M. Καραγάτσης. Ο συγγραφέας που έμαθε τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο

 

 

M. Καραγάτσης είναι το λογοτεχνικό ψευδώνυμο τού Δημήτρη Ροδόπουλου. O πληθωρικός και εκρηκτικός συγγραφέας, ένας από τους σημαντικότερους τής γενιάς τού ’30, γεννήθηκε στις 23 Ιουνίου 1908 στο κέντρο τής Aθήνας, σε ένα γωνιακό σπίτι στη συμβολή των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Ο πατέρας του, Γεώργιος Ροδόπουλος, ήταν δικηγόρος και πολιτικός, με καταγωγή από την Πάτρα, αλλά εγκατεστημένος στη Λάρισα. Η μητέρα του, Ανθή Μουλούλη, καταγόταν από τον Τύρναβο. Ο συγγραφέας ήταν το πέμπτο και τελευταίο παιδί τής οικογένειας, με μεγάλη διαφορά ηλικίας από τα αδέλφια του.

Ο Μ. Καραγάτσης σε ανύποπτο χρόνο είχε συντάξει τη βιογραφία του, όπου αναφέρει «… Γεννήθηκα στην Αθήνα σε ένα από τα τέσσερα γωνιακά σπίτια των οδών Ακαδημίας και Θεμιστοκλέους. Δεν σάς λέω όμως σε ποιο. Και το κάνω επίτηδες αυτό, για να μπλέξω άγρια –σε αυτό το αθηναϊκό σταυροδρόμι– τους διαφόρους ‛αρμοδίους’, όταν έρθει η στιγμή να εντοιχισθεί η αναμνηστική πλάκα. Εγώ βέβαια θα τα έχω τινάξει προ πολλού και θα σπάω κέφι καλά στον ουρανό, με τη μεταθανάτια φάρσα μου. Θα έχω παρέα τον Σολωμό, που θα μου λέει κουνώντας το κεφάλι: ‛Τράβα και συ Καραγάτση, όσα τράβηξα εγώ από τον Καιροφύλλα, τον Αποστολάκη και τον Σπαταλά’…»

karagatsis young

Ο Μ. Καραγάτσης σε νεαρή ηλικία

Πέρασε την παιδική του ηλικία σε διάφορες πόλεις, λόγω των μετακινήσεων τής οικογένειάς του. Π παρακολούθησε το δημοτικό στη Λάρισα, αλλά τελείωσε το γυμνάσιο στη Θεσσαλονίκη, όπου τον έστειλε ο πατέρας του ως τιμωρία, επειδή είχε πλαστογραφήσει την υπογραφή του σε σχολικό έλεγχο. Μετά την ολοκλήρωση τής βασικής εκπαίδευσης γράφτηκε στη Νομική Σχολή τού Πανεπιστημίου τής Γκρενόμπλ, στη Γαλλία. Έναν χρόνο μετά, για οικονομικούς λόγους, επέστρεψε στην Αθήνα και γράφτηκε στη Νομική Σχολή τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Εκεί είχε συμφοιτητές τον Οδυσσέα Ελύτη, τον Άγγελο Τερζάκη και τον Γιώργο Θεοτοκά. Αποφοίτησε το 1930.

 

«…Όπως βλέπετε το κυριότερο γνώρισμά μου είναι η μετριοφροσύνη. Διδάχτηκα τα πρώτα γράμματα στο Αρσάκειο τής Λάρισας (όταν συλλογιέμαι πως υπήρξα και Αρσακειάδα!) και αντί να ερωτευτώ τις συμμαθήτριες μου, αγάπησα παράφορα τη δασκάλα μου. Γεγονός που μαρτυράει τη σκοτεινή ερωτική ιδιοσυγκρασία μου. Έκανα ό,τι μπορούσα για να μην προβιβαστώ, να μείνω στην ίδια τάξη, κοντά στην "γυναίκα των ονείρων μου"».

