Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία

 

Όταν η γυναίκα του περίφημου αρματωλού Κωνσταντή Κολοκοτρώνη, Ζαμβία, έφερνε στον κόσμο το πρωτότοκο παιδί της στις 3 Απριλίου 1770 κάτω από ένα δένδρο στο Ραμοβούνι τής Μεσσηνίας, δεν μπορούσε κανένας να φανταστεί ότι το μικρό αυτό βρέφος θα γινόταν η μεγαλύτερη ηγετική φυσιογνωμία τής Επανάστασης τού 1821, ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Το όνομά του συνδέθηκε άρρηκτα με τις σημαντικότερες φάσεις τού αγώνα και κανείς πλέον δεν αμφισβητεί την πολύτιμη και καθοριστική συμβολή του στην ελευθερία των Ελλήνων.

Ο μικρός Θεόδωρος έμεινε ορφανός όταν ήταν 10 ετών. Ήταν σχεδόν αγράμματος, μόλις κατόρθωνε να συλλαβίζει. Ωστόσο φαίνεται ότι γνώριζε αρκετά καλά την ιστορία τού γένους του. Από μικρός εισχώρησε στα σώματα των κλεφτών στην Πελοπόννησο. Το 1790 παντρεύτηκε την Κατερίνα Καρούσου και απέκτησε μαζί της 3 γιους και 3 κόρες. Το 1802, μετά το ανελέητο κυνηγητό των Τούρκων, οι οποίοι είχαν εκδώσει φιρμάνι εναντίον του, αναγκάστηκε να διαφύγει με την οικογένειά του στη Ζάκυνθο, όπου υπηρέτησε στον αγγλικό στρατό ως ταγματάρχης σε σύνταγμα Ελλήνων εθελοντών.

kolokotronis 1[1]

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Θεωρείται μια από τις πλέον αληθινές απεικονίσεις του

Στις 3 Ιανουαρίου 1821, μεταμφιεσμένος σε καλόγερο, αποβιβάστηκε στη Μάνη όπου μαζί με τον Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη στις 23 Μαρτίου 1821 ύψωσαν το λάβαρο τής επανάστασης και απελευθέρωσαν την πόλη της Καλαμάτας. Έκτοτε ο «Γέρος τού Μοριά» πρωταγωνίστησε σε όλες τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στην Πελοπόννησο. Η άλωση τής Τριπολιτσάς ήταν μια μεγάλη προσωπική του επιτυχία, ενώ η καταστροφή τού Δράμαλη στα Δερβενάκια, εδραίωσε την επανάσταση στον Μοριά και ο Κολοκοτρώνης αναγνωρίστηκε πλέον ως ο ιθύνων νους της.

1821b kolokotronis[1]

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης και τα παλληκάρια του μετά τη μάχη στα Δερβενάκια. Πίνακας του Peter von Hess

Την ίδια στιγμή βέβαια που ο Κολοκοτρώνης και οι άλλοι γενναίοι αγωνιστές δοξάζονταν στα πεδία των μαχών, οι πολιτικοί προσπαθούσαν να περιορίσουν τη δύναμή του φοβούμενοι την αγάπη και την εμπιστοσύνη που τού είχε ο κόσμος. Ανέθεσαν λοιπόν σ’ αυτόν την πολιορκία τής Πάτρας, δίχως ουσιαστική βοήθεια και αποσπώντας συνεχώς τμήματα τού λιγοστού στρατεύματός του. Πίστευαν έτσι ότι, οδηγώντας τον σε αποτυχία, θα έπλητταν το κύρος του. Παράλληλα στη Β΄ Εθνοσυνέλευση του Άστρους (Μάρτιος-Απρίλιος 1823), η πολιτική ηγεσία, στην προσπάθειά της να μειώσει τον Κολοκοτρώνη και να αμφισβητήσει εμπράκτως την εξουσία του, έδωσε τον βαθμό τού στρατηγού σε 50 ακόμη ανθρώπους. Έτσι άρχισε ο εμφύλιος σπαραγμός.

Στις 6 Φεβρουαρίου 1825 ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης φυλακίστηκε από την κυβέρνηση στον Προφήτη Ηλία τής Ύδρας από όπου αποφυλακίστηκε πολύ γρήγορα, γιατί κατάλαβαν ότι ήταν ο μόνος που θα μπορούσε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ. Ο Κολοκοτρώνης θεωρούσε πάντα πως οι Έλληνες έχουν χρέος να πολεμήσουν μόνοι τους για την ανεξαρτησία τής χώρας τους χωρίς ξένες επεμβάσεις. Αντιμετώπιζε εξάλλου με δυσπιστία την ανάμειξη των ξένων δυνάμεων στις εσωτερικές υποθέσεις τής Ελλάδας, πιστεύοντας πως αυτή γινόταν πρωτίστως για την εξυπηρέτηση των δικών τους συμφερόντων.

