Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος Δ΄)

 

Γεώργιος Αργυρόπουλος

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε τη μόρφωση που είχαν όλοι οι Φαναριώτες. Υπηρέτησε ως επιτετραμμένος των Οθωμανών στο Λονδίνο. Ύστερα πήγε στη Βλαχία, όπου εργάστηκε για τον Ηγεμόνα της Ι. Καρατζά. Εκεί έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ασχολήθηκε με τη συλλογή λέξεων τις οποίες δεν είχαν συμπεριλάβει οι λεξικογράφοι στα έργα τους, δεν είναι όμως σίγουρο ότι προχώρησε στην έκδοση τόμου με αυτό το αντικείμενο. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στο αρχείο τής Φ.Ε. αναφέρεται ως κτηματίας.

 

200px Georgios Rallis[1]

Γεώργιος Α. Ράλλης

Ο Γεώργιος Α. Ράλλης γεννήθηκε το 1804 στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γόνος παλαιάς φαναριωτικής οικογένειας, γιος τού Αλέξανδρου Ράλλη, ο οποίος ήταν διπλωματικός επιτετραμμένος τού Σουλτάνου στη Γαλλία και απαγχονίστηκε από τους Τούρκους μετά την έκρηξη τής επανάστασης του 1821. Σπούδασε Νομικά στη Βιέννη και στο Παρίσι. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1829 και σταδιοδρόμησε ως δικαστικός. Διετέλεσε εισαγγελέας, πρόεδρος Εφετών και πρόεδρος τού Αρείου Πάγου. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας θέλοντας να ενισχύσει την εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος.

Το 1837 έγινε καθηγητής Εμπορικού Δικαίου στη Νομική Σχολή τού νεοσύστατου Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώτος «Σχόλαρχός» της. Συνέδεσε το όνομά του με πολλές προσπάθειες εκσυγχρονισμού των ανώτατων σπουδών στην Ελλάδα. Ασχολήθηκε στα κοινά και εξελέγη επανειλημμένως βουλευτής. Διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης το διάστημα 1841-1843 στη κυβέρνηση τού Όθωνα, στην κυβέρνηση Γεωργίου Κουντουριώτη (1848), στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κανάρη (1849), στην κυβέρνηση Αθαν. Μιαούλη (1857-1860). Από τη θέση αυτή συνέβαλε στη διαμόρφωση τού θεσμικού πλαισίου τής ελληνικής Δικαιοσύνης. Θεωρείται κορυφαία μορφή των νομικών επιστημών στην Ελλάδα και τα έργα του θεωρούνται κλασικά στο είδος τους. Μεταξύ άλλων δημοσίευσε μελέτες όπως: «Ερμηνεία τού Ελληνικού Εμπορικού Δικαίου» (1848, 3 τόμ.), «Το Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων τής Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας» (1852/56 6 τόμ.), «Ερμηνεία Επί τού νεωτέρου περί πτωχεύσεως νόμου» (1879). Εξέδωσε ακόμα και μεταφράσεις ξένων νομικών συγγραμμάτων. Πέθανε το 1883 στην Αθήνα.

 

tipaldos kozakis[1]

Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος

Ο Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος γεννήθηκε το 1790 στο Ληξούρι τής Κεφαλονιάς. Μαθήτευσε στην Ακαδημία των Κυδωνιών, όπου είχε καθηγητή τον Βενιαμίν Λέσβιο. Το 1807 άρχισε σπουδές στην Πάδοβα, τις οποίες ολοκλήρωσε στο Παρίσι, όπου πήρε πτυχίο Ιατρικής και Φιλοσοφίας το 1817. Στο Παρίσι έζησε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των ιδεολόγων και έγινε μέλος τής «Εταιρείας για τη διάδοση τής Δημόσιας Εκπαίδευσης», η οποία είχε διακεκριμένα μέλη, όπως ήταν ο Δούκας τού Λόντβιλ, ο Πινέλ, ο Κυβιέ κ.ά. Άσκησε το ιατρικό επάγγελμα στη Μολδαβία και στην Κρακοβία. Ήταν φίλος τού Ιωάννη Καποδίστρια με τον οποίο αλληλογραφούσε. Ύστερα εγκαταστάθηκε στη Βλαχία. Εκεί έγινε μέλος τής Φιλικής Εταιρίας και εργάστηκε για την προετοιμασία τού αγώνα. Υπήρξε συντάκτης τής πατριωτικής προκήρυξης «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» τού Αλ. Υψηλάντη (24 Φεβρ.1821).Το 1821 ήρθε στην Ελλάδα ακολουθώντας τον Δημήτριο Υψηλάντη και προσέφερε στον αγώνα το ποσό των 150 000 δρχ. Για λόγους υγείας μετέβη στη Μολδαβία. Στη Βιέννη συνάντησε τον Καποδίστρια, τον οποίο βοήθησε στην προσπάθειά του να υποστηρίξει μέσω τού Τύπου την ελληνική επανάσταση. Παρέμεινε στη Μολδαβία ώς το 1835. Εκεί έγραψε και δημοσίευσε το «Φιλοσοφικόν δοκίμιον περί τής προόδου και τής πτώσεως τής παλαιάς Ἑλλάδος», όπου επιχειρεί να προεκτείνει τον προβληματισμό του σε θέματα φιλοσοφίας τής Ιστορίας με παραδείγματα από την αρχαία ελληνική Ιστορία. Αναζήτησε τους λόγους τής προόδου τής αρχαίας Ελλάδας στη θρησκευτική και πολιτική ενότητα την οποία ονομάζει «Ἡθική ενότητα». Διαιρεί την Ιστορία τής Ελλάδος σε 6 περιόδους: ελληνική, ελληνομακεδονική, ελληνορωμαϊκή, ελληνογραικορωμαϊκή, ελληνοοθωμανική και νεοελληνική, δείχνοντας έτσι την αδιάκοπη συνέχεια τής ελληνικής Ιστορίας. Ως προμετωπίδα τού δοκιμίου του έβαλε το χωρίον από τον «Γοργία» τού Πλάτωνα: «εμπειρία μεν γαρ ποιεί τον αιώνα ημών πορεύεσθαι κατά τέχνηνˑ απειρία δε κατά τύχην. Εκάστων δε τούτων μεταλαμβάνουσιν άλλοι άλλων άλλωςˑ των δε αρίστων οι άριστοι».

Το 1836 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ασχολήθηκε με την αναβίωση και την καλλιέργεια των γραμμάτων. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και το 1837 της Αρχαιολογικής Εταιρείας, τής οποίας διετέλεσε πρόεδρος από το 1845 έως το1853. Το 1843 ανέλαβε την ίδρυση τής Δημόσιας Βιβλιοθήκης και τού Νομισματικού Μουσείου. Ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή το 1860. Μετά την εκθρόνιση τού Όθωνα παραιτήθηκε από τα θέσεις του. Ύστερα από την ένωση τής Επτανήσου με την Ελλάδα εξελέγη πληρεξούσιος Κεφαλονιάς στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τής Αθήνας. Έγραψε και δημοσίευσε πλήθος δοκιμίων, πολιτικών άρθρων, μεταφράσεων και διατριβές με περιεχόμενο ιστορικό και φιλοσοφικό. Πέθανε το 1867.

 

200px Emmanouil Manitakis[1]

Εμμανουήλ Μανιτάκης

Ο συνταγματάρχης Εμμανουήλ Μανιτάκης γεννήθηκε στην Κυδωνία της Κρήτης το 1809. Θείος του ήταν ο πλούσιος Εμμανουήλ Καλλέργης, ο οποίος ανέλαβε την εκπαίδευσή του. Έτσι ο μικρός Εμμανουήλ πήρε αρίστη παιδεία. Στο Παρίσι σπούδασε Φυσική και Χημεία αλλά και Μηχανική στη Στρατιωτική Σχολή τού Μετς .Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εκπαιδεύτηκε επί τω έργω στη γαλλική αποστολή τού Μαιζόν το 1828-1829 και υπήρξε ένας από τους πρώτους αποφοίτους τής Σχολής Ευελπίδων. Κατετάγη στο Μηχανικό σώμα τού στρατού με βαθμό ανθυπολοχαγού, από το 1842 μέχρι το 1845 υπηρέτησε ως λοχαγός και έφθασε μέχρι τον βαθμό τού Συνταγματάρχη.

Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Εκπόνησε το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο τής πόλεως τής Λαμίας. Από το 1845 μέχρι 1867 υπηρέτησε ως νομομηχανικός στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 1883.

 

Ιωάννης Σέρρος

Ο Ιωάννης Σέρρος ήταν λόγιος. Το όνομά του αναφέρεται στους καταλόγους συνδρομητών των έργων τού Αδαμάντιου Κοραή και άλλων συγγραμμάτων. Ασχολήθηκε με τα οικονομικά και υπηρέτησε τη Διοίκηση τού κράτους από διάφορες. Διετέλεσε αρμόδιος για την είσπραξη δασμών στην Ύδρα. Το 1837 ήταν προϊστάμενος τού Τελωνείου, ενώ το όνομά του βρίσκεται στους καταλόγους των ενόρκων της Διοίκησης των Αθηνών. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

 

Γεώργιος Κ. Τισαμενός

Ο Γεώργιος Τισαμενός γεννήθηκε στους Φραγκάδες τού Ζαγορίου. Το όνομά του ήταν Καραγιαννόπουλος. Σπούδασε στο Βουκουρέστι και ήταν μαθητής τού Φωτιάδη και τού Δούκα. Με την έναρξη τής επανάστασης το 1821 επέτρεψε στην Αθήνα για να λάβει μέρος στον Αγώνα. Διετέλεσε γραμματέας τού Παπαφλέσσα και έλαβε μέρος στη μάχη στο Μανιάκι. Κατά την περίοδο τού κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια υπηρέτησε στη Γενική Γραμματεία Επικράτειας ως συνεργάτης τού γραμματέα Σπυρ. Τρικούπη σε διοικητικά ζητήματα. Κατά την περίοδο τής βασιλείας τού Όθωνα υπηρέτησε αρχικά σε διοικητικές θέσεις και ακολούθως διετέλεσε υπουργός Οικονομικών σε αρκετές κυβερνήσεις.

Υπήρξε εντιμότατος, αφού παραιτήθηκε από τη θέση του γιατί αρνήθηκε να μειώσει τη φορολογία σε προστατευόμενο τού επιτετραμμένου τής Γαλλίας. Έγινε διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, αλλά παραιτήθηκε για να αγωνιστεί για την απελευθέρωση τής Ηπείρου και τής Κρήτης. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και πρόεδρος τού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πέθανε απογοητευμένος που δεν είδε την ιδιαίτερη πατρίδα του ελεύθερη.-

 

Ιωάννης Β. Βενιζέλος

Ο Αθηναίος ελληνιστής και δάσκαλος Ιωάννης Μπενιζέλος ή Βενιζέλος ήταν γόνος τής γνωστής και παλαιάς αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, από την οποία καταγόταν και η Αγία Φιλοθέη. Ήταν συνεργάτης και φίλος τού Γεώργιου Γενναδίου. Έγραψε την «Ιστορία των Αθηνών» την οποία μάλιστα προλόγισε ο Γεννάδιος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας για την οποία πρέπει να τού είχε μιλήσει ο Γ. Γεννάδιος.

 

200px K. Provelegios[1]

Κωνσταντίνος Προβελέγγιος

Γεννήθηκε στο Κάστρο τής Σίφνου το 1800. Σπούδασε Νομικά στην Πίζα, τη Γένοβα, τη Βαυαρία και την Πρωσία. Ήταν διδάκτωρ τού Πανεπιστημίου τής Χαϊδελβέργης. Μόλις γύρισε στην Ελλάδα με τον Όθωνα, τού οποίου πάντα θεωρείτο πιστός οπαδός, διορίστηκε ανώτερος υπάλληλος σε διάφορα Υπουργεία και μετά έγινε Γενικός Γραμματέας τού Συμβουλίου τής Επικρατείας. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου εξελέγη μέλος τής Εθνοσυνέλευσης και γερουσιαστής. Το 1852 ανέλαβε το υπουργείο Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση τού Αντωνίου Κριεζή και το 1853 το υπουργείο των Οικονομικών. Το 1857 έγινε υπουργός των Εσωτερικών στην κυβέρνηση τού Αθαν. Μιαούλη. Μετά την κατάργηση τής Γερουσίας πολιτεύθηκε και εξελέγη βουλευτής Σίφνου. Το 1866 έγινε υπουργός των Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου Ρούφου. Πέθανε το1880 στην Αθήνα.

