Κύπριες Αρσακειάδες

 

Η θάλασσ’ άλλαξεν ποτέ τον τόπο της; αλλάσσει;

Χίλιοι ανέμοι κι αν φυσούν κι αν την ανακατώσουν,

Που κει χαμαί που πλάστηκεν ποτέ της εν ταράσσει

Έτσι κι εμείς το ίδιον, κι ακόμ’ αν μας σκοτώσουν.

 

                                              Δημήτρης Λυμπέρτης

 

Όταν ξέσπασε η ελληνική Επανάσταση το 1821 η Κύπρος, το νησί που σύμφωνα με τον Κωστή Παλαμά «πολλούς αφέντες άλλαξε, δεν άλλαξε καρδιά», δεν είχε τη δυνατότητα να συμμετάσχει στον ένοπλο αγώνα εξ αιτίας τής γεωγραφικής της θέσης. Οι τουρκικές όμως αρχές εξαπέλυσαν σκληρούς διωγμούς προς τους χριστιανικούς πληθυσμούς με πρώτο θύμα τον εθνομάρτυρα Αρχιεπίσκοπο Κυπριανό. Όμως

 «Το ’νιν αυτάν να τρώει την γην, τρώει την γην θαρκιέται,

     μα πάντα τζείνον τρώεται γζιαί τζείνον καταλυέται.».

Με την απελευθέρωση έστω και μικρού τμήματος τής Ελλάδας, επί Καποδίστρια, άρχισε να γεννιέται το ενωτικό κίνημα στην Κύπρο. Στη διάρκεια τού 19ου αι. οι Σουλτάνοι διακήρυξαν την εφαρμογή ορισμένων δημοκρατικών αρχών στη διακυβέρνηση τής αυτοκρατορίας τους, όπως ήταν οι μεταρρυθμίσεις Χατισερίφ (1839) και Χάτι Χουμαγιούν.(1856). Την εποχή εκείνη στην Αθήνα ιδρύθηκε η «Eν Αθήναις Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία» και το πρώτο «Σχολείον Κορασίων» της. Η Κύπρος δεν άργησε να στραφεί προς το εθνικό κέντρο και να ζητήσει τη βοήθειά του, για την καλύτερη μόρφωση των κοριτσιών της Μεγαλονήσου.

Η εκπαίδευση των κοριτσιών στην Κύπρο, όπως και στην Ελλάδα, παρουσίασε καθυστέρηση έναντι τής αντίστοιχης των αγοριών. Ο κυριότερος λόγος ήταν οι αντιλήψεις που επικρατούσαν στα χρόνια τής σκλαβιάς, δηλ. στα χρόνια τής Τουρκοκρατίας. Παράλληλα, προκαταλήψεις αλλά και οικονομικοί λόγοι δεν επέτρεπαν τη γυναικεία εκπαίδευση ούτε φυσικά τη γυναικεία χειραφέτηση. Αλλά και μετά την απελευθέρωση τής Ελλάδας και κατά την Αγγλοκρατία στην Κύπρο, η γυναίκα συνέχισε να ζει στη σκιά τού άνδρα. Η κοινωνικές συνθήκες οδηγούσαν στο συμπέρασμα ότι δεν υπήρχε ανάγκη για τη μόρφωση των κοριτσιών, αφού δεν μπορούσαν να αξιοποιήσουν τη μόρφωσή τους για βιοποριστικούς σκοπούς. Η Πολιτεία δεν αναγνώριζε δικαιώματα στις κοπέλες και δεν θα τις αξιοποιούσε ως υπαλλήλους σε κρατική υπηρεσία . Αλλά ούτε για ιδιωτική επαγγελματική απασχόληση μπορούσε να γίνει λόγος. Εντυπωσιακό ήταν το γεγονός ότι η αποικιοκρατική κυβέρνηση δεν επέτρεπε μόνιμο διορισμό στις παντρεμένες δασκάλες, όσες δε ανακοίνωναν επικείμενο γάμο τους εξαναγκάζονταν να παραιτηθούν. Γι’ αυτό και πολλές δασκάλες παρέμεναν ελεύθερες ή παντρεύονταν σε μεγάλη ηλικία. Εξάλλου στον «Κώδικα Σχολείων Λευκωσίας» τού 1885 φαίνεται καθαρά και η ανισότητα στη μισθοδοσία τους. Οι άρρενες δάσκαλοι αμείβονταν από 24 έως 36 λίρες τον χρόνο, ενώ ο μισθός των διδασκαλισσών ήταν από 12 έως 24 λίρες τον χρόνο. Μέσα σε αυτές τις αντίξοες συνθήκες οι Αρσακειάδες δασκάλες δεν δίστασαν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στη Μεγαλόνησο. Σε εποχές ταραγμένες, με έντονες πολιτικές διεργασίες η δράση των γυναικών αυτών στάθηκε καταλύτης ώστε να μην εδραιωθούν ιδέες που θα διατάραζαν την ιστορική ταυτότητα τού νησιού.