 arsakeio larisas

Το κτήριο τού Αρσακείου Λάρισας

Η παραδοχή αυτή που γίνεται από την ίδιο τον Καραγάτση, δηλαδή ότι το 1916 «υπήρξε Αρσακειάς», ηχεί περίεργα στα αυτιά των περισσοτέρων. Όμως δεν ήταν η πρώτη φορά που Σχολεία τού Αρσακείου δέχονταν αγόρια. Η πρώτη φορά ήταν στο Νηπιαγωγείο τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1842. Όμως και σε πολλά από τα «εν Δήμοις Σχολεία», επειδή δεν συγκεντρωνόταν αριθμός μαθητριών ικανός να συντηρηθεί το σχολείο, επιτρεπόταν και η φοίτηση αγοριών στις μικρότερες τάξεις, όπως έγινε στο Αρσάκειο Κηφισιάς, όπου φοιτούσαν αγόρια μέχρι το 1874. Ειδική απόφαση έλαβε το Δ.Σ. για την περίπτωση τού Αρσακείου Χοταχόβας, προκειμένου να αναλάβει την εποπτεία του, επειδή εκεί φοιτούσαν κυρίως αγόρια. Φαίνεται ότι η λύση αυτή δινόταν και για Σχολεία άλλων περιοχών, μόνο για τις τάξεις τού δημοτικού, προκειμένου να καλυφθούν τα έξοδά τους. Κάτι παρόμοιο πρέπει να συνέβη και με το Αρσάκειο Λάρισας τα χρόνια μετά τους Βαλκανικούς πολέμους, οπότε και πήγε σχολείο ο Καραγάτσης. Φυσικά οι μεικτές τάξεις περιορίζονταν μόνο στο δημοτικό ή το νηπιαγωγείο. Το Αρσάκειο Νηπιαγωγείο Ψυχικού ακόμα και το 1955 ήταν μεικτό εν αντιθέσει προς το Δημοτικό και το Γυμνάσιο.

 

Το παιδικό αίσθημα τού Καραγάτση για τη δασκάλα του ήταν τόσο δυνατό, ώστε το 1927 έλαβε μέρος στον πρώτο λογοτεχνικό διαγωνισμό τής «Nέας Eστίας» με το αυτοβιογραφικό διήγημα «Kυρία Nίτσα», στο οποίο αφηγείται τον έρωτά του για την εικοσάχρονη δασκάλα του. Το διήγημα απέσπασε έπαινο και δημοσιεύτηκε το 1929 σε συλλογικό τόμο που περιελάμβανε τα βραβευμένα διηγήματα τού διαγωνισμού. Απέσπασε μάλιστα τις ευμενείς κρίσεις τού Γρηγορίου Ξενόπουλου. Με τον τρόπο αυτό ο Καραγάτσης ξεκίνησε τη λογοτεχνική σταδιοδρομία του και τη συνεργασία του με τη «Nέα Eστία», δημοσίευσε διηγήματα, μυθιστορήματα σε συνέχειες και πολλές μεταφράσεις. Έτσι είχαμε και εμείς την τύχη να φτάσει ώς τις μέρες μας η περιγραφή τού μαθήματος στο Αρσάκειο Λάρισας, γραμμένη με την αφηγηματική ευχέρεια και τη δημιουργική φαντασία τού Μ. Καραγάτση.

M. Karagatsis[1]

Ο Μ. Καραγάτσης

Με φιλικό, εξομολογητικό τόνο ο εικοσάχρονος συγγραφέας θυμάται τα μαθητικά του χρόνια, όταν φοιτούσε στην Γ΄ δημοτικού, και εξιστορεί τον πλατωνικό του έρωτα για τη δασκάλα του.