 

Γεώργιος Βέλλιος (Μπέλλιος)

Ο Γεώργιος Βέλλιος ή Μπέλλιος καταγόταν από τη Βλάστη Εορδαίας τού νομού Κοζάνης. Ήταν συγγενής τού βαρόνου Κωνσταντίνου Δημητρίου Μπέλλιου, ενός από τους μεγαλύτερους Μακεδόνες εθνικούς ευεργέτες. Το 1776 η οικογένεια έφυγε από τη Βλάστη για την Κωνσταντινούπολη. Μετά από σύντομη διαμονή εκεί εγκαταστάθηκαν στην Αυστροουγγαρία, όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο και χρηματιστηριακές εργασίες.

Το 1834 ο Γ. Μπέλλιος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Νομομαθής και λόγιος άνδρας, ήταν δικηγόρος στην Αθήνα και «συνειργάσθη εν πολλοίς Δικαστικοίς έργοις», όπως αναφέρει γι’ αυτόν το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Μπεκ και Μπαρτ (συμπλήρωμα Μάρτιος 1902-Μάιος 1905). Ως λόγιος υπήρξε ένας εκ των συντακτών των περιοδικών «Ευρωπαϊκός ερανιστής», «Ευαγγελικός κήρυξ» και «Φιλίστωρ». Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε το 1861 στο Παρίσι όπου είχε μεταβεί για θεραπεία.

 

Theophan Siatistevs[1]

Θεοφάνης Σιατιστεύς

Ο Θεοφάνης Σιατιστεύς ήταν από τη Σελίτσα τού νομού Κοζάνης. Ήταν πτυχιούχος τής περιώνυμης Ακαδημίας των Κυδωνιών. Κατά την επανάσταση τού 1821 συνεργάστηκε με τον Εμμανουήλ Παππά και συμμετείχε στις επιχειρήσεις τής Χαλκιδικής. Αργότερα έφθασε στην Πελοπόννησο και συνέχισε τον εκεί αγώνα. Ο Όθων τον διόρισε γραμματέα τής Ιεράς Συνόδου στη θέση τού Θεόκλητου Φαρμακίδη. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ Το 1852 έγινε Μητροπολίτης τής Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας.

 

Pittakis

Κυριάκος Πιττάκης

Ο Έλληνας αρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία τού Ψυρρή, το 1798. Ήταν γόνος ιστορικής αθηναϊκής οικογένειας. Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Ιωάννης Παλαμάς, διευθυντής τής σχολής «Ιωάννη Ντέκα». Για τη μόρφωσή του ενισχύθηκε οικονομικά από τη «Φιλόμουσο Εταιρεία», που ασχολείτο με τη διάσωση των αρχαίων μνημείων. Από νεαρή ηλικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα αρχαία μνημεία, παρακινούμενος από τον Φωβέλ. Αναφέρεται ότι είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία και συμμετείχε στον Αγώνα. Το 1822 ανακάλυψε την αρχαία πηγή «Κλεψύδρα». Ο χώρος της περικλείστηκε στη λεγόμενη «Ντάπια τού νερού ή τού Δυσσέα» και έτσι εξασφαλίστηκε νερό για το φρούριο. Σε πρωτοβουλία του μάλιστα οφείλεται το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών οι Έλληνες προσέφεραν στους Τούρκους αρκετό μολύβι, για να μην αναγκαστούν εκείνοι να διαλύσουν αρχιτεκτονικά μέλη των ναών για να πάρουν το μολύβι.

Το 1824 ο Πιττάκης πήγε στην Κέρκυρα και σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία Φιλολογία με καθηγητή τον Ασώπιο, Ιατρική και ξένες γλώσσες. Μετά την άφιξη τού Καποδίστρια στην Ελλάδα ο Πιττάκης έσπευσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το 1827 ανήγγειλε την έκδοση επιγραφών. Το 1832 διορίστηκε «επιστάτης» των αρχαιοτήτων τής Αθήνας και από τότε άρχισε να ασχολείται με τις αρχαιότητες τής ελεύθερης Ελλάδας. Το 1833 ανέλαβε «υποέφορος» τής Στερεάς Ελλάδος με έδρα την Αθήνα. Τότε πραγματοποίησε και τις πρώτες ανασκαφές στην Ακρόπολη και επιδόθηκε στην οργάνωση των πρώτων αρχαιολογικών συλλογών που στεγάστηκαν στο Θησείο, στη στοά τής βιβλιοθήκης τού Αδριανού, στην Ακρόπολη, στον Πύργο των ανέμων κ.α. Το 1836, όταν παραιτήθηκε ο Λούντβιχ Ρος, έγινε έφορος αρχαιοτήτων. Τον ίδιο χρόνο έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Ήταν ένας από τους ιδρυτές τής Αρχαιολογικής Εταιρείας, το 1837, τής οποίας διετέλεσε γραμματέας και αντιπρόεδρος. Σκοπός τής Αρχαιολογίας τότε ήταν η αποκάλυψη τού πολιτισμού των προγόνων και η απόδειξη τής ιστορικής συνέχειας τής φυλής. Ήταν ιδρυτής τού Μουσείου τής Ακρόπολης. Εξέδωσε ακόμα το περιοδικό «Αρχαιολογική Εφημερίς» (1837). Με το έργο του συγκέντρωσε έναν όγκο αρχαιολογικών μαρτυριών που αποτέλεσαν την καλύτερη απάντηση στην θεωρία τού Φαλμεράιερ. Για τις αρχαιολογικές του δραστηριότητες τιμήθηκε από την Ακαδημία Επιγραφών και Γραμμάτων τού Παρισιού με τον τίτλο τού αντεπιστέλλοντος μέλους. Πολλοί συνάδελφοί του πάλι, όπως ο Ρος και ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, τον κατηγόρησαν για επιστημονική ανεπάρκεια, ωστόσο κανένας δεν αρνήθηκε την προσφορά του στην έρευνα τού αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πέθανε το 1863 στην Αθήνα.

 

Nikolaos Flogaitis 1 750x375[1]

Νικόλαος Φλογαΐτης

Ο Νικόλαος Φλογαΐτης γεννήθηκε το 1799 στην Οδησσό, αλλά ο πατέρας του καταλόταν από την Λευκάδα και ήταν έμπορος και η μητέρα του από την Κωναστανιτνούπολη. Ο ίδιος φοίτησε στις φημισμένες σχολές τής Οδησσού και πολύ νέος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Συνδεόταν με την οικογένεια Υψηλάντη και ήρθε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα, στην αρχή ως απεσταλμένος τού Αλέξανδρου με μυστικές διαταγές. Έκτοτε παρέμεινε στην κυρίως Ελλάδα υπό τον Δ. Υψηλάντη. Διακρίθηκε ως αγωνιστής κατά την πολιορκία τής Τριπολιτσάς και τού Ακροκορίνθου, όπου αιχμαλωτίστηκε από τους Τουρκαλβανούς. Ανέλαβε αστυνομικά καθήκοντα στο Ναύπλιο και τον αποκάλεσαν «σωτήρα των Ναυπλιέων» για τα μέτρα που έλαβε το 1823, όταν έπεσε πανώλης στην πόλη. Το 1824 τιμήθηκε με τον βαθμό τού ταγματάρχη. Το 1826 δημιούργησε το «επτανησιακό σώμα» υπό τον Ευμορφόπουλο και διακρίθηκε στην πολιορκία τής Ακροπόλεως για τους αγώνες του εναντίον τού Κιουταχή.

Ο Καποδίστριας τον έστρεψε προς τον δικαστικό κλάδο και διορίστηκε πρόεδρος Πρωτοδικών. Έγινε αρεοπαγίτης και παρέμεινε στη θέση μέχρι το 1844. Το 1836 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη τής ΦΕ. Το 1862 έγινε πρόεδρος Εφετών στο Ναύπλιο. Ήταν δίκαιος και καλοκάγαθος άνθρωπος. Διακρινόταν για την αγάπη του στην πατρίδα. Ήταν γλωσσομαθής και δημοσίευσε έργα νομικά, πρωτότυπα ή μεταφράσεις. Έγραψε ακόμη ιστορικά διηγήματα. Mετέφρασε από τα Γαλλικά το έργο «Οι διαβόητοι πλάνοι», αγνώστου συγγραφέως» (Αίγινα 1825). Τού άρεσε η μουσική, ήταν επιδέξιος βιολιστής και έγραψε εγχειρίδιο για τις «Στοιχειώδεις αρχές τής Μουσικής». Απεβίωσε στη Χαλκίδα το 1867.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός

 

Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος Γ΄)

 

 

dragoymis nikolaos2[1]

Νικόλαος Δραγούμης

Ο Νικόλαος Δραγούμης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1809. Ήταν γιος τού λόγιου και φιλικού Mάρκου Δραγούμη. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση κινδύνευσε να συλληφθεί γιατί ο πατέρας του, που ήταν μέλος τής Φιλικής Εταιρίας, διέφυγε στην Οδησσό. Σώθηκε μετά από παρέμβαση ενός Τούρκου οικογενειακού φίλου και κατέφυγε στην Ελλάδα. Με την υπόλοιπη οικογένειά του πήγε στα Ψαρά και από εκεί στην Πάρο και τη Νάξο. Το 1825 μετέβη στο Ναύπλιο. Το 1827 ορίσθηκε γραμματέας στην Εθνοσυνέλευση τής Ερμιόνης και τής Τροιζήνας. Το 1828 εργάστηκε στο γραφείο τού Ιω. Καποδίστρια, το οποίο διηύθυνε ο Σπυρίδων Τρικούπης. Μετά τη δολοφονία τού κυβερνήτη εργάστηκε σε δημόσια υπηρεσία για αρκετά χρόνια. Επί Όθωνος κατέλαβε πολλές πολιτικές και διοικητικές θέσεις. Το 1839 εγκατέλειψε τη θέση του και πήγε με την πλευρά των Συνταγματικών. Διετέλεσε σύμβουλος τού Υπουργείου Εξωτερικών μέχρι το 1845. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της το διάστημα 1850-1851 και Γενικός Γραμματέας τού ΔΣ από το 1860 μέχρι το 1862.

Εργάστηκε εντατικά για τη συνταγματική μεταπολίτευση τού 1843. Συνέβαλε στην επιτυχία της με τα άρθρα του, από το 1840, στην εφημερίδα «Αιών» και σε εφημερίδες τού εξωτερικού. Ήταν αγγλόφιλος και ασυμβίβαστος με την φιλογαλλική πολιτική τού Κωλέττη. Αντιπολιτεύτηκε την πολιτική του με κάθε τρόπο και με σφοδρότατα άρθρα στην «Αθηνά», αλλά και με την έκδοση πολιτικών φυλλαδίων στα Ελληνικά και τα Γαλλικά.

Εκλεγόταν δημοτικός σύμβουλος από το 1856 ώς το 1862. Συνεργάστηκε με το περιοδικό «Ευτέρπη» τού Γρ. Καμπούρογλου. Μαζί με τον Αλέξανδρο. Ρίζο Ραγκαβή και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο ίδρυσαν το επιστημονικό και λογοτεχνικό οικογενειακό περιοδικό «Πανδώρα». Κατατάσσεται στους κυριότερους εκπροσώπους τής Αθηναϊκής σχολής. Ήταν μέλος τής Εταιρείας Φίλων τού Λαού. Το 1874 δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του με τίτλο «Ιστορικαί Αναμνήσεις», στα οποία απεικονίζεται η ελληνική πραγματικότητα από τον απελευθερωτικό αγώνα ώς το 1863. Πέθανε στην Αθήνα το 1879.

 

Ανδρέας Κομπάτης 

Ο Ανδρέας Κομπάτης ήταν «φιλόμουσος και φιλογενέστατος ανήρ». Επί σειρά ετών ήταν σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων. Υπήρξε ακόμα ιδρυτικό μέλος και έφορος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τη θέση αυτή εγκατέλειψε λόγω προβλημάτων στην υγεία του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ. Στο αρχείο της αναφέρεται ως κτηματίας.

 

 

Mamoukas

Ανδρέας Ζ. Μάμουκας

Ο Έλληνας λόγιος Ανδρέας Μάμουκας γεννήθηκε στη Χίο τον Ιούνιο τού 1801. Ανήκε σε οικογένεια γενουατικής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν έμπορος. Φοίτησε στη σχολή τής Χίου το 1810 και είχε δασκάλους τον Νεόφυτο Βάμβα και τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο. Τον Ιούνιο τού 1822 κατέφυγε στη Σμύρνη, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Όταν επέστρεψε στη Χίο συνελήφθη από τους Τούρκους και φυλακίστηκε στο Κάστρο. Ο πατέρας του απαγχονίστηκε. Το 1822 απέδρασε και κατετάγη εθελοντικά στο σώμα τού Λυκούργου Λογοθέτη. Τον Ιούνιο του 1822, μετά την αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στη Σμύρνη, όπου έγραψε τα απομνημονεύματά του. Από τη Σμύρνη πέρασε στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου ο Μιαούλης τον διόρισε γραμματέα στον σπετσιώτικο στόλο. Το 1827 συμμετέσχε στην αποτυχημένη εκστρατεία τού Φαβιέρου στη Χίο.