parthenagogeio faneromenhs

Το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης εντός των τειχών τής Λευκωσίας

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι σχέσεις Αρσακείου με την Κύπρο είναι αμφίδρομες. Συναντούμε Αρσακειάδες που δεν κατάγονταν από την Μεγαλόνησο, οι οποίες όμως εργάστηκαν στην Κύπρο ως δασκάλες, αλλά και Κύπριες που ήρθαν στην Αθήνα, σπούδασαν στο Αρσάκειο και παρέμειναν στην Αθήνα για να υπηρετήσουν στην ευρύτερη πατρίδα τους. Άλλες πάλι γύρισαν στην Κύπρο, ώστε να ενισχυθούν τα παρθεναγωγεία τού νησιού με δασκάλες ικανές να διδάξουν ό,τι ήταν απαραίτητο την εποχή εκείνη. Ας μην ξεχνάμε ότι οι κοινωνικές συνθήκες στην Κύπρο ήταν τότε πολύ δύσκολες για τις γυναίκες, ενώ παράλληλα επιτακτική ήταν η εγρήγορση για την ενίσχυση τής ελληνικής συνείδησης στο νησί. Παρά το νεαρό τής ηλικίας τους, αφού οι νεαρές Αρσακειάδες δασκάλες έφθαναν στην Κύπρο δεκαέξι ή δεκαεπτά ετών, η κοινωνία ζητούσε από αυτές να εκπαιδεύσουν και να διαπαιδαγωγήσουν σωστά τις μαθήτριές τους. Και αποδείχθηκαν όλες αντάξιες τής πατρίδας και τού σχολείου τους, έχοντας πλήρη συναίσθηση της αποστολής τους. Χρησιμοποίησαν τις κατάλληλες παιδαγωγικές μεθόδους και δίδαξαν σωστή αγωγή και συμπεριφορά. Παράλληλα όμως μερικές από αυτές ασχολήθηκαν με τη λογοτεχνία και άλλες με τη δημοσιογραφία. Άλλες πάλι ερμήνευαν τόσο καλά τα αρχαία κείμενα, ώστε αντικατέστησαν με επιτυχία φιλολόγους. Το Αρσάκειο ήταν στη συνείδηση των Κυπρίων ένα ανώτερο εκπαιδευτήριο στο οποίο με εμπιστοσύνη έστελναν τις κόρες τους.

Δεν περιορίζονταν, όμως, μόνο στον τομέα τής εκπαίδευσης, αλλά επεξέτειναν τη δράση τους και στον κοινωνικό τομέα. Έγιναν έτσι θαυμαστό παράδειγμα για τις μαθήτριές τους. Αρσακειάδες δασκάλες πρωτοστάτησαν σε όλα τα γυναικεία σωματεία τής Λευκωσίας και των άλλων πόλεων τής Κύπρου, όπως στο Σωματείο Ελληνίδων Κυριών «Ένωσις» που μεριμνούσε για τους φτωχούς, στην «Πνευματική Αδελφότητα των Ελληνίδων Κύπρου», που οργάνωνε επιστημονικές διαλέξεις, νυχτερινές σχολές γυναικών, παιδικές εξοχές και στη «Μάνα» που φρόντιζε για τα άπορα παιδιά, αλλά και σε πολιτιστικά και φιλανθρωπικά σωματεία τής Λάρνακας, τής Λεμεσού, τής Αμμοχώστου και τής Πάφου.