«Η πρώτη μου αγάπη, την εποχή που την αγάπησα, δεν ήταν παρά είκοσι χρονών. Εγώ ήμουν οκτώ. Η διαφορά τής ηλικίας μας αυτή καθ’ αυτή δεν θα ήταν μεγάλη, αν οι αριθμοί των χρόνων μου δεν ήσαν τόσο χαμηλά. Μα αυτό δεν έχει σημασία. Εκείνη την εποχή ο χρόνος ήταν κάτι τι το ανώτερο για μένα. Ήξερα ότι ήμουν οκτώ χρονών, αλλά ήμουν βέβαιος ότι αυτό το νούμερο ήταν ένα συμβατικό σημείο προς ταξινόμηση τής ηλικίας μου, απέναντι τής ηλικίας τού διπλανού μου. Δεν μπορούσα όμως να εννοήσω ότι μόλις οκτώ χρόνια έχουν περάσει από την ημέρα που είδα το φως. […] «Ήταν ένα λευκό, διάφανο, ασθενικό κορίτσι, ένα όμορφο κορίτσι. […] «Επήγαινα στην Τρίτη τού δημοτικού, σ’ ένα μεικτό επαρχιακό σχολείο. Η μεγάλη αυλή του μόνο στις γωνιές είχε λίγη χλόη την άνοιξη. Δυο τρεις ακακίες και μερικά βρομόδεντρα ήταν το μοναδικό της στολίδι. Τον χειμώνα το νερό τής βρύσης πάγωνε και η κρυσταλλιασμένη λάσπη έσπαζε κάτω από τα χοντρά παιδικά παπουτσάκια μας.»

«Η κυρία Νίτσα –αυτό ήταν τ’ όνομα τής πρώτης δασκαλικής μου αγάπης– δεν ερχότανε ποτέ στην ώρα της. Η διευθύντρια έκλεινε τα μάτια σ’ αυτό το μικρό πειθαρχικό παράπτωμα. Ο χειμώνας τού κάμπου είναι τόσο κακός για τα κακόμοιρα τα κορίτσια που βγάζουν το ψωμί τους. Ο βοριάς ξεχύνεται από τις κορφές τού Ολύμπου παγερός και κοκαλιάζει τους σβόλους στα χωράφια τής εριβώλακος Θεσσαλίας» (εριβώλαξ, η γη με τους μεγάλους βώλους, η εύφορη) «Η τάξη μας ήταν ένα γωνιακό δωμάτιο, πάντα γιομάτο ήλιο, όταν δεν ήταν συννεφιά. Η σόμπα στη γωνιά τραβούσε με θόρυβο και κάπνιζε όλη την κάμαρα. Καθόμουν στο πρώτο θρανίο, και με υπομονή περίμενα. Οι σύντροφοί μου δίπλα κάναν ωραία σχέδια για την περίπτωση που δεν θα ’ρχόταν η "κυρία"».

to megalo synaxari

«Το Μεγάλο Συναξάρι», μυθιστόρημα τού Καραγάτση

«Πρώτα θα βγαίναν στην αυλή να παίξουν αμπάριζα. Ύστερα η κυρία διευθύντρια θα τους έδιωχνε γιατί θα κάναν θόρυβο, και θα ενοχλούσαν τις "μεγάλες". Αυτό ήταν η ύστατη ικανοποίηση τού ορμέμφυτου τα’υς ελευθερίας, που βλάσταινε μέσα στις νέες ανθρώπινες ψυχούλες τους. Και ύστερα η εκδήλωση αυτού τού ορμέμφυτου. Η άσκοπη πολυθόρυβη περιπλάνηση στον κάμπο. Και οι οπτασίες περνούσαν μπρος από τα μάτια μας. Θα πηγαίναμε στον σταθμό. Ο δρόμος είναι γιομάτος λάσπη, μα αυτό δεν έχει σημασία. Είναι τόσο ωραίο να νιώθεις το έδαφος να υποχωρεί κάτω από τα πόδια σου, σα μια γλιστερή μαλακή μάζα. […] Ίσως παρατηρήσετε ότι μεταχειρίζομαι στην πιο απάνω περίοδο τη λέξη "θα" πολλές φορές εις βάρος κάθε σύνταξης και κάθε στιλ. Και όμως, αυτή η λέξη είναι όλη η περίοδος. Γιατί συνήθως απάνω στο φόρτε τού αλήτικου ονείρου μας, άνοιγε η πόρτα και έμπαινε, ωχρή, παγωμένη, τυλιγμένη στο φτωχικό δασκαλικό παλτό της, η κυρία Νίτσα….».