Επί Καποδίστρια υπήρξε πρωτοκολλητής και επεξεργαστής δικαστικών λογαριασμών (1828) και αργότερα εργάστηκε στη γραμματεία τού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μετά τη δολοφονία τού Καποδίστρια υπηρέτησε ως δημόσιος υπάλληλος στη Σύρο. Το 1834 μετετέθη ως τμηματάρχης στο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Προφανώς έσπευσε να ενισχύσει την εκπαίδευση αλλά και την ιδέα τού Κοκκώνη. Διετέλεσε επίσης μέλος τού Δ.Σ. τής ΦΕ από το 1860 έως το 1866. Το 1837, όταν ιδρύθηκε το Σχολείο τής Φ.Ε., ήταν υπουργικός σύμβουλος επί των Εκκλησιαστικών.

Εκλέχθηκε βουλευτής Σύρου στις εκλογές τού 1847 και τού 1850. Το 1856 έγινε Γενικός Γραμματέας στο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1884. Από τη θέση αυτή εργάστηκε για την οργάνωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και τον διακανονισμό των σχέσεων τής εκκλησίας με την πολιτική αρχή. Ιδιαίτερα μερίμνησε για την τακτοποίηση των μοναστηριακών θεμάτων και την ίδρυση ιερατικών σχολών.

Ο Μάμουκας είχε πάντα στενούς δεσμούς με την ιδιαίτερη πατρίδα του την οποία βοήθησε ιδιαίτερα. Ήταν άνθρωπος με μεγάλες διαχειριστικές και διοικητικές ικανότητες, ήπιο χαρακτήρα και μόρφωση η οποία του επέτρεψε να διαπρέψει στη δημόσια διοίκηση τον 19ο αιώνα.

 

Γεώργιος Θ. Παγών

Ο Γεώργιος Θ. Παγώντας ή Παγών γεννήθηκε το 1806. Σπούδασε Γυμναστική στην Γερμανία και μετεκπαιδεύθηκε στο Μόναχο, στη δημόσια σχολή Γυμναστών. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας δάσκαλος Γυμναστικής μετά την απελευθέρωση τής Ελλάδος. Πίστευε στην ισορροπία σώματος και πνεύματος, όπως επέβαλλε όχι μονό η αρχαία ελληνική ρήση αλλά και η θεωρία που τότε αναπτύχθηκε στην Ευρώπη από τους Guts - Muths και Jahn. Το 1836 επανήλθε στην Ελλάδα και έσπευσε να γίνει μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν ο πρώτος Έλληνας γυμναστής και δάσκαλος στο Ορφανοτροφείο τής Αίγινας και στο Βασιλικό Διδασκαλείο. Ίδρυσε το πρώτο γυμναστήριο στην Ελλάδα και δίδαξε Παιδαγωγική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μερίμνησε για την εισαγωγή τού μαθήματος τής Γυμναστικής στο Αρσάκειο. Έγραψε πολλά βιβλία σχετικά με τη γυμναστική, τον αθλητισμό και όχι μόνο, όπως το «Περίληψις τής Γυμναστικής» (1837), «Επιτομή εκ τής περιλήψεως τής γυμναστικής» (1855). Υπηρέτησε τη γυμναστική περισσότερο από 40 χρόνια. Ο Παγώνδας πέθανε στην Αθήνα τον Νοέμβριο τού 1868. Η εφημερίδα «Εμπρός» έγραψε γι’ αυτόν στις 4-1-1918: «Ο Παγών πέθανε από ένδεια. Παυθείς εις το γήρας του από την θέσιν τού Διδασκάλου Γυμναστικής περιῆήλθε εις εσχάτην ένδειαν από την οποίαν και απέθανε».

 

 

200px Neofytos Metaxa[1]

Νεόφυτος Επίσκοπος Αττικής

Ο κατά κόσμον Νικόλαος Μεταξάς γεννήθηκε το 1762 στην Αθήνα. Ήταν γόνος γνωστής αθηναϊκής οικογένειας, σπούδασε κοντά στον ελληνιστή Ι. Βενιζέλο και τον μαθηματικό Ιωάννη Βόδα. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1792 στη Μονή Πεντέλης και πήρε το όνομα Νεόφυτος. Παρά το ότι επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιταλία, προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον θείο του Μητροπολίτη Καισαρείας Γρηγόριο. Επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε επίσκοπος Ταλαντίου (Αταλάντης) το 1803. Από τότε άρχισε η δράση του υπέρ των αδικουμένων και καταπιεζομένων χριστιανών. Χάρη στις ικανότητες του κατόρθωσε να κατευνάσει την ορμή τού Αλή πασά, ο οποίος μάλιστα τον χρηματοδότησε για να ανοίξει σχολή στην Αταλάντη. Κατά την προεπαναστατική περίοδο ανέπτυξε πατριωτική δράση. Ευλόγησε την κήρυξη τής Επαναστάσεως στην Στερεά Ελλάδα μαζί με τον Σαλώνων Ησαΐα. Είχε ηγετικό ρόλο στην εξέγερση τής Αταλάντης. Προσπάθησε να βοηθήσει τον Αθανάσιο Διάκο στην Αλαμάνα, όπου είχε περικυκλωθεί από τους Τούρκους, αλλά δεν πρόλαβε να αποτρέψει τον θάνατό του. Συμμετείχε στη Γερουσία Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, όπου ήταν πρόεδρος τού Δικανικού. Ακόμα έλαβε μέρος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (1821), καθώς και στις υπόλοιπες.

Το 1828 συμμετείχε στην 5μελή εκκλησιαστική επιτροπή που όρισε ο Καποδίστριας. Το 1833 ενθρονίστηκε Μητροπολίτης Αθηνών και το 1836 έγινε ισόβιος πρόεδρος τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τού Βασιλείου τής Ελλάδος.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και ως Επίσκοπος Αθηνών τέλεσε και τον αγιασμό τον Σεπτέμβριο τού 1837 στο πρώτο Σχολείο τής Φ.Ε., που στεγαζόταν στην οικία Βιτάλη – Συριανού στην οδό Καραϊσκάκη και Ερμού, στου Ψυρρή.

Παράλληλα με την εκκλησιαστική και την εθνική του δράση ανέπτυξε και μεγάλη συγγραφική δραστηριότητα. Μεταξύ των συγγραμμάτων του ήταν «Λόγος παραινετικός» (1825), «Ορθόδοξος ομολογία ήτοι πίστεως έκθεσις» (1828), «Εγχειρίδιον περιέχον τα επτά Μυστήρια» (1832) κ.ά. Απεβίωσε το 1861 στην Αθήνα.

 

 

ionas

Ιωνάς πρώην Ηλείας

Ο Ιωνάς γεννήθηκε στους Άνω Λουσούς των Καλαβρύτων το 1764/65. Δεν έκανε πολλές σπουδές αλλά διακρίθηκε για την αγχίνοιά του. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου. Το 1801 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Δαμαλών (τού Δήμου Τροιζήνας) με έδρα τον Πόρο. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και εργάστηκε με ζήλο ώστε στην περιοχή του να στρατολογήσει πολλά στελέχη. Κατήχησε πολλούς κατοίκους τού Σοφικού και τού Κρανιδίου, γι’ αυτό και με την έναρξη τής Επαναστάσεως ο Δαμαλών Ιωνάς βρέθηκε επικεφαλής ικανού αριθμού ενόπλων. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τού Ακροκόρινθου, στην οποία οι ελληνικές δυνάμεις ήλπιζαν πολλά, προκειμένου να πάρουν τους θησαυρούς τού Κιαμήλ Μπέη. Μετά την άλωση τής Τριπολιτσάς επανήλθε στην Κόρινθο και μπήκε στον Ακροκόρινθο πρώτος μετά τον Κολοκοτρώνη. Από τα πλούσια λάφυρα δεν πήρε τίποτα. Το 1825 τιμήθηκε με το αξίωμα τού μινήστρου τής Θρησκείας. Το 1830 ο Ι. Καποδίστριας τον διόρισε τοποτηρητή Ναυπλίας και μέλος τής εκκλησιαστικής επιτροπής για τη διευθέτηση εκκρεμοτήτων που αφορούν στη διοίκηση τής Εκκλησίας. Το 1833 οι Βαυαροί καταργούν την Επισκοπή του και τον τοποθετούν στην Ηλεία. Μετά 6 μήνες παραιτήθηκε από τη θέση του. Το 1834 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κορινθίας. Υπήρξε μέλος τής Ιεράς Συνόδου και εκκλησιαστικών επιτροπών. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Πέθανε το 1853 στο Ναύπλιο.

 

EpiskoposKontudis

Δανιήλ Επίσκοπος Καρύστου

Ο Δανιήλ (κατά κόσμον Δημήτριος) Κοντούδης γεννήθηκε στη Χίο το 1801. Σε ηλικία μόλις οκτώ ετών παραδόθηκε από τους γονείς του στη Νέα Μονή τής Χίου, όπου το 1819 χειροτονήθηκε διάκονος και πήρε το όνομα Δανιήλ. Μετέβη για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Πατριάρχης Χρύσανθος ο από Σερρών, εκτιμώντας τις ικανότητές του, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Χίου τό 1825, σε ηλικία 24 ετών. Στις δύσκολες στιγμές του τόπου βοήθησε από το υστέρημά του τους δυστυχείς και απόρους, διέσωσε τους καταδιωκόμενους από το μένος των μουσουλμάνων και παρηγόρησε τους πάσχοντας και τους λυπημένους. Το 1827, όταν απέτυχε το δεύτερο επαναστατικό κίνημα στη Χίο, αναγκάστηκε μαζί με άλλους συμπολίτες του νά αναχωρήσουν για τη Σύρο. Παρέμεινε εκεί και λειτουργούσε για τους συμπολίτες του που είχαν καταφύγει στο νησί. Όσο ήταν στην Ερμούπολη, αγαπήθηκε και τιμήθηκε από όλους. Ονομάστηκε Επίσκοπος Καρυστίας. Εκεί παρέμεινε από το 1834 μέχρι το 1842. Την περίοδο που ήταν εκεί επεσκέφθηκε την περιοχή ο Όθωνας συνοδευόμενος από τον αρχαιολόγο Ρος. Τότε ήταν που ο Επίσκοπος Δανιήλ έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Το 1842 μετατέθηκε από την Ιερά Σύνόδο στη χηρεύουσα θέση τού Επισκόπου Σύρου και Τήνου. Εργάστηκε με ζήλο για τη διακόσμηση των εκκλησιών, την ίδρυση νέων ναών, την κατήχηση των ετεροδόξων, την εκπαίδευση των απόρων νέων, τη μόρφωση τού κλήρου, τη σύσταση ταμείου για τις ανάγκες των φτωχών και των ορφανών και διακρίθηκε για την αγαθοεργία και τη φιλανθρωπία του. Εκοιμήθη το 1862

 

Rizos Neroulos

Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός

Ο Έλληνας λόγιος και πολιτικός Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1778.Ο πατέρας του, Νερουλός, ήταν λόγιος και κατείχε τον βαθμό τού Καμαράση. Η μητέρα του ήταν το γένος Ρίζου, από την οποία πήρε και το διπλό όνομα «Ρίζος Νερουλός», ως αντιδιαστολή στον αρχαιότερο οικογενειακό κλάδο των Ρίζων Ραγκαβή. Πολύ μικρός έχασε τον πατέρα του και τον ανέλαβε ο θείος του Σαμουήλ Εφέσου, ο οποίος τού έδωσε πολύ καλή μόρφωση. Διδάχθηκε φιλοσοφία από τον Δανιήλ Φιλιππίδη. Είκοσι ετών ακολούθησε τον ηγεμόνα Κωνσταντίνο Υψηλάντη στη Μολδαβία. Ο Αλέξανδρος Σούτσος τον διόρισε αργότερα επιτετραμμένο του στην Πύλη. Μετά από 6 χρόνια διορίστηκε μεταφραστής τού Μεγάλου Διερμηνέα. Ο ηγεμόνας τής Βλαχίας Ιωάννης Καρατζάς τον επανέφερε και τον όρισε πρωθυπουργό τής Βλαχίας. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την αποτυχία τού κινήματος του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες κατέφυγε στη Βεσσαραβία το 1822-1825 στην Πίζα το 1826-1827 στη Γενεύη. Στη Γενεύη ανέλαβε να διδάξει την ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας. Εκεί έγραψε την περίφημη «Ιστορία τής ελληνικής επαναστάσεως μέχρι το 1825». Στη Γενεύη γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια, ο οποίος τον έφερε μαζί του στην Ελλάδα το 1828 ως προσωπικό του σύμβουλο. Αρχικά ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών. Διαφώνησε όμως με την κυβέρνηση και αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο στην Αίγινα. Μετά τον θάνατο τού Καποδίστρια επανήλθε στη θέση τού υπουργού Εξωτερικών και αργότερα Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης. Τέλος έγινε μέλος τού Συμβουλίου Επικρατείας. Ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός κατάρτισε τον πρώτο νόμο περί Ανωτάτης Παιδείας που οδήγησε στην ίδρυση τού Πανεπιστημίου και στη σύσταση της Αρχαιολογικής Εταιρείας, της οποίας υπήρξε το 1837 ο πρώτος πρόεδρος, θέση την οποία διατήρησε για πολλά χρόνια. Ένα έτος πριν, το 1836 είχε ιδρυθεί η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, τής οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος. Ήταν ένας από τους δέκα πρώτους νομάρχες τής Ελλάδας: Το 1833 διορίστηκε νομάρχης Κυκλάδων. Διορίστηκε ακόμα πρέσβης τής Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε τον Δεκέμβριο τού 1849.