kolokotronis theodoros e1532847553846[1]

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης έφιππος με τα παλληκάρια του

Υποστήριξε τον Καποδίστρια με θέρμη αν και διαφωνούσε με τον αυταρχικό τρόπο εφαρμογής τής πολιτικής του. Πρωτοστάτησε στην εκλογή τού Όθωνα, όμως οι πολιτικοί του αντίπαλοι τον συκοφάντησαν και κατηγορήθηκε ως φίλος τού Καποδίστρια, δηλ. Ρωσόφιλος. Οδηγήθηκε σε δίκη με την κατηγορία τής εσχάτης προδοσίας και συνελήφθη μαζί με τον Πλαπούτα, τον Τζαβέλα και τον Νικηταρά με την κατηγορία ότι προετοίμαζαν συνωμοσία εναντίον τού ανήλικου βασιλιά και τής κυβέρνησής του.

Η διαβόητη δίκη τού στρατηγού άρχισε στο Ναύπλιο στις 30 Απριλίου και τελείωσε στις 26 Μαΐου 1834. Για καμία από τις βαρύτατες κατηγορίες δεν υπήρχε αδιαμφισβήτητη απόδειξη που να θεμελιώνει νομικά την παραπομπή των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα, πόσω μάλλον για εσχάτη προδοσία! Ιστορική έμεινε η απάντηση που έδωσε ο Κολοκοτρώνης όταν τον ρώτησε ο δικαστής «τι επάγγελμα έχεις;». «Στρατιωτικός. Κρατάω σαράντα εννιά χρόνους στο χέρι το ντουφέκι και πολεμώ για την πατρίδα», τού απάντησε ο στρατηγός. Παρά τη γενναία στάση των δικαστών Τερτσέτη και Πολυζωίδη, ο Κολοκοτρώνης και ο Πλαπούτας καταδικάστηκαν σε θάνατο και φυλακίστηκαν στο Παλαμήδι. Ο Γέρος ήταν 64 ετών. Η ποινή του μετατράπηκε σε εικοσαετή κάθειρξη και τον Μάιο τού 1835 και μετά την ενηλικίωση τού Όθωνα, ο Κολοκοτρώνης έλαβε βασιλική χάρη και αποφυλακίστηκε, αποκαμωμένος και εξουθενωμένος πια από τις άθλιες συνθήκες κράτησης αλλά και την ταπείνωση. Σχεδόν τυφλός και ρακένδυτος ήρθε στην Αθήνα, τη νέα πρωτεύουσα τής Ελλάδος, κοντά στο γιο του Γενναίο, όπου ευτύχησε βέβαια να γνωρίσει τη λαϊκή αναγνώριση για την προσφορά του στον αγώνα. Τιμήθηκε με τον βαθμό τού στρατηγού, διορίστηκε σύμβουλος Επικρατείας, βραβεύτηκε με τον Μεγαλόσταυρο τού Σωτήρος, ορίστηκε μέλος τής επιτροπής για την ανέγερση τού Πανεπιστημίου Αθηνών και στάθηκε πιστός σύμβουλος τού Όθωνα. Φύσει ανιδιοτελής όμως, ποτέ δεν επεδίωξε προσωπικά οφέλη και ανταλλάγματα.

Ο Κολοκοτρώνης ήταν στρατηγικό μυαλό, όμως ήταν και ένας απλός άνθρωπος με παραδοσιακές απόψεις για την θέση τής γυναίκας. Χαρακτηριστική είναι η απάντηση που έδωσε στον Όθωνα όταν σε κάποια από τις χοροεσπερίδες τον είδε να παρατηρεί τις κυρίες να χορεύουν δυτικούς χορούς. «Πώς σας φαίνεται ο χορός στρατηγέ μου;» ρώτησε ο Όθων. Και ο Κολοκοτρώνης απάντησε: «Αν ήξερα πως λευτερώνοντας την Ελλάδα από τον Τούρκο, θα λευτερώναμε κιόλας τις γυναίκες μας από την αρετή και τη σεμνότητα για να τις αγκαλιάζει ο καθένας, πίστεψέ με, Μεγαλειότατε, πως δεν θα πολέμαγα 7 χρόνια.». Δεν θα πρέπει όμως να συγχέουμε την αντίληψή του για τη θέση τής γυναίκας στην κοινωνία με τις απόψεις του για τη μόρφωση των γυναικών.