parthenagvgeio  faneromenhs

Το Παρθεναγωγείο της Φανερωμένης εντός των τειχών τής Λευκωσίας

Το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης είναι από τα αρχαιότερα εκπαιδευτήρια τού νησιού και ήταν το πρώτο σχολείο θηλέων. Ιδρύθηκε από τον Αρχιεπίσκοπο Μακάριο τον Α΄ το 1859, ο οποίος είχε ιδρύσει πολλά σχολεία προκειμένου να καταπολεμηθεί ο αναλφαβητισμός. Το παρθεναγωγείο βρίσκεται στην ιστορική πλατεία Φανερωμένης, μέσα στα ενετικά τείχη τής Λευκωσίας.

Ήταν Σεπτέμβριος τού 1859 όταν η Επιτροπή των Σχολείων τής κυπριακής πρωτεύουσας (ανάμεσά τους οι Αντώνιος Τριανταφυλλίδης, Χριστοφάκης Γαβριήλ, Προκόπιος Ευθυμιάδης) απευθύνθηκε στους Κύπριους καθηγητές τής Αθήνας Αναστάσιο και Γεώργιο Κωνσταντινίδη, ζητώντας τους να συστήσουν μια δασκάλα «ικανήν να διδάξη παν απαιτούμενον εις ευγενών κορασίων ανατροφήν, ήτοι παρά την άλλην διδαχήν και χειροτεχνήματα και την γαλλικήν γλώσσαν». Η παράκληση των επιτρόπων ήταν η δασκάλα να έφτανε στην Κύπρο «πριν ήδη επέλθη ο χειμών». Η πρώτη δασκάλα ήταν μια αριστούχος Αρσακειάς, η Αθηναία Ερατώ Καρύκη. Δίδαξε στο Παρθεναγωγείο Φανερωμένης 115 μαθήτριες, εφαρμόζοντας την αλληλοδιδακτική μέθοδο. Τις Κυριακές εξηγούσε και το Ευαγγέλιο. Στις 27 Δεκεμβρίου 1859, σε δημόσια τελετή, ραγματοποιήθηκε η εγκαθίδρυσή της «εις το εν Φανερωμένη Παρθεναγωγείον». Τότε προσκλήθηκαν και όσοι γονείς είχαν «κοράσια πλέον των πέντε ετών» να τα εγγράψουν στο σχολείο.

Από τη θητεία τής Καρύκη διασώθηκε η λογοδοσία της για το σχολικό έτος 1860-1861 και η βαθμολογία των κοριτσιών στις δημόσιες εξετάσεις τής ίδιας χρονιάς. Ο λόγος τής νεαρής Αθηναίας δασκάλας, που δημοσιεύτηκε στον «Κώδικα των σχολείων τής Λευκωσίας» από τον Θεόδωρο Παπαδόπουλο, ήταν ένας ύμνος στο παρήγορο «αρχαίον κάλλος», σε σύγκριση με την πνευματική ένδεια τής εποχής: «Η ευδαίμων και καλλίμορφος αύτη νήσος, ήτις κήπος τον αρχαίον αιώνα τής Εδέμ εθεωρείτο, ενδιαίτημα νόων φιλοσόφων, βυθίζεται ξύμπασα υπό μαύρον πυθμένα πυκνής και ζοφώδους σκοτίας, καλυπτούσης τα θεσπέσιά της κάλλη, δι’ ων τού Πλάστου ο φιλέλλην παντοδύναμος βραχίων δαψιλώς ηυδόκησε να την προικίση. Το ελληνικόν γένος, του οποίου εν νεύρον είναι και η νήσος αύτη, θεόσδοτον δώρον κτησάμενον την αμίμητον γεωγραφικήν του θέσιν (…) εδέχθη τον σπινθήρα τού πολιτισμού και εμεγέθυνεν, εποίκιλεν αυτόν και ανύψωσεν εις ουρανογείτονα αθάνατον πυραμίδα φωτός».