Το βιβλίο τού Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού «Cours de Littérature Grecque Moderne» (Γενεύη, 1827) θεωρείται το πρώτο έργο ιστορίας τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Λιγότερο γνωστό αλλά σημαντικό θεωρείται το βιβλίο του «Histoire Moderne de la Grèce depuis la chute de l’Empire d’Orient» (Νεότερη Ιστορία τής Ελλάδος από την πτώση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας) (Γενεύη, 1828), το οποίο είναι η πρώτη απόπειρα συγγραφής ιστορίας τής νεότερης Ελλάδας από Έλληνα ιστορικό. Η κύρια ιδέα στο έργο αυτό είναι η διατήρηση τού εθνικού χαρακτήρα των Ελλήνων στη διάρκεια τής τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με τον Νερουλό, οι Έλληνες συνέχισαν να υπάρχουν ως ξεχωριστή πολιτικοκοινωνική οντότητα στο πλαίσιο τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συμβολή τής θρησκείας και τής Εκκλησίας στη διατήρηση τού εθνικού χαρακτήρα των Ελλήνων. Πιστεύει στην ιστορική αναγκαιότητα (νομοτέλεια) τής επανάστασης τού 1821, την οποία θεωρεί όχι αποτέλεσμα τής Ιστορίας αλλά τής "Θείας πρόνοιας". Κατά τη συγγραφή αυτού του έργου ο Νερουλός συνεργάστηκε με τον Καποδίστρια, με τον οποίο αντήλλασσε αλληλογραφία. Έχει γράψει ακόμα τρία θεατρικά έργα: τα «Κορακιστικά» το 1813 στην Κωνσταντινούπολη, την «Ασπασία» στη Βιέννη το 1813 και την «Πολυξένη» στη Βιέννη το 1814. Επίσης ένα ημιτελές ποίημα «Κούρκας αρπαγή» το 1816. Το 1823 τύπωσε στη Λειψία την «Ωδή προς Έλληνας» με εμφανείς τις αρχαϊστικές τάσεις.

 

Νικόλαος Ζαχαρίτσας

Η οικογένεια Ζαχαρίτσα ήταν από τις παλαιότερες και ισχυρότερες των Αθηνών. Στην επανάσταση τού 1821 πολλά μέλη της έδωσαν το «παρών» ανταποκρινόμενα στο πολεμικό σάλπισμα τής πατρίδας. Ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας γεννήθηκε το 1801. Ήταν γιος τού δημογέροντα και φιλικού Παναγή Ζαχαρίτσα. Ο ίδιος διακρίθηκε σε πολλές μάχες τού επαναστατικού αγώνα . Νέος ζωηρός δεν δίστασε να θυσιάσει τα πάντα για την πόλη των Αθηνών. Αναμείχθηκε στη διχόνοια τού Ιωάννη Γκούρα με τον Σαρρή, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Φαβιέρο και τους προκρίτους των Αθηνών. Εξελέγη δημογέρων πληρεξούσιος και ήταν δημοφιλής στην πόλη. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1836.

Με διάταγμα του Όθωνα στις 12 Νοεμβρίου 1850 διορίστηκε δήμαρχος Αθηναίων. Λόγω τού επικρατούντος μικροκομματικού πολιτικού κλίματος και των συνεχών αντιπαραθέσεων, η εφημερίδα «Αιών» αποκαλούσε το Δημαχείο «Λησταρχείο» και με πρωτοσέλιδα έκανε λόγο για κλοπές, φόνους πλαστογραφίες και υπεξαιρέσεις. Έναν χρόνο αργότερα, με πρόσχημα μια ψευδή κατηγορία εναντίον του, παύθηκε από τα καθήκοντά του με Βασιλικό Διάταγμα. Παρά το γεγονός ότι απαλλάχθηκε με βούλευμα από τις κατηγορίες –που αφορούσαν στις παράνομες πράξεις ενός δημοτικού υπαλλήλου ο οποίος εξέδιδε ψευδή πιστοποιητικά– δεν κλήθηκε να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του. Έτσι το έργο του ως δημάρχου υπήρξε φτωχό. Τα αναγκαία δημοτικά έργα που προτάθηκαν με τον προϋπολογισμό δεν πραγματοποιήθηκαν, ο προϋπολογισμός αποδείχτηκε λανθασμένος και απραγματοποίητος. Ο δήμαρχος πολλές φορές εκτελούσε έργα χωρίς τη γνωμοδότηση τού Δημοτικού Συμβουλίου. Ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας πέθανε στην Αθήνα το 1866.

 

200px Andronikos Paikos[1]

Ανδρόνικος Πάικος

Ο Ανδρόνικος Πάϊκος γεννήθηκε το 1776 στη Θεσσαλονίκη. Ήταν γόνος παλαιάς και πλούσιας οικογένειας. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο τής Πάδοβας τής Ιταλίας, όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Τότε συγκέντρωσε πολεμοφόδια, ναύλωσε ένα πλοίο και ήρθε στην Ελλάδα μεταφέροντας μάλιστα για τον αγώνα και πολεμοφόδια που είχε αγοράσει ο ίδιος. Υπηρέτησε υπό τον Δ. Υψηλάντη. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και σε μία μάλιστα τραυματίστηκε. Προήχθη μέχρι τον βαθμό τού λοχαγού. Μετά την άφιξη τού Καποδίστρια πήγε στη Γερμανία για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την πολιτική και χρημάτισε πολλές φορές υπουργός επί Όθωνος. Εξελέγη πληρεξούσιος στην Ε΄ Εθνοσυνέλευση τού 1832. Όταν αποχώρησε από το υπουργικό αξίωμα διορίσθηκε Εισαγγελέας τού Αρείου Πάγου.(1835-1837). Διετέλεσε και υπουργός Δικαιοσύνης (Γραμματεύς Επικρατείας τής Δικαιοσύνης) το Δημόσια Υπηρεσία. Κατέβαλε προσπάθειες για την ανάπτυξη του δικαστικού κλάδου. Μετά την έξωση του Όθωνα αρνήθηκε να δεχθεί οποιαδήποτε δημόσια θέση ή αξίωμα. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Ήταν επίσης ιδρυτικό μέλος και τής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Πέθανε το 1880 στην Αθήνα.

 

Γοδεφρίδος Φέδερ [Feder]

Ο Γοδεφρίδος Φέδερ γεννήθηκε το 1806 στη Βαυαρία. Το 1833 τον κάλεσε η Αντιβασιλεία στην Ελλάδα για να στελεχώσει τη Γραμματεία της. Το 1834 με Βασιλικό Διάταγμα διορίστηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο και το 1835 έγινε Αρεοπαγίτης. Όταν, εξ αιτίας τής καταδίκης τού Κολοκοτρώνη σε θάνατο, εξεγέρθηκε η Μάνη, η Αντιβασιλεία έστειλε τον στρατηγό Χριστ. Σμαλτς με 5 τάγματα να καταστείλουν τη στάση. Τα άγρια μέτρα που πήρε όμως ξεσήκωσαν ακόμα περισσότερο τους Μανιάτες. Τότε η Αντιβασιλεία ανακάλεσε τον Σμαλτς και έστειλε στη θέση του τον μειλίχιο έφεδρο λοχαγό Φέδερ με τον Θ. Γρίβα οι οποίοι με ήπια μέτρα κατέστειλαν τη στάση. Το 1836, θέλοντας να βοηθήσει την εκπαίδευση στην Ελλάδα, έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Όταν ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1837 διορίστηκε καθηγητής στη Νομική Σχολή, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1843, οπότε έφυγε από τη θέση ως αλλοδαπός. Μαζί με τον Κ. Προβελέγγιο και τον Γ. Βέλλιο συμμετείχε στην αναθεώρηση τής μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα των δικαστικών κωδίκων τής Αντιβασιλείας. Συνέβαλε στην κατάρτιση Αστικού Κώδικα και στη σύνταξη πολλών νόμων. Ο βασιλιάς τής Βαυαρίας Λουδοβίκος τον διόρισε πρεσβευτή τής Βαυαρίας στην Ελλάδα. Το 1858 όμως απομακρύνθηκε από τη θέση κατ’ απαίτηση τού Όθωνα διότι ήρθε σε ρήξη με η βασίλισσα Αμαλία. Αργότερα επέστρεψε στη Γερμανία όπου πέθανε στο Μόναχο το 1892.

 

Petrakhs

Ανάργυρος Πετράκης

Ο Ανάργυρος Πετράκης γεννήθηκε στην Αθήνα τo 1793. Ήταν γόνος γνωστής οικογένειας με καταγωγή από τη Δημητσάνα και είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα από τον 17ο αιώνα. Τα περισσότερα μέλη της οικογενείας είχαν ακολουθήσει τον ιερατικό ή τον μοναχικό κλάδο. Σε αυτούς οφείλεται και η ίδρυση τής Μονής Πετράκη. Μόνο ο Ανάργυρος Πετράκης, που τα χρόνια τής Επανάστασης σπούδασε γιατρός, δεν θέλησε να λάβει το μοναχικό σχήμα. Προεπαναστατικά διετέλεσε δημογέροντας και κριτής (δικαστής). Κατόπιν αναμείχθηκε στην πολιτική και το 1822 διορίστηκε δημογέροντας από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση και εξελέγη πληρεξούσιος στη Β΄ Εθνική Συνέλευση τού1823.

Οι εκλογές για την ανάδειξη τού πρώτου δημάρχου τής Αθήνας πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 15 και 20 Μαρτίου 1835 και διήρκεσαν έξι ημέρες. Ο δήμαρχος δεν εκλεγόταν απευθείας από τον λαό. Οι ψηφοφόροι εξέλεγαν το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο πρότεινε τρεις υποψήφιους δημάρχους από τους οποίους ο βασιλιάς θα επέλεγε τον ένα. Επελέγη τότε ο Ανάργυρος Πετράκης αντί τού πλειονοψηφήσαντος Δ. Καλλιφρονά. Στο πρώτο δημοτικό συμβούλιο συμμετείχαν ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Μακρυγιάννης, ο Γεννάδιος, ο Σκουζές, ο Γέροντας, ο Μπενιζέλος και ο Παλαιολόγος.

Όταν ο Πετράκης διορίστηκε δήμαρχος παρέλαβε μια πόλη σε φοβερή κατάσταση. Στον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος συστάθηκε με Διάταγμα την 1η Oκτωβρίου 1834, περιλαμβάνονταν ακόμη τα Πατήσια και οι ευρύτερες περιοχές τού Φαλήρου και τού Κηφισού, καθώς και ολόκληρος ο Πειραιάς, μέχρι που έγινε ανεξάρτητος Δήμος. Το Ταμείο τού Δήμου ήταν τελείως αδειανό. Η Αθήνα τότε ήταν μια πόλη ερειπίων, χωρίς υποδομές, με τα νερά να λιμνάζουν. Παρ' όλα αυτά, ο πρώτος αυτός δήμαρχος προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον τόπο τoυ και πραγματοποίησε πολλά έργα, άνοιξε δρόμους, κατασκεύασε εξυγιαντικά έργα, έχτισε το πρώτο δημοτικό σχολείο στην Πλάκα, δημιούργησε «Δημοτική φρουρά» για την ασφάλεια τής πόλης, την καθάρισε από τα σκουπίδια, ίδρυσε δύο λαϊκά ιατρεία για τους απόρους , ίδρυσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, θεμελίωσε το Δημοτικό Νοσοκομείο (Ακαδημίας 50) και ξεκίνησε το χτίσιμο των τότε Ανακτόρων.

Ήταν απολύτως φυσικό ο δήμαρχος τής πόλεως να γίνει ένα εκ των ιδρυτικών μελών τής Φ.Ε., αφού όπως είδαμε συνεργαζόταν στον Δήμο με έναν εκ των βασικών ιδρυτών της, τον Γ. Γεννάδιο.

