγώτατα» και ότι « η σημερινή κατάστασις των Δήμων και η έλλειψις Διδασκαλισσών» θα αποτελούσε το μόνιμο εμπόδιο για τη δημιουργία τους. Γι’ αυτό πίστευε ότι «Σχολείον πρότυπον εις μόρφωσιν Διδασκαλισσών είναι αναγκαιότατον να συστηθή εις την πρωτεύουσαν, καθώς περί τούτου διατάττει ο νόμος προνοούμενος την εκπαίδευσιν και τού γυναικείου γένους».[2]

Λίγους μήνες πριν από την έκθεσή του αυτή, τον Ιούλιο τού 1836 ο Ι. Κοκκώνης είχε θέσει τις βάσεις για τη δημιουργία τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας με τη συμπαράσταση τού Γεώργιου Γεννάδιου, τού Αρχιμανδρίτη Μισαήλ Αποστολίδη και 73 ιδρυτικών μελών. Σύμφωνα με τον «Διοργανισμό» της «Σκοπός τής Εταιρίας ταύτης είναι η πρόοδος των Δημοτικών σχολείων και η στοιχειώδης εκπαίδευσις τού λαού[3]. Όντας ο ίδιος βαθύτατα θρησκευόμενο άτομο είναι σαφές ότι έβλεπε με καχυποψία το γεγονός ότι Αγγλικανοί και άλλοι ιεραπόστολοι είχαν μονοπωλήσει τις πρωτοβουλίες για την εκπαίδευση «των κορασίων», διαβλέποντας ένα πνεύμα «προσηλιτισμού». Στην Αθήνα από τις 18 μαθήτριες τού σχολείου Χιλλ οι 11 ήταν υπότροφοι τής κυβέρνησης και από τις 16 τού σχολείoυ τής Volmerange υπότροφοι ήταν oι 14. Ο Κοκκώνης πήρε τη μεγάλη απόφαση όταν πληροφορήθηκε ότι ο ιεραπόστολος John Hill ζητούσε από τον Όθωνα υποτροφίες προκειμένου να ιδρύσει διδασκαλείο θηλέων. Επειδή στη στοιχειώδη εκπαίδευση τού λαού σίγουρα περιλαμβάνονταν τα κορίτσια, οι αυριανές μητέρες και σύζυγοι, ο Κοκκώνης πίστευε ότι έπρεπε να μορφωθούν. Έτσι έπεισε το Δ.Σ. τής Φ.Ε. να προχωρήσει, παράλληλα με τους άλλους στόχους της, στη δημιουργία σχολείου και διδασκαλείου «κορασίων». Στην πρότασή του αντέδρασαν πολλοί εκ των μελών τής Φ.Ε. και στράφηκαν εναντίον του. Αντίθετος με την ιδέα αυτή ήταν και ο Αλέξανδρος Ραγκαβής, ο οποίος αποχώρησε κατηγορώντας τον Κοκκώνη ότι ο λόγος που τον ώθησε να πείσει το Δ.Σ. τής Φ.Ε. να εστιάσει τις προσπάθειές του στην «εκπαίδευσιν των κορασίων» δεν ήταν το ενδιαφέρον του για τη μόρφωση των γυναικών, αλλά ο φόβος του μήπως η εκπαίδευση των Ελληνίδων αφεθεί, λόγω συνθηκών, στα χέρια μισσιονάριων. Την άποψη ασπάστηκε και ο Π. Καρολίδης, ο οποίος στη «Σύγχρονον ιστορία των Ελλήνων και των λοιπών λαών τής Ανατολής, 1821-1921» κατηγόρησε τον Κοκκώνη ότι στόχος του δεν ήταν η μόρφωση των «κορασίων», αλλά ο φόβος τού προσηλυτισμού. Βέβαια ο ίδιος ο Κοκκώνης, το 1839, σε έκθεσή του «Περί τής ενεστώσης καταστάσεως τής Δημοτικής εκπαιδεύσεως» σημειώνει για τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία: «Αύτη, έχουσα μόνον σκοπόν το να βοηθή εις την διάδοσιν τής στοιχειώδους εκπαιδεύσεως μεταξύ τού λαού, απεδέχθη προς τοις άλλοις και έργον επωφελέστατον προς το παρόν και αναγκαιότατον, το να μορφώση ιδίως διδασκαλίσσας προς εκπαίδευσιν των κορασίων».

 kokkonis3[1]

Ο Ιωάννης Κοκκώνης, έργο του ζωγράφου Σ. Πορσαλεντη από τη πινακοθήκη της ΦΕ.