Το 1864 επέστρεψε στην Κύπρο η Θεανώ Παρούτη, η οποία είχε φοιτήσει επί 5 χρόνια στο Αρσάκειο. Ήταν ευφυέστατη και, αν και νεαρή. ανέλαβε αμέσως τη διεύθυνση τού μεγαλύτερου εκπαιδευτηρίου τού νησιού, το οποίο διηύθυνε επί 16 χρόνια. Διέθετε οξύ πνεύμα και ήπιο χαρακτήρα, σοβαρότητα και επιβολή. Όταν παντρεύτηκε τον δήμαρχο Λευκωσίας Λιασίδη σταμάτησε να εργάζεται.

Στο Παρθεναγωγείο δίδαξαν ακόμα οι Αρσακειάδες αδελφές Καρολίνα και Μαρία Σμόλτζε (1864-1868) και η επίσης Αρσακειάδα Άννα Τζεκούρη (1869-1871). Την ίδια εποχή με το Παρθεναγωγείο Φανερωμένης ιδρύθηκε στη Λάρνακα το «Παρθεναγωγείον Σκάλας» με πρώτη δασκάλα τη Μαριγώ Νικολαΐδου, ενώ το 1869 ιδρύθηκε το «Παρθεναγωγείον Λάρνακος» με πρώτη διευθύντρια τη Διαλεκτή Μιχαλοπούλου. Αρσακειάδες δασκάλες, όπως η Μαριγώ Λαζαρίδου, η Ελένη Έβερτ-Καραγεωργιάδου (1851-1884), η οποία ήταν υπότροφος τής βασίλισσας Αμαλίας, και η Ελένη Αντωνιάδου (1861-1878), δίδαξαν επίσης στο «Παρθεναγωγείον Λεμεσού».

8324 9981.ktirio themistokleous.783478fe9e8a13e58c0645e6de09db4e.0e8e793c75ab5138881661a9c72f2b8f[1]

Το Αθηναΐδιο Παρθεναγωγείο Λεμεσού

Όμως το 1878 στο συνέδριο τού Βερολίνου, ύστερα από παρασκηνιακές διαπραγματεύσεις και πιέσεις των Άγγλων, η Τουρκία παραχώρησε την Κύπρο στη Μεγάλη Βρετανία. Οι Τούρκοι έφυγαν ειρηνικά και τη διακυβέρνηση τής Κύπρου ανέλαβαν οι Άγγλοι. Στα πρώτα χρόνια τής κυριαρχίας τους οι Άγγλοι πλήρωναν ενοίκιο στην Τουρκία για την Κύπρο. Τα χρήματα αυτά εισέπρατταν από τους Κυπρίους με φορολογία. Από το 1914, όταν η Τουρκία εισήλθε στον πόλεμο με το μέρος τής Γερμανίας, η Αγγλία κήρυξε άκυρες τις συμφωνίες. Με τη συνθήκη τής Λωζάννης (1923) η Τουρκία αναγνώρισε την προσάρτηση τής Κύπρου στην Αγγλία και το 1925 η Κύπρος ανακηρύχθηκε αποικία τού αγγλικού στέμματος.

Το 1901 τη διεύθυνση τού Παρθεναγωγείου Φανερωμένης ανέλαβε η Αρσακειάς η Ελένη Χρήστου, η οποία είχε συμπληρώσει τις σπουδές της στην Ελβετία. Η θητεία της στο Παρθεναγωγείο τής Φανερωμένης δικαίως ονομάσθηκε «χρυσή εποχή». Με την παρουσία της στη διεύθυνση του Παρθεναγωγείου μέχρι το 1936 επηρέασε τη γυναικεία εκπαίδευση όχι μόνο στη Λευκωσία αλλά και σε ολόκληρο το νησί. Το 1903 το σχολείο τής Φανερωμένης έγινε ανώτερο Παρθεναγωγείο και Διδασκαλείο, στο οποίο εκπαιδεύονταν οι μέλλουσες δασκάλες. Το σχολείο αναγνωρίστηκε από το ελληνικό κράτος ως ισότιμο με το Αρσάκειο και σε δίδαξαν σε αυτό διακεκριμένοι καθηγητές. Η διπλωματικότητα τής Χρήστου αποδείχθηκε πολλές φορές αποτελεσματική στις δύσκολες ώρες που πέρασε το σχολείο. Εκτός από το εκπαιδευτικό της έργο η Ελένη Χρήστου ίδρυσε το Σωματείο των Ελληνίδων Κυριών «Ένωσις» και διετέλεσε πρόεδρος τού Σωματείου «Μάνα». Η πόλη τής Λευκωσίας την τίμησε και αναγνώρισε με ευγνωμοσύνη το σπουδαίο έργο της.