Την περίοδο τής δεύτερης δημαρχίας του το 1841 θεμελιώθηκε ο Μητροπολιτικός Ναός Αθηνών, δεντροφυτεύτηκε η πόλη, οργανώθηκε η αστυνομία προκειμένου να παταχθούν τα κακοποιά στοιχεία . Παραιτήθηκε από τη θέση τού δημάρχου κατά τη διάρκεια των γεγονότων τής επανάστασης τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Πέθανε στην Αθήνα το 1876.

 

AngelosGerontas[1]

Άγγελος Γέροντας

Ο Άγγελος Γέροντας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1785. Η οικογένειά του, παλιά και αρχοντική, είχε καταγωγή από τον Μυστρά. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γρήγορα εντάχθηκε στους άρχοντες τής πόλης. Το 1820 εξελέγη δημογέροντας. Τον ίδιο χρόνο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και προετοίμασε με επιτυχία την εξέγερση τής επανάστασης στην Αθήνα. Συνελήφθη από τους Τούρκους το 1821 και φυλακίστηκε στην Ακρόπολη, όπου βασανίστηκε πολύ. Δραπέτευσε και κατέφυγε στην Αίγινα. Το 1822 πήρε το αξίωμα τού κριτή (δικαστή) και το 1824-25 του ανετέθη η είσπραξη τού φόρου τής δεκάτης από την Κηφισιά, το Μαρούσι και το Χαλάνδρι.

Επί Καποδίστρια έγινε κεντρικός επίτροπος τής Πελοποννήσου. Το 1831-1832 έγινε μέλος τής προσωρινής Δημογεροντίας. Το 1833-34 ήταν λιμενάρχης Πειραιά. Το 1835 ήταν δημαρχιακός πάρεδρος Αθηνών. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και δήμαρχος Αθηναίων από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο τού 1837.

Έγραψε σύντομα απομνημονεύματα που δημοσιεύτηκαν από τον Δημήτριο Καμπούρογλου στα «Μνημεία τής ιστορίας των Αθηνών» (τόμος Γ΄). Πέθανε το 1862 στην Αθήνα.

 

Χρήστος Τουφεξής

Ο Χρήστος Τουφεξής ήταν λόγιος. Από τις πηγές τής εποχής χαρακτηρίζεται ως φιλόκαλος και φιλόμουσος άνδρας. Το 1827 αναφέρεται το όνομά του στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως, διότι παρήγγειλε αριθμό πινάκων αλληλοδιδακτικής, αλλά και διότι βοήθησε στην ίδρυση του Ορφανοτροφείου στην Άνδρο. Το 1929 αναφέρεται το όνομά του στον κατάλογο «των Φιλομούσων και Φιλοκάλων συνδρομητών τού διά την εκπαίδευσιν των κορασίων τής Ερμουπόλεως συσταινομένου Αλληλοδιδακτικού σχολείου». Θα πρέπει να θεωρήσουμε φυσικό επακόλουθο το ότι με μεγάλη προθυμία έσπευσε να ενισχύσει την ιδέα τού Ιω. Κοκκώνη και να γίνει ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Το όνομά του αναφέρεται ακόμα στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού 1844 σε κατάλογο περί εκλογής των ορκωτών κριτών τού Νόμου.

 

Κοσμάς Κοκκίδης

Γεννήθηκε στο Γάνο Προποντίδας το 1799. Ήταν αγωνιστής τού απελευθερωτικού αγώνα και καθηγητής στη Σχολή Ευελπίδων. Στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως του 1844 αναφέρεται το όνομά του στον κατάλογο των κατοίκων τής Διοικήσεως Αττικής των εχόντων προσόντα ενόρκου για το 1845. Το 1859 δώρισε στο Μουσείο τής Αρχαιολογικής Εταιρείας δύο επιγραφές επί λίθου που βρήκε στο σπίτι του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε το 1867.

 

Ενρίκος Νικόλαος Ουλέριχος

Ο Ενρίκος Νικόλαος Ουλέριχος [Ulrich] γεννήθηκε στη Βρέμη και είχε μεγάλη φιλελληνική δράση. Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του. Οι περισσότερες πληροφορίες στηρίζονται στον πρόλογο τού 2ου τόμου τού έργου του «Reisen und Forschungen in Griechenland» τον οποίο έγραψε ο Α. Passaw. To βιβλίο εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1836. Ο Ουλέριχος συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα το 1832, μαζί με τους αξιωματούχους τής Αντιβασιλείας. Υπήρξε λάτρης τού αρχαίου ελληνικού κόσμου γι’ αυτό περιηγήθηκε και εξερεύνησε πολλά μέρη τής Ελλάδας. Το 1833 ανέλαβε να διδάξει στο σχολείο της Αίγινας Λατινικά και Γερμανικά. Το 1841 ανέλαβε την έδρα τής Ρωμαϊκής Φιλολογίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Άλλα έργα του είναι το «Reisen uber Delphi durch Phokien- Boetien bis Theben», «Τopographie von Theben», «Topographie der Hafen von Athen». Το 1843 εξέδωσε το πρώτο Λατίνο-Ελληνικό (Αρχαία Ελληνικά) λεξικό. Εξέδωσε ακόμα Λατινική Γραμματική, Λατινική Χρηστομάθεια. Το ίδιο έτος πέθανε σε νεαρή ηλικία.

 

Loudovikos Ros

Λουδοβίκος Ρος (Ross)

Ο Λουδοβίκος Ρος γεννήθηκε το 1806 στο Μπόρνχοβετ τού Χόλσταϊν, που τότε ανήκε στη Δανία. Παρακολούθησε κλασικά γράμματα σε ανώτερα γερμανικά εκπαιδευτήρια και σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο τού Κιέλου (1825-29). Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Κοπεγχάγη και τη Λειψία. Μελέτησε κυρίως τους αρχαίους Έλληνες κλασικούς και ιδιαίτερα τον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα. Στην Ελλάδα ήρθε το 1832 ως υπότροφος τού βασιλιά τής Δανίας Φρειδερίκου Στ΄ με σκοπό να μελετήσει τις ελληνικές αρχαιότητες. Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και επισκέφθηκε πολλά μέρη τής Πελοποννήσου, τής Αττικής και τής Βοιωτίας. Παράλληλα γνωρίστηκε με πολλές πνευματικές προσωπικότητες τής εποχής. Μετά την άφιξη τού Όθωνα μπήκε στους κύκλους τής αυλής και τού διπλωματικού σώματος.

Το 1833 συνεργάστηκε με τον Άντολφ Βάισσενμπουργκ «διά την διατήρησιν αλλά και την ανεύρεσιν και συλλογήν των αρχαιολογικών θησαυρών τού βασιλείου» και διορίστηκε υποέφορος τής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην Πελοπόννησο, μαζί με τον Κυριάκο Πιττάκη (Στερεά Ελλάδα) και τον Ιωάννη Κοκκώνη (νησιά). Ο Ρος εργάστηκε για την αποκάλυψη, τη διάσωση και την αναστήλωση πολλών αρχαίων μνημείων. Πραγματοποίησε έρευνες στην Τεγέα, στο Γύθειο, στη Μεγαλόπολη, τη Σπάρτη και περιηγήθηκε πολλά μέρη τής Ελλάδας. Φρόντισε για την σύσταση τού πρώτου «Δημόσιου Κεντρικού Μουσείου» στο Θησείο (1835).Φρόντισε επίσης να απομακρυνθεί από την Ακρόπολη η βαυαρική φρουρά και τοποθέτησε απόμαχους στρατιωτικούς ως αρχαιοφύλακες. Φρόντισε για την ανάδειξη των μνημείων τού ιερού βράχου και το 1835-36 μαζί με τους αρχιτέκτονες Σάουμπερτ, Χάνσεν και Λωράν επιχείρησε την πρώτη αναστήλωση τού ναού τής Αθηνάς Νίκης.

Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Τον ίδιο χρόνο κατηγορήθηκε ότι παραχώρησε επιγραφές προς δημοσίευση στον διάσημο φιλόλογο Α. Μπαικχ. Οι εφημερίδες έγραψαν εναντίον του και έτσι παραιτήθηκε από τη θέση του. Το 1837, όταν λειτούργησε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, διορίστηκε ως ο πρώτος καθηγητής Αρχαιολογίας. Δίδαξε ώς το 1843 οπότε απαγορεύτηκε η συμμέτοχη των ξένων στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο Όθων αναγκάστηκε να αποδεχθεί το μέτρο, προκειμένου να κατευνάσει τη λαϊκή εξέγερση. Το 1845 ο Ρος επέστρεψε στη Γερμανία και δίδαξε Κλασική Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο τού Χάλλε, όπου και πέθανε το 1859 (αυτοκτόνησε λόγω υποτροπής μιας επώδυνης ασθένειας από την οποία υπέφερε).

 

Ιωάννης Κλάδος

Ο Ιωάννης Κλάδος με καταγωγή από τα Κύθηρα έζησε πολλά χρόνια στην Ύδρα όπου ήταν υποπρόξενος της Ρωσίας. Η διαμονή του εκεί και η θέση του τον έκανε φίλο με την οικογένεια Κουντουριώτη. Ήταν γιατρός. Εξέδωσε το 1836 διατριβή με θέμα «Περί της Χολέρας εν Αθήναις». Ήταν ο πρώτος που έκανε ανακοίνωση κατά την έναρξη των εργασιών της εν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας, με ανακοίνωσή του «Πει υδροφοβίας». Ήταν ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και της έν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας που ιδρύθηκε το 1837.

 

Kalifronas

Δημήτρης Καλλιφρονάς

Ο αγωνιστής και πολιτικός Δημήτριος Καλλιφρονάς, που ήταν γνωστός με το προσωνύμιο «φουστανελοφόρος», γεννήθηκε το 1805 στην Αθήνα. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια. Στη διάρκεια τής Επανάστασης, το 1825, εντάχθηκε στο στρατιωτικό σώμα τού Φαβιέρου και πολέμησε με ηρωισμό για τη σωτηρία τής Ακρόπολης από τα στρατεύματα τού Κιουταχή και μάλιστα τραυματίστηκε στη μάχη στον Ανάλατο. Μετά την Επανάσταση υπηρέτησε σε μεγάλες διοικητικές θέσεις. Ενδιαφέρθηκε πολύ για τα προβλήματα τής πόλης και λόγω τού κύρους που είχε στην Αθήνα τον αποκαλούσαν πολιτικό «αττικάρχη». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. την οποία ως δήμαρχος Αθηναίων βοήθησε πολλές φορές. Δήμαρχος Αθηναίων διετέλεσε από το 1837 έως το 1841 και ήταν πρώτος πρόεδρος τού δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας. Διακρινόταν για τις φιλελεύθερες αντιλήψεις του. Συμμετείχε σε όλες τις αντιοθωνικές εξεγέρσεις και πήρε μέρος στην επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου. Για τις αντιδυναστικές του ενέργειες καταδιώχθηκε και φυλακίστηκε. Εξελέγη πληρεξούσιος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση τού 1843 και μέλος τής επιτροπής για τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος. Αναδείχθηκε βουλευτής από το 1844 ώς το 1892. Διετέλεσε πρόεδρος και αντιπρόεδρος τής Βουλής, υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης και Εκκλησιαστικών (4 φορές) και υπουργός Ναυτικών (2 φορές). Πέθανε στην Αθήνα το 1897 σε ηλικία 97 ετών.

 

lidorikiw

Αναστάσιος Λιδωρίκης (Λοιδωρίκης)

Η οικογένεια Λιδωρίκη είχε καταγωγή από τη Δωρίδα. Ο Αναστάσιος γεννήθηκε το 1788 στο Παλαιοκάτουνο, το σημερινό Κροκύλειο Φωκίδας, τής επαρχίας Λιδωρικίου. Από παιδί εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα για να παρακολουθήσει μαθήματα κοντά στον λόγιο τής εποχής Αθανάσιο Ψαλίδα. Διακρινόταν για την ευφυΐα του. Μπήκε στην υπηρεσία τού Αλή Πασά και έγινε από τους επιφανέστερους συμβούλους του, παίρνοντας τον τίτλο του μουχουρδάρη, δηλ. σφραγιδοφύλακα. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και τις παραμονές τής Επαναστάσεως επανήλθε στο Λιδωρίκι και βοήθησε στην πορεία τής επανάστασης στην περιοχή του, διακινδυνεύοντας τη ζωή του. Εστάλη παραστάτης στις Συνελεύσεις και επανειλημμένως αντιπροσώπευσε τη Δωρίδα. Με την έναρξη τής Επανάστασης εκλέχθηκε βουλευτής. Αρνήθηκε να πάρει θέση κατά των Πελοποννησίων κατά τη διάρκεια τού εμφυλίου. Στην πολιορκία των Αθηνών πήγε με αποστολή τής κυβέρνησης στη Δυτική Ελλάδα για να ξεσηκώσει τους ευρισκόμενους εκεί στρατιωτικούς. Διορίστηκε διοικητής τής ανατολικής Ελλάδας και μέλος τής Γερουσίας. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Επί Όθωνα διορίστηκε διοικητής τής Καρύταινας και αργότερα τής Λειβαδιάς. Διετέλεσε βουλευτής, γερουσιαστής και βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο. Πέθανε το 1868.