Τον στρατηγό Κολοκοτρώνη πλησίασαν οι ιδρυτές τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ζητώντας του να ενισχύσει με τη συμμετοχή του σ’ αυτήν το κύρος και την αξιοπιστία τού εγχειρήματος για την «ενίσχυση τής παιδείας των Ελληνοπαίδων». Το δίπλωμα με το οποίο αναγνωρίστηκε ως μέλος τής ΦΕ ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης φυλάσσεται στο Αρχείο της Ιστορικής και Εθνολογικής Εταιρείας, έχει «Αρ. Πρ. Διπλ. 46» και γράφει:

img001

Το δίπλωμα με το οποίο αναγνωρίζεται ως μέλος της Φ.Ε. ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης

«Η εν Αθἠναις Φιλεκπαιδευτική Εταιρία

Προς τον εν Αθήναις Κύριον Θεόδωρον Κολοκοτρώνην, Σύμβουλον τής Επικρατείας

Η Εταιρία παρεδέχθη υμάς, Κύριε, ως μέλος αυτής εκτιμώσα τον προς την Παιδείαν ζήλον σας και μη αμφιβάλλουσα ότι θέλετε συντρέξει όσον δύνασθε, εις την επιτυχίαν τού κοινωφελούς σκοπού της, προς γνώσιν τού οποίου σάς εγκλείεται και ο Διοργανισμός αυτής ομού με το Δίπλωμα. Η δε διά το δίπλωμα ποσότης, η εἰς το 8 άρθρο τού διοργανισμού αναφερομένη, αφήνεται εις την προαίρεσιν εκάστου μέλους.

Εν Αθήναις την 18ην Δεκεμβρίου 1836

Ο Πρόεδρος Γ. Κουντουριώτης                                        Ο Γραμματέας Ι.Π. Κοκκώνης»

 

Ο Γέρος τού Μοριά φυσικά και απεδέχθη τη συμμετοχή του. Δεν τον πτόησε ούτε το γεγονός ότι ο Πρόεδρος Γ. Κουντουριώτης, ήταν ο Πρόεδρος της Κυβέρνησης που τον φυλάκισε στην Ύδρα , ούτε ότι μέλος του ΔΣ ήταν ο Κωνσταντίνος Σχινάς , ο οποίος είχε πιέσει τους δικαστές να τον καταδικάσουν σε θάνατο. Έχοντας κλείσει τα τεφτέρια των διαφορών του με το παρελθόν και τις αντιπαλότητες το μόνο που τον ενδιέφερε πιά ήταν η προκοπή του τόπου που με τόσο κόπο απελευθέρωσε.

300px Kolokotronis01[1]

Ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης με την περικεφαλαία που φορούσε στον αγγλικό στρατό

Παρακαταθήκη στη νέα γενιά αποτελεί η ομιλία του στην Πνύκα προς τους μαθητές τού Α΄ Γυμνασίου αρρένων στις 7 Οκτωβρίου 1838, που δημοσιεύθηκε στις 13 Νοεμβρίου 1838 στην εφημερίδα «Αιών», που εξέδιδε ο ιστορικός Ιωάννης Φιλήμων.

«Παιδιά μου!

«Εις τον τόπο τούτο, όπου εγώ πατώ σήμερα, επατούσαν και εδημηγορούσαν τον παλαιό καιρό άνδρες σοφοί, και άνδρες με τους οποίους δεν είμαι άξιος να συγκριθώ και ούτε να φθάσω τα ίχνη των. Εγώ επιθυμούσα να σας ιδώ, παιδιά μου, εις την μεγάλη δόξα των προπατόρων μας, και έρχομαι να σας ειπώ, όσα εις τον καιρό του αγώνος και προ αυτού και ύστερα απ᾿ αυτόν ο ίδιος επαρατήρησα, και απ᾿ αυτά να κάμωμε συμπερασμούς και διά την μέλλουσαν ευτυχίαν σας, μολονότι ο Θεός μόνος ηξεύρει τα μέλλοντα.»

Τους μίλησε για το πώς υποδουλώθηκε η Ελλάδα, τα βάσανα τής δουλείας και τις συμφορές που ήρθαν στον τόπο από τη σκλαβιά.

«Εις αυτήν την δυστυχισμένη κατάσταση μερικοί από τους φυγάδες γραμματισμένους εμετάφραζαν και έστελναν εις την Ελλάδα βιβλία, και εις αυτούς πρέπει να χρωστούμε ευγνωμοσύνη, διότι ευθύς οπού κανένας άνθρωπος από το λαό εμάνθανε τα κοινά γράμματα, εδιάβαζεν αυτά τα βιβλία και έβλεπε ποίους είχαμε προγόνους, τι έκαμεν ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και άλλοι πολλοί παλαιοί μας, και εβλέπαμε και εις ποίαν κατάσταση ευρισκόμεθα τότε. Όθεν μας ήλθεν εις το νου να τους μιμηθούμε και να γίνουμε ευτυχέστεροι. Και έτσι έγινε και επροόδευσεν η Εταιρεία.»