Την ίδια εποχή οι Αρσακειάδες Χαριτίνη Σακκάδα-Χατζηγαβριήλ και η Μαρία Χριστοδούλου-Τσαμαντά, η οποία είχε συμπληρώσει τις σπουδές της στη Σορβόνη, διευθύντριες σχολείων αφοσιωμένες επί πολλά χρόνια στην εκπαίδευση και στο κοινωνικό τους έργο, ύψωσαν πολλές φορές το ανάστημά τους απέναντι στα προσκόμματα που έθεταν οι αρχές. Η Χαριτίνη Σακκαδά-Χατζηγαβριήλ διετέλεσε πρόεδρος τού Σωματείου «Ένωση», ενώ η Μαρία Χριστοδούλου-Τσαμαντά γενική γραμματέας τής «Πνευματικής Αδελφότητος».

Αρσακειάς ήταν και η Παρασκευή Ιωάννου, η οποία διετέλεσε επί 33 χρόνια διευθύντρια στη Λάρνακα. Αρσακειάδες επίσης ήταν η Ελένη Χατζηλοΐζου και η Κατίνα Αντωνιάδου, η οποία εργάστηκε επί πολλά χρόνια στην Πάφο.

Μορφή για την εκπαίδευση τής Λεμεσού υπήρξε η Αρσακειάς Αθηναΐς Λανίτου. Σύζυγος τού Ζήνωνα Λανίτη, δίδαξε στη Λεμεσό όπου το 1920 ίδρυσε την «Ιδιωτική Σχολή Ξένων Γλωσσών». Αργότερα το σχολείο προς τιμήν της ονομάστηκε «Αθηναΐδειο Γυμνάσιο Θηλεων», ένα από τα πρωτοποριακά σχολεία τής Κύπρου και κεντρο πολλών παιδαγωγικών πρωτοβουλιών και πειραματισμών. Οι μαθήτριές του οργάνωναν παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών και άλλων θεατρικών έργων. Η πόλη τής Λεμεσού τίμησε τη Λανίτου απονέμοντας της το χρυσό μετάλλιο.

Kedares

Η Περσεφόνη Παπαδοπούλου με μαθήτριες τού Παρθεναγωγείου Αμμοχώστου

Συνδεδεμένη με την εκπαίδευση στην Αμμόχωστο είναι και η Αρσακειάς Ελένη Χατζηπέτρου, η οποία ίδρυσε «Παρθεναγωγείο» και το 1906 ίδρυσε τον πρώτο «Γυναικείο Φιλόπτωχο Σύλλογο», όραμα και έργο μιας μικρής ομάδας κυριών, όπως τής Μαρίας Ανδρέου και τής Περσεφόνης Παπαδοπούλου. Σκοπός του ήταν η ανακούφιση των δυσπραγούντων συνανθρώπων τους.

Η μεγαλύτερη ίσως μορφή σε αυτή την αμφίδρομη σχέση Αρσακείου – Κύπρου υπήρξε η Κύπρια φεμινίστρια από την Πάφο Περσεφόνη Παπαδοπούλου, η «μεγάλη κυρία τής Κύπρου» όπως την αποκάλεσαν. Ανήσυχο και φιλοπρόοδο πρωτοποριακό πνεύμα, συνέδεσε το όνομά της με την πρώιμη εμφάνιση των φεμινιστικών ιδεών στην Κύπρο. Έγραφε ποιήματα και θα μπορούσε να θεωρηθεί εισηγήτρια τού νεοσυμβολισμού στην Κύπρο. Το 1935 ανέλαβε τη διεύθυνση τού Αρσακείου Πατρών μέχρι τον Δεκέμβριο τού 1948, οπότε πέθανε από φυματίωση λόγω των κακών συνθηκών διαβίωσης κατά τη γερμανική κατοχή.