 

Αναστάσιος Λεονάρδος

Ο Αναστάσιος Λεονάρδος καταγόταν από τα Αμπελάκια τής Θεσσαλίας και ήταν λόγιος με σπουδές στο εξωτερικό. Σε διάφορες πηγές αναφέρεται ότι προσέφερε αρχαιότητες που βρέθηκαν στην οικία του για να εμπλουτιστεί το Εθνικό Μουσείο. Στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος αναφέρεται ότι το 1837 ο Α. Λεονάρδος ήταν υπουργικός πάρεδρος. Συνεργάσθηκε με τον Αλ. Ρίζο Ραγκαβή, τον Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό και τον Μάμουκα στη «Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και τής Δημοσίας Εκπαιδεύσεως». Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

 

Ιωάννης Ζαφειρόπουλος ή (Ζαφυρόπουλος)

Ο Ιωάννης Ζαφειρόπουλος καταγόταν από τον Αγιάννη τής επαρχίας τού Αγίου Πέτρου Πελοποννήσου. Ασχολήθηκε με το εμπόριο στη Μασσαλία μαζί με τον αδελφό τού Κωνσταντίνο. Ήταν μέλος τής Φιλικής Εταιρείας. Επέστρεψε στην Ελλάδα όταν άρχισε ο αγώνας. Ο αδελφός του Παναγιώτης είχε συστήσει σώματα με πολεμιστές από την Κυνουρία, μαζί με τους οποίους πολέμησε στις περισσότερες μάχες. Διακρινόταν για τη γενναιότητα και την τόλμη του. Συμμετείχε στις μάχες για την άλωση τής Τριπολιτσάς και στη μάχη τού Ναυπλίου, μετά την απελευθέρωση τού οποίου ορίστηκε διοικητής τής πόλεως. Συνελήφθη από τον Δράμαλη και απελευθερώθηκε με την ανακατάληψη τής πόλης από τους Έλληνες. Συμμετείχε στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους το 1823. Κατά την εισβολή τού Ιμπραήμ έπεισε τους συμπολίτες του να βοηθήσουν στην επισκευή τού παλαιού φρουρίου του Άστρους με δικές του δαπάνες. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Το 1837 έγινε δήμαρχος Θυρέας (Άστρους). Το 1847 εξελέγη βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε το 1854 κατά τη διάρκεια τής μεγάλης επιδημίας χολέρας στην Αθήνα.

 

 

Karatzas

Ιωάννης Καρατζάς

Ο Ιωάννης Καρατζάς ήταν Φαναριώτης, γιος τού Γεωργίου Καρατζά, ο οποίος ήταν γιατρός τού Σουλτάνου. Γεννήθηκε το 1754. Το 1807-1808 ήταν μεγάλος διερμηνέας. Από το 1812 μέχρι το 1818 διετέλεσε ηγεμόνας στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Στην περίοδο τής ηγεμονίας του ενδιαφέρθηκε για την εξάπλωση τής ελληνικής παιδείας. Αναδιοργάνωσε τα παλαιά σχολεία, ίδρυσε πολλά καινούργια και προστάτεψε τις επιστήμες. Αναδιοργάνωσε τη λειτουργία τού λυκείου διορίζοντας τέσσερεις Έλληνες εφόρους και διαθέτοντας χρήματα για τη βιβλιοθήκη και για δασκάλους, ενώ καθιέρωσε το σύστημα των ετήσιων εξετάσεων των μαθητών. Κατά τη διάρκεια τής ηγεμονίας του ίδρυσε στο Βουκουρέστι το 1817 το πρώτο μόνιμο θέατρο τής Βαλκανικής. Σημαντικό είναι και το νομοθετικό του έργο. Ο «Πολιτικός Κώδιξ Ουγγροβλαχίας» (1818) συντάχθηκε από τον Αθανάσιο Χριστόπουλο και είναι νομοθετική συλλογή όλων των κλάδων τού Δικαίου βασισμένη στο βυζαντινό και το γαλλικό Δίκαιο. Στην αρχή ο Καρατζάς είχε την εύνοια τού Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄. Όταν έπεσε στη δυσμένειά του εγκατέλειψε το Βουκουρέστι και πήγε στη Γενεύη και την Πίζα μαζί με τον ανιψιό του Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Εκεί συνδέθηκε με τον μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο καθώς και με φιλέλληνες και λογοτέχνες. Τότε ασχολήθηκε με μεταφράσεις έργων τού Κάρλο Γκολντόνι.

Ενδιαφέρθηκε για την ελληνική επανάσταση την οποία ενίσχυσε οικονομικά. Μάλιστα κάποιοι κύκλοι τον είχαν προτείνει και για ηγεμόνα τής επαναστατημένης Ελλάδας. Το 1830 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου έζησε ώς τα γεράματα.

Η απόφασή του να γίνει ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας δεν εξέπληξε κανέναν, γιατί πάντοτε ενίσχυε την ελληνική παιδεία, αφού στο παρελθόν είχε φροντίσει ιδιαίτερα για την παιδεία των Ελλήνων τής Βλαχίας μέσω τού Λυκείου του Βουκουρεστίου ώστε «να διδάσκεται με πολλήν ἀκρίβειαν ο Έλλην λόγος από τα σοφά συγγράμματα των αθανάτων Ελλήνων προγόνων μας», όπως έλεγε ο ίδιος. Αναδιοργάνωσε τη λειτουργία τού λυκείου διορίζοντας τέσσερεις Έλληνες εφόρους και διαθέτοντας χρήματα για τη βιβλιοθήκη και για δασκάλους, ενώ καθιέρωσε το σύστημα των ετήσιων εξετάσεων των μαθητών.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός

 

Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος Α΄)

 

Στα «Πρακτικά των Συνεδριάσεων τού Διοικητικού Συμβουλίου και των Συνελεύσεων τής εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, υπό την προστασία τής Μεγαλειοτάτης Βασιλίσσης τής Ελλάδος» 1844, σελ. 63, αναφέρονται τα ονόματα των 73 ιδρυτικών μελών τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Μια προσεκτική ματιά στη ζωή και τη δραστηριότητά τους θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ποια ήταν η αιτία που ώθησε τους ανθρώπους αυτούς να ενισχύσουν την ιδέα τού Ιωάννη Κοκκώνη παραμερίζοντας, έστω και προσωρινά, τις οποιεσδήποτε προσωπικές τους φιλοδοξίες και τις αντιπαλότητες τού παρελθόντος και συνεργάστηκαν συμβάλλοντας έτσι ουσιαστικά στην αναγέννηση τού έθνους.

 

Manousis 1[1]

Θεόδωρος Μανούσης

Ο εθνικός ευεργέτης και ιστορικός Θεόδωρος Μανούσης γεννήθηκε στη Σιάτιστα τής Δ. Μακεδονίας το 1793.Ο πατέρας του ήταν πλούσιος έμπορος και τον έστειλε να σπουδάσει στη Βουδαπέστη, όπου πήρε και τις πρώτες βάσεις τής κλασικής παιδείας με δάσκαλο τον λόγιο Γεώργιο Ζαβίρα. Το 1808, μετά τον θάνατο των γονιών του, κατέφυγε στη Βιέννη , κοντά σε έναν θείο του μεγαλέμπορο. Εκεί ασχολήθηκε με το εμπόριο, αλλά συγχρόνως επιδόθηκε με πάθος στη μελέτη και την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Παράλληλα είχε την ευκαιρία να συνδεθεί με λόγιους τής εκεί ελληνικής παροικίας, όπως ήταν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Άνθιμος Γαζής. Διετέλεσε μάλιστα μαζί του πρόεδρος τού «Λογίου Ερμή». Υπήρξε μελετητής τού Γερμανού φιλοσόφου Χέντερ και μέσα από τις ιδέες του ο Μανούσης κατάλαβε την καθοριστική σημασία τής λαϊκής δημιουργίας για τη διατήρηση τής διαχρονικής ενότητας κάθε λαού, γι’ αυτό και επιδόθηκε στη συλλογή και τη διάδοση ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Το 1840 μάλιστα ο ίδιος ο Μανούσης δημοσίευσε ανώνυμα στον «Ερανιστή» δύο άρθρα «Περί των ασμάτων του λαού εις τους αρχαίους Έλληνας» και «Περί των παροιμιών των αρχαίων Ελλήνων», στα οποία είναι εμφανής η επίδραση τού Χέντερ στη σκέψη του. Τη μόρφωσή του συμπλήρωσε στο πανεπιστήμιο της Λειψίας και του Γκαίττιγκεν ( 1819-1821).

Μετά το ξέσπασμα τής ελληνικής Επαναστάσεως αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, κάτι που του απαγόρευσαν οι αυστριακές αρχές. Έτσι παρέμεινε στη Βιέννη, όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε για την έντονη πατριωτική του δράση. Το 1828 πήρε διαβατήριο και ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου για 2 χρόνια σπούδασε Ιατρική στην Πίζα και Αρχαιολογία και Ιστορία Τέχνης στη Ρώμη. Το 1835 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου διορίστηκε αρεοπαγίτης, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1843. Την ίδια περίοδο διετέλεσε βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο.

Ήταν ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου εκτάκτως δίδαξε και το μάθημα τής Πολιτειογραφίας [περιγραφή και σύγκριση πολιτευμάτων αρχαίων λαών] και αργότερα τής Γενικής Ιστορίας. Διετέλεσε επίσης πρύτανης τού Πανεπιστημίου (1845-1846) και κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής (1849-1850). Το 1848 το όνομα τού Μανούση συνδέθηκε με την φοιτητική αναταραχή που έγινε γνωστή με το όνομα «Μανουσιακά» ή «Μανούσεια». Η εφημερίδα «Αιών» παρουσίαζε σε δημοσίευμα τον καθηγητή ως υπονομευτή των θρησκευτικών πεποιθήσεων των ακροατών του, επειδή δεν εκφραζόταν με τον προσήκοντα σεβασμό για τον κλήρο. Προκλήθηκαν διαδηλώσεις, ωστόσο η θέση του Μανούση δεν κλονίστηκε. Πέθανε το 1858. Με τη διαθήκη του διέθεσε τη σημαντικότατη περιουσία του σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Ιωάννης Σωμάκης

Ο Ιωάννης Σωμάκης γεννήθηκε το 1794 στο Χαλκί τής Ηπείρου. Πήρε μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση τού έθνους. Έγινε πρόεδρος τού Αρείου Πάγου, διετέλεσε σύμβουλος και μέλος πολλών επιστημονικών Συλλόγων, όπως τής Αρχαιολογικής Εταιρείας από το 1848-1854, και ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε το 1854.

 

Δημήτριος Ν. Φωτίλας

Ο Δημήτριος Ν. Φωτίλας καταγόταν από τη Λάρισα. Ήταν γνωστός ελληνιστής και γεωγράφος, δραστήριο μέλος τής Ελληνικής Εταιρείας τού Παρισιού. Παρακολούθησε Μαθηματικά στο College de France, στη Sorbonne και στο Αténée. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με τη συγγραφή διδακτικών εγχειριδίων για τους μαθητές. Έγραψε την «Εγκυκλοπαίδεια Κορασίων εις 20 τομίδια, εκδοθείσα κατ’ έγκρισιν τής τού Χριστού Μ. Εκκλησίας», που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το τυπογραφείο Λαζαρίδη (185-1852). Το βιβλίο περιελάμβανε Ελληνικά Μαθήματα Α-Δ έτους, Ονομαστικό, Βοηθό των μητέρων και σύνοψη από Αριθμητική, Γεωμετρία, Επιπεδομετρία, Στερεομετρία και Πειραματική Φυσική. Κατά τις αρχαιρεσίες τού 1840 εξελέγη Γραμματέας τής Φ.Ε., αφού πήρε 18 ψήφους περισσότερες από τον Ι. Κοκκώνη. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1849. Αυτό σημαίνει ότι ανήκε στην ομάδα που αντιπολιτεύτηκε τον Κοκκώνη και έγινε αιτία να μην επανεκλεγεί στο Δ.Σ. τής Φ.Ε. Στα αρχεία τής Φ.Ε. αναφέρεται ως πάρεδρος τού Αρείου Πάγου.