«[…] Το μάθημα τής κυρίας Νίτσας ήταν ιεροτελεστία. Η αδυναμία τού εύθραυστου αυτού αναιμικού κοριτσιού είχε απάνω μας μιαν επιβολή μεγαλύτερη από μιαν πελώρια ευνοϊκή δύναμη. Να μια περίεργη απόδειξη των δύο ακροτήτων. Η απαλή και γλυκιά φωνή της μιλούσε μέσα στις άγουρες ψυχές μας. Το μάθημα το ρουφούσαμε σαν μέλι από το στόμα της. Όταν συλλογιέμαι τις παλιές αυτές ώρες, προσπαθώντας να ξεδιαλύνω λίγο από το μυστήριο τής παιδικής ψυχής μου, βγάζω το συμπέρασμα ότι μάλλον υποβολή, παρά επιβολή, χαρακτήριζε αυτήν τη γυναίκα. Το κέρινο ωραίο πρόσωπό της, που το κόβουν κόκκινα χείλια, σκοτωμένα βλέφαρα με πελώρια μαύρα τσίνορα, πάνω από μενεξεδένια καθαρά μάτια, ήταν ένα μείγμα αθώου κοριτσιού και femme fatale. Μέσα στο μισοσκόταδο ενός συννεφιασμένου πρωινού, είχε μια πελώρια χάρη και μια άδολη, άθελη γοητεία.»

gioungerman

«Ο Γιούγκερμαν», έργο του Μ. Καραγάτση

Στις αναφορές και τις περιγραφές τής αγαπημένης του δασκάλας τα πάντα αποτυπώνονται µέσα από την εξιδανικευτική ματιά ενός μικρού μαθητή.

«Βέβαια, εκείνο τον καιρό δεν ήμουν σε θέση να κάνω τέτοιες κρίσεις. Μόνο εικόνες σώζονται μέσα μου, εικόνες που ξαναζωντανεύουν κάτω από την πίεση τής νοσταλγίας. Και είτε τότε τις έζησα είτε τώρα τις ζω, είναι το ίδιο. Τα άμαθα χέρια μας γλιστρούσαν αδέξια στο ριγωμένο χαρτί. Η καρδιά μας χτυπούσε μήπως δεν κάνουμε τα γράμματα καλά. Τόσα κεφαλάκια, σκυμμένα με άφατη προσοχή, τραβούσαν γραμμές στο ανοιχτό μπλε τετράδιο. Ένας ελαφρός μονάχα κρότος τριβής ακουγόταν στο άσπρο δωμάτιο. Η κυρία Νίτσα πάνω στην έδρα φάνταζε πιο άσπρη παρά ποτέ κάτω από τον όγκο των καστανών μαλλιών της. Η αγωνία φώλιαζε μέσα στο στήθος μου. Τα γράμματα, παρ’ όλη τη χτηνωδώς παιδική επιμονή μου, αραδιαζόντανε άτακτα και χοντρά πάνω στο χαρτί. Η απελπισία μου έφτανε στο κατακόρυφο. Σήκωνα τα μάτια μου γιομάτα τρόμο και ικεσία προς την έδρα. Τι συλλογιζότανε; Πού ταξίδευαν τα διαφανή μενεξεδένια μάτια κάτω από τα μαυρισμένα βλέφαρα; Γιατί αναστενάζει; Μήπως είναι άρρωστη; Γιατί δεν μας κοιτάει; Μας ξέχασε;»

Η αγάπη τού Καραγάτση για την κυρία Νίτσα ήταν τόσο μεγάλη, ώστε θεώρησε αρνητική εξέλιξη το γεγονός ότι προβιβάστηκε στην επόμενη τάξη! Όμως τελικά, ως ενήλικας, αντιμετώπισε με τρυφερότητα και αυτοειρωνεία το συμβάν αυτό και το απομυθοποίησε.

kotzabasis kastropyrgou

«Ο Κοτζάμπασης τού Καστρόπυργου»