Σε έναν εντελώς διαφορετικό τομέα ξεχώρισε η Αρσακειάς η Μαρία Ελευθερίου-Γκαφιέρο, απόγονος τού Χ΄Νικόλα, προύχοντα τού Καραβά. Σπούδασε θέατρο στη Δραματική Σχολή Αθηνών με καθηγήτρια τη Μαρίκα Κοτοπούλη, έπαιξε θέατρο στην Αθήνα και τη Λεμεσό και ήταν η πρώτη γυναίκα ηθοποιός στην Κύπρο. Ευαίσθητη και ταλαντούχα, έχοντας τη διορατικότητα να εκτιμήσει τη διαχρονική αξία χειροποίητων αντικειμένων που ήταν συνυφασμένα με τον πολιτισμό και την ιστορία της Κύπρου, δημιούργησε συλλογή 280 κεντημάτων, δαντελών, υφασμάτων, ενδυμάτων, κοσμημάτων και άλλων χειροποίητων αντικειμένων αντιπροσωπευτικών τής κυπριακής λαϊκής τέχνης. Σήμερα η συλλογή της εκτίθεται στο Μουσείο Λαϊκής Τέχνης τής Κύπρου.

persef[1]

Η Περσεφόνη Παπαδοπούλου σε νεαρή ηλικία

Με το πέρασμα των χρόνων αλλά και με τα προβλήματα που αντιμετώπισε το νησί στη σύγχρονη ιστορία του, οι συνέπειες των οποίων παραμένουν μέχρι σήμερα, πολλοί νέοι άνθρωποι δεν γνωρίζουν τους αγώνες που έδωσαν οι γυναίκες τής Κύπρου για να κατακτήσουν τα δικαιώματα και τις ελευθερίες που απολαμβάνουν σήμερα. Στο βιβλίο του «Η συμβολή τού Αρσακείου εις την Παιδείαν τής Κύπρου» ο Αριστείδης Κουδουνάρης παρουσίασε 97 Αρσακειάδες δασκάλες που με πολύ κόπο γαλούχησαν γενεές Κυπρίων γυναικών επιτελώντας έργο εκπαιδευτικό και εθνικό. Με τον τρόπο αυτό ο συγγραφέας απέδωσε τις ευχαριστίες ολόκληρης της Κύπρου για τον δύσκολο αγώνα των γυναικών αυτών που σήκωσαν στους ώμους τους το βάρος τής μόρφωσης των γυναικών τού νησιού και τής διατήρησης και τής διαιώνισης τής ελληνικής παιδείας στην Κύπρο.

Αν επιχειρήσουμε μια διαφορετική ανάγνωση των στοιχείων που περιλαμβάνονται στο βιβλίο του παρατηρούμε ότι τον 19ο αι. και στις αρχές τού 20ού αι. Αρσακειάδες δασκάλες εργάστηκαν :

  1. στη Λευκωσία 12 δασκάλες εκ των οποίων διευθύντριες διετέλεσαν οι: Θεανώ Παρούτη (στο Παρθεναγωγείο Φανερωμένης), Ελένη Χρήστου (στο Παρθεναγωγείο Φανερωμένης) και Χατζηγαβριήλ Χαριτίνη (στο Παρθεναγωγείο Αγ. Αντωνίου), Τσαμαντά Μαρία (στο Παρθεναγωγείο Φανερωμένης), στην οποία οι Άγγλοι απαγόρευσαν να διδάσκει λόγω τής εθνικής της δράσης.
  2. στην Κερύνεια 6 δασκάλες
  3. στη Μόρφου 1 δασκάλα
  4. στη Λεμεσό 21 δασκάλες εκ των οποίων διευθύντριες διετέλεσαν οι Μαριγώ Λουϊζίδου και Ελένη Σιμοπούλου (στο Παρθεναγωγείο Λεμεσού)
  5. στην Αμμόχωστο 9 δασκάλες εκ των οποίων διευθύντριες διετέλεσαν οι Ζυμπουλάκη Μαρία (στο Ανώτερο Παρθεναγωγείο Αμμοχώστου) και Ελένη Χατζηπέτρου (στο Παρθεναγωγείο Αμμοχώστου)
  6. στην Πάφο 6 δασκάλες εκ των οποίων διευθύντριες διετέλεσαν οι Κατίνα Αντωνιάδου και Αλεξάνδρα Πεγιαζή (στο Παρθεναγωγείο Πάφου)
  7. στη Λάρνακα 8 δασκάλες εκ των οποίων διευθύντριες διετέλεσαν οι Παρασκευή Ιωάννου και Ευθυμία Χρήστου (στο Παρθεναγωγείο Λάρνακας).