 

Ιωάννης Ψαράς

Ο Ιωάννης Ψαράς γεννήθηκε στην Κέα το 1804. Εργάστηκε σε όλους τους τομείς τής εκπαίδευσης. Διετέλεσε εκπαιδευτής, σχολάρχης, γυμνασιάρχης και ελληνοδιδάσκαλος. Το 1837 έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της από το 1850 μέχρι το 1855. Στα αρχεία τής Φ.Ε. αναφέρεται ως καθηγητής.

 

Χρίστος Βάφας

Ο Χρίστος Βάφας γεννήθηκε στο Συρράκο τής Ηπείρου το 1804. Σπούδασε στην Ακαδημία τής Κέρκυρας υπό την προστασία τού λόρδου Γκίλφορντ. Διακρίθηκε στις σπουδές του, γι’ αυτό και παρέμεινε και δίδαξε στην Ακαδημία. Τον χαρακτήριζε η υπομονή και η αφιλοκέρδεια. Όταν απελευθερώθηκε η Ελλάδα ήρθε στην Αθήνα και μαζί με τον Γεώργιο Γεννάδιο δίδαξε στο Α΄ Γυμνάσιο τής Αθήνας μέχρι το 1852. Είναι προφανές ότι ο Γ. Γεννάδιος ήταν αυτός που του μίλησε για τους σκοπούς τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, τής οποίας έγινε ιδρυτικό μέλος. Το 1856 ίδρυσε το αρχαιότερο λύκειο. Διορίστηκε διευθυντής τού Α΄ Λυκείου το έτος 1861 και υπηρέτησε ώς το 1876, οπότε και αποσύρθηκε από τη διδασκαλία. Οι απόφοιτοι τού σχολείου αυτού διακρίθηκαν στα γράμματα και στις επιστήμες. Έγραψε πολλά βιβλία που χρησιμοποιήθηκαν στην εκπαίδευση. Γνωστά είναι τα έργα του « Μαθήματα στοιχειώδους Αριθμητικής» και «Πρακτικής Αριθμητικής». Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. τής Φ.Ε. από το 1840 μέχρι το 1842 και δίδαξε Μαθηματικά στο Σχολείο της. Πέθανε το 1880..

 

 

Dam.Georgiou

Δαμιανός Γεωργίου

Ο ιατρός Δαμιανός Γεωργίου γεννήθηκε στην Καστοριά το 1809, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια και φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο τού Νικολάου Πετρίτη. Ήταν αδελφός τού μεγάλου ευεργέτη τής Καστοριάς Ναούμ Γεωργίου Δράσκα. Η καταγωγή τής οικογένειας Δράσκα ήταν από τους Πύργους Εορδαίας. Οι πρόγονοί τους αναγκάστηκαν να φύγουν, εξαιτίας των τοπικών επαναστάσεων, και να εγκατασταθούν στην Καστοριά για να αποφύγουν τα οθωμανικά αντίποινα. Σπούδασε Ιατρική στη Λειψία. Αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο Βερολίνο, στη Χαϊδελβέργη και στο Βύρτσμπουργκ. Το 1840 εξελέγη τακτικός καθηγητής Ανατομίας και Φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τότε η διδασκαλία τής Ανατομίας γινόταν κυρίως θεωρητικά. Ο ίδιος μετέφραζε τους πίνακες Βέμπερ. Επίσης ίδρυσε το «Ανατομικόν ταμείον», όπου εκτός από χρήματα, συγκεντρώνονταν και διάφορα όργανα, εργαλεία και ανατομικοί πίνακες από το εξωτερικό. Ο Όθων μάλιστα, δώρισε στο Πανεπιστήμιο τούς ανατομικούς πίνακες Μασκάνι. Από την αρχή τής ανάληψης των καθηκόντων του, ο Δαμιανός Γεωργίου προσπάθησε να αναζητήσει νέο υλικό για τις ασκήσεις των φοιτητών. Ο αριθμός των φοιτητών που παρακολουθούσαν μαθήματα Ανατομίας δεν ξεπερνούσε τους 12. Ο Δαμιανός Γεωργίου αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη λύση των ξηρών παρασκευασμάτων που χρησιμοποιούνταν ευρύτατα στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Προσέλαβε επικουρικό προσωπικό στο Ανατομείο, όπως παρασκευαστές και τεχνίτες που απασχολούνταν στην κατασκευή κέρινων και γύψινων εκμαγείων. Μετά το κλείσιμο τής Ιονίου Ακαδημίας, ο Δαμιανός Γεωργίου προώθησε την αγορά τμήματος τής συλλογής ανατομικών παρασκευασμάτων τού καθηγητή Κωνσταντίνου Βαλσαμάκη. Η συλλογή αυτή αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αγορά τού Πανεπιστημίου εκείνη την εποχή, καθώς αποκτήθηκε έναντι τού ποσού των 7,5 χιλιάδων δραχμών. Αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο στις 11 Ιανουαρίου 1883 με τον τίτλο τού επίτιμου καθηγητή.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και προσωπικός φίλος τού Απόστολου Αρσάκη. Ήταν μάλιστα ένας από αυτούς οι οποίοι ερωτηθέντες προέτρεψαν τον ευεργέτη να ενισχύσει το έργο τής Φ.Ε. Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. τής Φ.Ε. από το 1843 μέχρι το 1858. Πέθανε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 1899

 

 

Konstantinos Dosios[1]

Κωνσταντίνος Δ. Δόσιος

Ο Κωνσταντίνος Δόσιος γεννήθηκε στη Βλάστη Εορδαίας το 1809. Η καταγωγή του ήταν από το Μοναστήρι. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Μόναχο, στη Χαϊδελβέργη και τη Βάδη και Κοινωνικές Επιστήμες στη Βιέννη. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1834 και εργάστηκε ως σύμβουλος στο Υπουργείο Εσωτερικών από όπου υποστήριξε το αυτοκέφαλο τής Εκκλησίας. Υπήρξε ακόμα εισηγητής του Συμβουλίου Επικρατείας. Διετέλεσε ακόμα δημοτικός σύμβουλος. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της τα έτη 1851-1852. Εθνικιστής και φιλελεύθερος πήρε μέρος στην επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου. Εξελέγη πληρεξούσιος των Μακεδόνων στην Α΄ εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση το 1843 και ως πληρεξούσιος της Αττικής στην εν Αθήναις Β΄ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση το 1860. Έγινε υπουργός επί των Εκκλησιαστικών και Παιδείας στην κυβέρνηση τού Ζηνοβίου Βάλβη και μέλος τής επιτροπής που επεξεργάστηκε το Σύνταγμα τού 1864.

Δημοσίευσε πολλές μονογραφίες πολιτικού περιεχομένου. Σημαντικότερη ίσως είναι η «Ελληνισμός ή Ρωσισμός; ήτοι η μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας απόρρητος και εμπιστευτική διαπραγματεία περί τού Ανατολικού Ζητήματος» (1854). Το 1857 δημοσίευσε με δικό του πρόλογο τη μετάφραση που είχε κάνει η σύζυγός του Αικατερίνη Δοσίου, το γένος Μαυροκορδάτου, στο έργο «Γκιαούρ» τού λόρδου Βύρωνα. Πέθανε στην Αθήνα το 1871.

 

Γεώργιος Κωνσταντινίδης

Ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης ήταν εκπαιδευτικός. Μαζί με τον Ι. Κοκκώνη εργάστηκε για την τελειοποίηση τής αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Διαφοροποιήθηκε από τον Ι. Κοκκώνη ως προς την μεθόδευση τής διδασκαλίας. Ο ίδιος έλεγε ότι ακολούθησε τη «μέση οδό», στην οποία στηρίχτηκε για να συντάξει το Αλφαβητάριό του, που εισήχθη στα σχολεία το 1861, ενώ το 1864 εξέδωσε και τις αναγνωστικές του πινακίδες. Στις πρώτες σελίδες τού Αλφαβηταρίου του βρίσκονται εικόνες αντικειμένων τα ονόματα των οποίων ξεκινούν από τα γράμματα ακολουθώντας πάντοτε την αλφαβητική σειρά. Προσπάθησε να κάνει την εκπαίδευση πιο ευχάριστη για τα παιδιά, μεταθέτοντας τα δύσκολα κεφάλαια τής διδασκαλίας των συμφωνικών συμπλεγμάτων στο 12ο μάθημα.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της από το 1856 έως το 1869 και εργάστηκε πολύ για το Σχολείο. Το 1887 ανέλαβε τη θεωρητική διδασκαλία και την εφαρμογή τού «Οδηγού» της μεθόδου στις μαθήτριες τής Ε΄ τάξεως και τη διοίκηση των δημοτικών σχολείων. Ήταν καθηγητής τού Διδασκαλείου Αθηνών.

Εξέδωσε πολλά σχολικά εγχειρίδια βασισμένα σε σχετικά έργα ευρωπαίων εκπαιδευτικών, όπως τα «Μαθήματα περί αντικειμένων προς ανάπτυξη ιδεών» (1864). Το βιβλίο γνώρισε 50 εκδόσεις, καθώς και τα δοκίμιά του με γραμματικό περιεχόμενο.

 

Αλέξιος Πάλλης

Ο Αλέξιος Πάλλης γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1809. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία τής Κέρκυρας και στη συνέχεια Ιατρική στην Πίζα και τη Φλωρεντία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1834. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Το 1837, όταν ιδρύθηκε το Οθώνειο Πανεπιστήμιο, ήρθε στην Αθήνα και διορίστηκε καθηγητής στην έδρα τής «Ιατρονομικής» (Ιατροδικαστικής), όπου δίδαξε επί 44 χρόνια. Αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στο Ιατρικό Συνέδριο τού Τορίνο και εργάστηκε σκληρά για την αντιμετώπιση τής χολέρας. Έγραψε πολλά συγγράμματα όπως το «Περί διαλειπόντων εν Ελλάδι πυρετών», «Περί τού κλίματος των Αθηνών», «Περί τής εν Ελλάδι χολέρας κατά το 1854». Απεβίωσε τον Φεβρουάριο τού 1885 στην Αθήνα.

 

Νικόλαος Χορτάκης

Ο Νικόλαος Χορτάκης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1800. Πιθανόν η καταγωγή του να ήταν από την οικογένεια των Χορτάκηδων στην Κρήτη. Τα εγκύκλια μαθήματα διδάχθηκε στη Σμύρνη. Το 1819 διορίστηκε δάσκαλος στο Γυμνάσιο τής Σμύρνης. Το 1821 πήγε στην Ιένα τής Γερμανίας όπου σπούδασε Ιατρική. Το 1827 πολέμησε στην κυρίως Ελλάδα υπό τον Υψηλάντη. Κατά τη διάρκεια τού αγώνα ήταν γιατρός των ελληνικών στρατευμάτων.

Μετά την απελευθέρωση τής Ελλάδας δίδαξε Μαθηματικά στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης (1828-1830). Το 1830 εκλήθη στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας. Στη συνέχεια διορίστηκε καθηγητής Φυσικών και Μαθηματικών στο Ναύπλιο και γυμνασιάρχης στο Β΄ Γυμνάσιο Αθηνών. Έγραψε επίσης εγχειρίδια Ανθρωπολογίας, Σωματολογικής και Ψυχολογικής (1848), Λογικής καθώς και γεωγραφικά εγχειρίδια που στηρίχθηκαν σε ξένη βιβλιογραφία(1854). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Πέθανε στην Αθήνα το 1864.

 

 

Renieris

Νικόλαος Ρενιέρης

Ο Νικόλαος Ρενιέρης γεννήθηκε το 1758 στα Παλαιά Ρούματα τής περιοχής Κισσάμου Χανίων Κρήτης. Ίσως η καταγωγή του (όπως λέει ο Σάθας) να ήταν από τη βενετική οικογένεια των Renier, τής οποίας κάποιος κλάδος είχε εγκατασταθεί στα Παλαιά Ρούματα. Εκεί οι Renier έχτισαν μια πολυτελή έπαυλη και γι’ αυτό η περιοχή ονομάστηκε «Αρχοντικά». Η ανακάλυψη κάποιου θησαυρού από την οικογένειά του έδωσε στον Νικ. Ρενιέρη τη δυνατότητα να σπουδάσει Ιατρική στην Πίζα και στο Μονπελιέ τής Γαλλίας. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στα Χανιά και εργάστηκε ως ιατρός και φαρμακοποιός στη συνοικία Πηγαδάκι. Είχε πολυσχιδή δράση, επιστημονική, κοινωνική, φιλανθρωπική, εκπαιδευτική (ήταν δάσκαλος στα Χανιά) και φιλεκπαιδευτική, αφού ίδρυσε και χρηματοδότησε ένα σχολείο. Άσκησε το επάγγελμα τού γιατρού μέχρι την έναρξη τής Επανάστασης. Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Καλλίνικο Βερριαίο. Με την έναρξη τού Αγώνα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στα Κύθηρα. Εξελέγη πληρεξούσιος τής Κρήτης στη Συνέλευση τής Τροιζήνας και στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Το 1827, μετά από πρόταση τού Θ Κολοκοτρώνη, έγινε Πρόεδρος τής Βουλής γιατί δεν είχε αναμειχθεί στις αντιζηλίες και τις φιλοδοξίες τού εμφυλίου. Με αυτή του την ιδιότητα υποδέχθηκε και τον πρώτο κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας τον διόρισε στο Πανελλήνιο. Το 1826 με υπόμνημά του στον Κάνινγκ, πρέσβη τής Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη, ζήτησε την προστασία του για το κρητικό ζήτημα. Το 1829 έγινε αρμοστής τής ελληνικής κυβερνήσεως στην Κρήτη, όπου προσπάθησε να υποθάλψει το επαναστατικό κλίμα αλλά συγκρούστηκε με τους ανυπότακτους Σφακιανούς. Το 1830 κατέλαβαν την Κρήτη οι Αιγύπτιοι και ο Ρενιέρης επέστρεψε στην Ελλάδα.