«Το τέλος τού ειδυλλίου ήταν οιχτρό. Η κυρία Νίτσα με προβίβασε. Και την άλλη χρονιά στη μεγαλύτερη τάξη παρακολουθούσα το άχαρο μάθημα μιας άσκημης γεροντοκόρης, που το μαραμένο της μούτρο ήταν γιομάτο κακόχρωμα σπυριά, εκδήλωση μιας αργοπορημένης και ανικανοποίητης νιότης. Το όνειρο έσβησε από τα μάτια μου και σιγά σιγά και από την καρδιά μου. Η κυρία Νίτσα παντρεύτηκε τον λοχαγό. Ήμουν παρών στους γάμους της. Καμιά ζήλια δεν τάραξε την ψυχή μου. Τα δέκα χρόνια που μας χωρίζουν δεν αποτελούν πια ανυπέρβλητο διανοητικό και κοινωνικό εμπόδιο. Ο κοσμοπολιτισμός μάς έχει φέρει σε ίση μοίρα. Είναι ακόμα ωραία, μολονότι έχει χάσει το θέλγητρο τής μισοσκότεινης τάξης. Είναι μια γυναίκα, και όχι οπτασία. Ο άντρας της είναι πια συνταγματάρχης που έχει λάβει μέρος σε τρία κινήματα. Ζει ευτυχισμένη και έχει μια κόρη που της μοιάζει πολύ. Δεν μας χωρίζουν παρά δέκα χρόνια, μα αυτή τη φορά εγώ είμαι ο μεγαλύτερος. Το μυαλό σας ίσως πάει μακριά. Αυτό είναι άλλο ζήτημα. Ήθελα μόνο να σας πω για την πρώτη μου αγάπη...».

«Περιττό να προσθέσω ότι δεν την αγαπώ πια.»

 

karagatsis[1]

Ο χρόνος που περνάει εκλογικεύει τα συναισθήματα τής παιδικής ηλικίας και αφήνει πάντα να διαγράφεται ένα νοσταλγικό χαμόγελο στα πρόσωπα των ανθρώπων. Η μνήμη όμως τα διατηρεί ζωντανά, ίσως γιατί, όπως λέει ο ίδιος ο συγγραφέας στο διήγημα του «Κυρία Νίτσα»: «Θα μου πείτε, πώς θυμάμαι, ύστερα από τόσα χρόνια, τα γεγονότα τής πρώτης παιδικής μου ζωής. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Με λίγη καλή θέληση, θα βρείτε παλιές εικόνες γεμάτες δροσιά και αθωότητα. Τα μικρά μας χρόνια είναι τόσο λίγα και τόσο χαρακτηριστικά, ώστε να μην μπορούν ν’ ανακατευτούν με τον άχαρο συρφετό τής μεγάλης μας ζωής. Είναι ένα σύνολο σαφές και καθαρό, μια γραμμή ευθεία και προσδιορισμένη. Σαν περάσουν πια, αρχίζει ο λαβύρινθος και τα ζιγκ ζαγκ τής αγωνιώδους και απαιτητικής υπόστασής μας. Είμαστε μεγάλοι. Θέλουμε, θέλουμε, χωρίς να ξέρουμε τι θέλουμε. Το χαρακτηριστικό τής ζωής είναι η αγωνιώδης προσμονή, όσο είμαστε παιδιά, κάποιου καλού, και όταν μεγαλώσουμε κάποιου κακού. Ψάξτε καλά στις αναμνήσεις σας. Θα βρείτε έναν άλλο άνθρωπο, αλλιώτικο από σας, ξένο, ένα φίλο, ίσως και εχθρό. Σεις δεν είστε εκείνος.»

 

Ο Μ. Καραγάτσης πέθανε στις 14 Σεπτεμβρίου 1960 σε ηλικία μόλις 52 ετών, προδομένος από την καρδιά του. Δεν είχε προλάβει να ολοκληρώσει το μυθιστόρημά του «Το Δέκα». Η τελευταία φράση που έγραψε, η τελευταία φράση που έγραψε στη ζωή του ήταν «Ας γελάσω…». Ένα χαμόγελο αποτυπώθηκε και στο δικό μας πρόσωπο όταν διαπιστώσαμε ότι το 1916 η μοναδική δασκάλα τού Αρσακείου Λάρισας που είχε το όνομα Ελένη (Νίτσα) ήταν η Ελένη Γρυπάρη και ίσως να ήταν αυτή η δασκάλα που περιέγραψε ο Καραγάτσης. Αλλά μπορεί και όχι.

 

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ                                                                                                                            

φιλόλογος – ιστορικός

  • Το κείμενο βασίζεται σε πληροφορίες από το διήγημα τού Καραγάτση «Η κυρία Νίτσα» και το Αρχείο τής Φιλεκπαιδευτική Εταιρείας.