Τους ανέπτυξε τους λόγους που τους ώθησαν στον ξεσηκωμό, αλλά και τη βασική διαφωνία του με τους πολιτικούς.

«Όταν αποφασίσαμε να κάμωμε την Επανάσταση, δεν εσυλλογισθήκαμε ούτε πόσοι είμεθα ούτε πως δεν έχομε άρματα ούτε ότι οι Τούρκοι εβαστούσαν τα κάστρα και τας πόλεις ούτε κανένας φρόνιμος μας είπε “που πάτε εδώ να πολεμήσετε με σιταροκάραβα βατσέλα”, αλλά ως μία βροχή έπεσε εις όλους μας η επιθυμία τής ελευθερίας μας, και όλοι, και ο κλήρος μας και οι προεστοί και οι καπεταναίοι και οι πεπαιδευμένοι και οι έμποροι, μικροί και μεγάλοι, όλοι εσυμφωνήσαμε εις αυτό το σκοπό και εκάμαμε την Επανάσταση. […] «Ήρθαν μερικοί και ηθέλησαν να γένουν μπαρμπέρηδες εις του κασίδη το κεφάλι. Μας πονούσε το μπαρμπέρισμά τους. Μα τι να κάμωμε; Είχαμε και αυτουνών την ανάγκη. Από τότε ήρχισεν η διχόνοια, και εχάθη η πρώτη προθυμία και ομόνοια. Να μην έχετε πολυτέλεια, να μην πηγαίνετε εις τους καφενέδες και εις τα μπιλιάρδα. Να δοθήτε εις τας σπουδάς σας, και καλλίτερα να κοπιάσετε ολίγον δύο και τρεις χρόνους, και να ζήσετε ελεύθεροι εις το επίλοιπο της ζωής σας, παρά να περάσετε τεσσάρους-πέντε χρόνους τη νεότητά σας, και να μείνετε αγράμματοι. Να σκλαβωθήτε εις τα γράμματά σας. Να ακούετε τας συμβουλάς των διδασκάλων και γεροντοτέρων, και, κατά την παροιμία, ‟μύρια ήξευρε και χίλια μάθαινε”. Η προκοπή σας και η μάθησή σας να μην γίνει σκεπάρνι μόνο διά το άτομό σας, αλλά να κοιτάζει το καλό της Κοινότητος, και μέσα εις το καλό αυτό ευρίσκεται και το δικό σας.»

Ο σοφός γέροντας κατέληξε «Εγώ, παιδιά μου, κατά κακή μου τύχη, εξ αιτίας των περιστάσεων, έμεινα αγράμματος και διά τούτο σάς ζητώ συγχώρηση, διότι δεν ομιλώ καθώς οι δάσκαλοί σας. Σας είπα όσα ο ίδιος είδα, ήκουσα και εγνώρισα, διά να ωφεληθήτε από τα απερασμένα και από τα κακά αποτελέσματα της διχονοίας, την οποίαν να αποστρέφεσθε, και να έχετε ομόνοια. Εμάς μη μας τηράτε πλέον. Το έργο μας και ο καιρός μας επέρασε. Και αι ημέραι τής γενεάς, η οποία σάς άνοιξε το δρόμο, θέλουν μετ’ ολίγον περάσει. Την ημέρα τής ζωής μας θέλει διαδεχθή η νύκτα τού θανάτου μας, καθώς την ημέραν των Αγίων Ασωμάτων θέλει διαδεχθή η νύκτα και η αυριανή ημέρα. Εις εσάς μένει να ισάσετε και να στολίσετε τον τόπο, οπού ημείς ελευθερώσαμε· και, διά να γίνη τούτο, πρέπει να έχετε ως θεμέλια τής πολιτείας την ομόνοια, την θρησκεία, την καλλιέργεια τού θρόνου και την φρόνιμον ελευθερία.»

Ο Κολοκοτρώνης άφησε την τελευταία του πνοή στις 4 Φεβρουαρίου 1843, σε ηλικία 73 ετών, χτυπημένος από εγκεφαλικό επεισόδιο αμέσως μετά τον γάμο τού μικρότερου γιου του. Στην εφημερίδα «Αιών» διαβάζουμε: «επέστρεψεν χαίρων εις την οικίαν του, κατεκλίθη εις την στρώμνην του, όπου τον ηύρε η αποπληξία.».

Ο Γέρος τού Μοριά κατόρθωσε με τη στάση του να γίνει στη συνείδηση τού Έλληνα, η ιδανική μορφή τού γενναίου αγωνιστή, τού έξυπνου στρατηγού, τού πατριώτη που ήξερε πολύ καλά πότε τελείωνε ο δικός του ρόλος και πότε άρχιζε ο ρόλος των άλλων και αγωνίστηκε σκληρά, με αυταπάρνηση, μεγαλοψυχία, ήθος, όραμα και πίστη για την πατρίδα του.