Την μεταπολεμική περίοδο από τις Κύπριες αποφοίτους τού Αρσακείου οι 36 εργάστηκαν στην εκπαίδευση, ενώ οι Αρσακειάδες Νίκη Γαβριήλ, Δέσπω Κολάτση, Άννα Λιασίδου, Ελισάβετ Παπαγεωργίου, Βέρα Φέσα κ.ά. έλαβαν ενεργό μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα τής ΕΟΚΑ. Δεν ήταν λίγες και αυτές που ασχολήθηκαν με τη λαϊκή παράδοση τού νησιού, τη ζωγραφική και τη λογοτεχνία.

Το 1953 ο τότε διευθυντής τού Παγκύπριου Γυμνασίου και τού Γυμνασίου Φανερωμένης Κωνσταντίνος Σπυριδάκις (μετέπειτα υπουργός Παιδείας τής Κύπρου) στη Λογοδοσία του, μεταξύ άλλων, προέτρεπε τους γονείς τονίζοντας: «… είναι καιρός πλέον η Κυπρία κόρη να δοθή εις την κοινωνίαν με όλας τας δυνάμεις τας οποίας διαθέτει και να μη τας αχρηστεύει, όπως δυστυχώς υπήρξεν η τάσις μέχρι σήμερον… Διότι η μορφωμένη και πνευματικώς εργαζομένη γυναίκα είναι εκείνη που θα δώση μεγαλυτέραν ώθησιν εις την ανάπτυξιν τής κοινωνίας, η οποία παραμένει άλλως περιορισμένη και εις τας χείρας μόνον των ανδρών».

Το 1983, κατά τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την ίδρυση τού ΣΑΦΕ, η πρόεδρος τής «Πνευματικής Αδελφότητος Ελληνίδων Κύπρου» απευθύνοντας χαιρετισμό ευχαρίστησε για την έμπρακτη και στοργική συμπαράστασή του προς την Κύπρο στις δύσκολες και οδυνηρές ώρες που περνούσε ο τόπος μετά την βάρβαρη τουρκική εισβολή: «Τόσο το Σωματείο μου, η Πνευματική Αδελφότης Ελληνίδων Κύπρου, που υπήρξε ο φορέας τής ευγενικής αυτής δραστηριότητος τού ΣΑΦΕ, όσο και τα σχολεία που ευεργετήθηκαν απ’ αυτή θα θυμούνται πάντα με ευγνωμοσύνη την πατριωτική αυτή προσφορά του».

Η Κύπρια γυναίκα πέτυχε, σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα, σημαντικές κατακτήσεις. Όχι μόνο έπαψε να μένει στο σπίτι, αλλά με μόρφωση και προσόντα διεκδίκησε τη θέση που τής αρμόζει στη δημόσια και την κοινωνική ζωή. Ανάμεσα στα κράτη μέλη τής Ε.Ε., η Κύπρος διαθέτει ένα από τα πιο υψηλά ποσοστά συμμετοχής γυναικών στην αγορά εργασίας. Οι αλλαγές αυτές δεν συνέβησαν τυχαία. Μεταξύ των πρωτοπόρων που άνοιξαν τον δρόμο στις νεότερες γενιές ήταν και κάποιες Αρσακειάδες για τις οποίες είναι περήφανη όχι μόνο η Κύπρος αλλά και το σχολείο τους.

 

Παναγιώτα Αναστ. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός

  • Το κείμενο βασίζεται σε στοιχεία από το Αρχείο τής Φ.Ε., το άρθρο τής Περσεφόνης Παπαδοπούλου στο βιβλίο «Φυσιογνωμίαι τινες Αρσακειάδων» που εξέδωσε ο ΣΑΦΕ για την συμπλήρωση 100 ετών τής Φ.Ε. και το βιβλίο τού Αριστείδη Κουδουνάρη.