Την Πέμπτη 31 Ιανουαρίου 1837 διεξήχθη η ιστορική Γενική Συνέλευση των μελών τής Φ.Ε. στην οποία ο Ιωάννης Κοκκώνης έκανε λόγο πρώτη φορά για την απόφαση ίδρυσης «Σχολείου Κορασίων». Μετά από μια σύντομη εισαγωγή, στην οποία ενημέρωνε τα μέλη ότι το κράτος κάνει ό,τι μπορεί για την παιδεία, αλλά και πάλι, παρά τις «συνεισφορές των φιλομούσων», αδυνατεί να καλύψει τις ελλείψεις, τους ανακοίνωσε ότι η Φ.Ε. θα βοηθήσει «τους αποδεδειγμένως πτωχούς δήμους, οίτινες δεν δύνανται να διατηρώσι ολικώς το υλικόν των σχολείων» και ότι θα ανταμείψουν όσους, παρά την αδιαφορία προς την παιδεία που πολλές φορές επιδεικνύεται, θα έχουν τα καλύτερα αποτελέσματα κατά τις εξετάσεις. Και συνέχισε: «Άλλον τρίτον σπουδαιότατον και ωφελιμώτατον, τού οποίου όμως η καθ’ ολοκληρίαν εκτέλεσις υπερβαίνει κατά το παρόν τας δυνάμεις τής Εταιρείας, είναι η σύστασις σχολείου, προτύπου εις μαθήτευσιν και διάπλασιν διδασκαλισσών. Η Κυβέρνησις συντηρεί διδασκαλείον και υποτρόφους προς μόρφωσιν διδασκάλων˙ ήτον άξιον τής Εταιρείας να φανή ότι συστήνει και διατηρεί και αυτή από μέρους των φιλομούσων πολιτών όμοιον κατάστημα προς μάθησιν και διάπλασιν διδασκαλισσών. Αύται δε διδασκόμεναι καταλλήλως θέλουν δυνηθή να διαδώσωσι τα στοιχειώδη και πρώτιστα μαθήματα εις το γυναικείον φύλον, το οποίον είναι το έτερον ήμισυ τής πολιτικής κοινωνίας, έχον τοσαύτην επιρροήν και εις την ανατροφήν τού όλου και εις την ηθικήν την ιδιωτικήν και πολιτικήν. Αλλά το Συμβούλιον βλέπον ότι τοιούτον κατάστημα υπερβαίνει προς το παρόν τους πόρους τής Εταιρείας επεριωρίσθη μόνον εις το εξής: Αν ο Δήμος Αθηναίων συστήσει ενταύθα ως γίνεται λόγος σχολείον δημοτικόν διά τα κοράσια, η εταιερία να βοηθήση 10 υποτρόφους νεάνιδας αίτινες θέλουν υποχρεωθεί να διδάξωσι έπειτα εις διάφορα μέρη τού Βασιλείου. Αν δε ο Δήμος Αθηναίων λάβη κατ’ αρχάς χρείαν βοηθείας εις σύστασιν τοιούτου σχολείου να βοηθήση και η Εταιρεία ανάλογόν τινα των εις τούτο το κεφάλαιον διωρισμένων πόρων.».

 

Η Γενική Συνέλευση αποδέχθηκε την πρόταση. Όλοι γνώριζαν ότι ο Δήμος είχε δικαίωμα να συστήσει σχολείο «κορασίων» και η Φ.Ε. θα έσπευδε να βοηθήσει. Τελικά έγινε το αντίθετο. Η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία ίδρυσε σχολείο και ο Δήμος Αθηναίων συνεισέφερε στην πληρωμή τού ενοικίου. Και όπως πολύ σωστά είχε προβλέψει ο Κοκκώνης, η κυβέρνηση δεν μπορούσε παρά να βοηθήσει τους «φιλομούσους» οι οποίοι έσπευσαν να καλύψουν ένα κενό που η ίδια δεν μπορούσε να καλύψει. Όσο για τις διαφωνίες κάποιων μελών για την «εκτροπή από τον αρχικό στόχο τής Φ.Ε.», μετά από 186 ζωής τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και το σημαντικό παιδευτικό έργο της, έχει καταστεί σαφές ότι δεν είχε σημασία η πρόθεση που είχε ο Κοκκώνης όταν έπειθε τη Φ.Ε. να εστιάσει τις προσπάθειές της στη μόρφωση των «κορασίων», αλλά το αποτέλεσμα που βλέπουμε μετά από τόσα χρόνια. Διότι η παιδεία είναι ένα δώρο που το δικαιούνται όλοι και κανείς δεν μπορεί να προκαθορίσει και να προδικάσει πώς θα το χρησιμοποιήσει όποιος τη λάβει.

Παναγιώτα Αναστ. Ατσαβέ

φιλόλογος ‒ ιστορικός

  • Το κείμενο βασίστηκε σε στοιχεία από το Αρχείο τής Φ.Ε., τα Πρακτικά των Γενικών Συνελεύσεων τής Φ.Ε., την ανέκδοτη «Ιστορία τής εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας» τού Στέφανου Γαλάτη και το βιβλίο τής Σιδηρούλας Ζιώγου-Καραστεργίου «Η μέση εκπαίδευση των κοριτσιών στην Ελλάδα (1830-1893)», Ι.Α.Ε.Ν., Αθήνα 1986.

 

[1] Από τους πρώτους που ήρθαν με τον σκοπό αυτό στην Ελλάδα ήταν ο J. Brewer και ο J. King, αντιπρόσωπος τού New York Ladies Committee (σχολείο στην Τήνο), ο J. Robertson και ο R. Anderson, στελέχη τής Επισκοπικής Ιεραποστολικής Εκκλησίας Αμερικής (σχολείο στη Σύρο) με διευθυντή τον Ch.L. Korck, μέλος τής ιεραποστολής τής Church Missionary Society, o Fr. Hildner (Σύρο) και ο J. Hill με τη σύζυγό του Francis στην Αθήνα το 1831.

[2] Ι. Κοκκώνης, «Περί τής Δημοτικής Εκπαιδεύσεως» (Έκθεση ανέκδοτη), Αθήνα 1837, ΓΑΚ

[3]Διοργανισμός τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, άρθρον 2.