Ο Ρενιέρης ανήκε στο ρωσικό κόμμα. Συμμετείχε στη Φιλορθόδοξη Εταιρεία, η οποία είχε αλυτρωτικά σχέδια και ήθελε τον Όθωνα ορθόδοξο. Λόγω τής συμμετοχής του αυτής τον Δεκέμβριο τού 1839 συνελήφθη. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Έγινε μέλος τού Συμβουλίου Επικρατείας, συμμετείχε στην επιτροπή σύνταξης τού Συντάγματος του 1844 και υπήρξε μέλος τής Γερουσίας. Πέθανε στις 14 Νοεμβρίου 1847 σε ηλικία 90 ετών και αφού είχαν πεθάνει ο γιος και τα εγγόνια του.

 

Γεώργιος Χρυσίδης

Ο Γεώργιος Χρυσίδης γεννήθηκε το 1799 στον Πολύγυρο τής Χαλκιδικής. Σπούδασε στη Σχολή τής Χίου από την οποία αποφοίτησε το 1819. Κατά την Επανάσταση πήγε στην Αίγινα και το 1829 διορίστηκε στο Εθνικό Τυπογραφείο. Συμμετείχε ως πληρεξούσιος τής Μακεδονίας και τής περιοχής Μαντεμίου (Βόρειος Χαλκιδική) στις εθνοσυνελεύσεις Ερμιόνης (Γ΄, 1827), Τροιζήνας (Γ΄, 1827) και Άργους (Δ΄, 1828). Χρημάτισε επίσης γραμματέας των Εθνοσυνελεύσεων Ερμιόνης και Τροιζήνας. Διετέλεσε εφημεριδογράφος και διευθυντής τής Γενικής Εφημερίδος τής Ελλάδος, καθώς και της Εθνικής Εφημερίδος το 1832-1833. Κατά τη διάρκεια τής θητείας του αγωνίστηκε για τη διατήρηση τού δημόσιου χαρακτήρα τού Εθνικού Τυπογραφείου και αντιτάχθηκε στις προτάσεις για παραχώρησή του σε ιδιωτικά συμφέροντα. Φρόντισε για την αποκατάσταση των προσφύγων Μακεδόνων μετά την ίδρυση τού ελληνικού κράτους. Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο και συνέταξε πολλές αρχαιολογικές μελέτες. Επίσης μετέφρασε αρκετά έργα Γάλλων συγγραφέων στην Ελληνική, όπως π.χ. τού Ζαν Μπατίστ Σαΰ (Jean-Baptiste Say). Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Πέθανε το 1873 στην Αθήνα. Στα αρχεία τής ΦΕ αναφέρεται ως αντιπρόεδρος τού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός

 

Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος B΄)

 

 

Monarxidis

Αναγνώστης Μοναρχίδης

Ο Αναγνώστης Μοναρχίδης ήταν αγωνιστής τού 1821. Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1777. Ο πατέρας του, Χατζή Δημήτριος, ήταν από τους ευπατρίδες τού νησιού. Ο Αναγνώστης ασχολήθηκε με τη θάλασσα από μικρή ηλικία. Από τα 15 του χρόνια ξεκίνησε να ταξιδεύει ως ναυτικός. Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία και αγωνίστηκε στην επανάσταση τού 1821. Κυρίως όμως ασχολήθηκε με την πολιτική και βγήκε πρώτος πληρεξούσιος των Ψαριανών στην Εθνική Συνέλευση τής Επιδαύρου. Εξελέγη βουλευτής τής πρώτης περιόδου και ξανά πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση τού Άστρους και τής Επιδαύρου. Το 1824 διορίστηκε μέλος τού Γενικού Ταμείου τής Ελλάδας. Το 1826 εξελέγη μέλος τής Διοικητικής επιτροπής. Ο Όθων τον διόρισε Σύμβουλο Επικρατείας. Έγινε ο πρώτος νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας το 1833 και νομάρχης Αχαΐας και Ήλιδος το 1836. Στην Α΄ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση εξελέγη και πάλι πληρεξούσιος. Το 1847 έγινε γερουσιαστής και αντιπρόεδρος τής Γερουσίας από το 1847 έως το 1853. Στις 23 Νοεμβρίου 1853 εξελέγη πρόεδρος τού σώματος και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις 11 Αυγούστου 1861. Η σύζυγός του Μαρία ήταν Κυρία των Τιμών τής βασίλισσας Αμαλίας. Ο Μοναρχίδης υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε τον Μάιο τού 1868.. Στο περιοδικό «Πανδώρα» δημοσιεύτηκε, στις 15 Μαΐου 1868, η παρακάτω νεκρολογία: «Και εν Αθήναις δε μετήλλαξε τον βίον έτερος επίσημος ανήρ, ο Αναγνώστης Μοναρχίδης, ουχί μεν εκ τού ομίλου των λογίων, αλλ’ εκ των ευαρίθμων εκείνων οίτινες από τής αρχής τού μεγάλου αγώνος, μέχρι τής εν έτει 1862 ανατροπής τής καθεστώσης πολιτείας, υπηρέτησαν εντίμως και μετά πλείστου ζήλου την πατρίδα, αναδειχθείς πληρεξούσιος και βουλευτής των ενδόξων Ψαρρών και μέλος κυβερνήσεων, και νομάρχης και γερουσιαστής και πρόεδρος τής Γερουσίας, την θέσιν δε τού Πρωθυπουργού προσφερθείσα αυτώ τω 1863 απέβαλεν ειπών (είμεθα δε βέβαιοι ότι επίστευε ό,τι έλεγεν) εαυτόν ανίκανον να πηδαλιουχήσῃ το σκάφος τής Ελλάδος. Είχεν δε ο αοίδιμος ενθερμοτάτην την προς την πατρίδα αγάπην, και μέλημα αδιάκοπον την βελτίωσιν τής παρούσης και την κατόρθωσιν τής μελλούσης αυτής καταστάσεωςˑκαι ταύτα ενώ ο θάνατος εστέρησεν αυτόν αλληλοδιαδόχως πάσης παραμυθίας και παντός στηρίγματος, και γυναικός δηλαδή και τέκνων. Κατέβη δε εις τον τάφον όπως και έζησεν επί τής γης αμνησίκακος, καρτερικός, μετριοπαθής, μετριόφρων, φίλος σταθερός και αγνάς έχων τας χείρας».

 

Ευστάθιος Σίμος

Ο Ευστάθιος Σίμος γεννήθηκε το 1804 στα Ιωάννινα, σε περίοδο οικονομικής, πνευματικής και διπλωματικής ζωτικότητας για την Ήπειρο. Σπούδασε στην ακμάζουσα εκεί σχολή τού Αθανασίου Ψαλίδα. Μετά την καταστροφή τής πατρίδας του κατέφυγε στους Καλαρρύτες, από εκεί στο Μεσολόγγι και μετά η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Εκείνος έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, τη Νάπολη και τη Ρώμη. Γαλουχήθηκε και ανδρώθηκε στο πνεύμα τού Διαφωτισμού, τού ρομαντισμού και τού ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1828, όταν κυβερνήτης ήταν ο Καποδίστριας. Πήγε στο Άργος, στην Αίγινα και τελικά εργάστηκε ως δάσκαλος στην Ηλεία. Το 1830, 26 χρόνων, δίδασκε Ελληνικά και Γαλλικά σε 30 μαθητές στον Πύργο τής Ηλείας, προσπαθώντας να καλλιεργήσει τη φιλομάθειά τους. Επί Όθωνος διορίστηκε Γραμματέας Α΄ τάξεως στο Υπουργείο Οικονομικών και το 1835 έγινε εισηγητής οικονομικών στο Συμβούλιο Επικρατείας. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. τής Φ.Ε. από το 1843 μέχρι το 1949. Τα έτη 1850 έως 1858 ήταν Γραμματέας τής Φ.Ε. Στο αρχείο τής Φ.Ε. αναφέρεται ως πρέσβης και υπουργός. Το 1837, ως εισηγητής του πρώτου ετήσιου προϋπολογισμού, πρότεινε την κατάργηση των «κανονικών» δικαιωμάτων τού κλήρου, κάτι που είχε ως συνέπεια τον αφορισμό του από την Εκκλησία. Η πολιτεία αντέδρασε στον αφορισμό και ο Νεόφυτος εκλήθη να προασπιστεί τη νομιμότητά του. Μετά την απόκτηση συντάγματος το 1843 εξελέγη βουλευτής. Χρημάτισε υπουργός Οικονομικών το 1859 και το 1868. Διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη το διάστημα 1872-1875, σε μια δύσκολη εποχή, όταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν διακοπεί λόγω τής τριετούς κρητικής επανάστασης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του επέδειξε πολιτική σύνεση, κάτι που βοήθησε πολύ την αποστολή του. Έγραψε και μετέφρασε πολλά έργα, λογοτεχνικά και ιστορικά. Πέθανε στην Αθήνα το 1878.

 

Κ. Τ. Οικονομίδης

Ο Κ. Τ. Οικονομίδης ήταν λόγιος. Είχε λάβει πολύ καλή μόρφωση και ήταν συνδρομητής πολλών πονημάτων τής εποχής, όπως των έργων τού Κοραή, τής «Κατά Χριστόν ηθικής πραγματείας» τού Μισαήλ Αποστολίδη, τής «Ιστορίας των Αθηνών» τού Διονυσίου Σουρμελή κ.ά. Σεμνός και ευσυνείδητος δάσκαλος, όπως αναφέρεται και στο αρχείο τής Φ.Ε., υπήρξε στενός συνεργάτης τού Μισαήλ Αποστολίδη, ο οποίος και τού μίλησε για την υπό ίδρυση Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία με σκοπό την ενίσχυση τής εκπαίδευσης των Ελληνοπαίδων, της οποίας και έγινε ιδρυτικό μέλος .

 

 

Filimon

Ιωάννης Φιλήμων

Ο ιστορικός και εκδότης Ιωάννης Φιλήμων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1798/99. Το αρχικό του όνομα ήταν Βασιλειάδης. Το όνομα Φιλήμων τού το έδωσε ο Δ. Υψηλάντης στο σπίτι τού οποίου φιλοξενήθηκε. Ήταν γιος ζωγράφου και «ποικιλτού», θρακικής καταγωγής. Πρώτος του δάσκαλος ήταν ο Δημητσανίτης αρχιμανδρίτης Βαλσαμών. Φοίτησε στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή με καθηγητή τον ελληνιστή και λεξικογράφο Νικόλαο Λογάδη. Παράλληλα εργάστηκε στο Πατριαρχικό Τυπογραφείο και εκεί έμαθε την τέχνη τής τυπογραφίας. Τα τελευταία δύο χρόνια πριν από την έναρξη τής επανάστασης έζησε στην Κωνσταντινούπολη. Γνώρισε πολλούς φιλικούς, όπως τους Σέκερη, Παπαφλέσσα, Περραιβό, αλλά δεν μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία λόγω ταής νεαρής ηλικίας του.

Τον Οκτώβριο τοή 1821 π΄γε στην Πελοπόννησο και διετέλεσε γραμματέας τού Δ. Υψηλάντη .Πολιτικές συγκυρίες και λόγοι υγείας τον υποχρέωσαν να ασκήσει καθήκοντα γραμματέα τού Εκτελεστικού στην κυβέρνηση των Γ. Κουντουριώτη και Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Φιλήμων αγωνίστηκε πάντα στην πρώτη γραμμή. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τού Ναυπλίου, στην αναχαίτιση τού Δράμαλη, καθώς και στη μάχη τής Πέτρας στη Βοιωτία. Στην αρχή δραστηριοποιήθηκε εναντίον τού Καποδίστρια, όμως γρήγορα αναγνώρισε την ακεραιότητα τού κυβερνήτη και συμφώνησε με την άποψη τού Καποδίστρια ότι έπρεπε να γίνει ανακατανομή των εθνικών γαιών. Τον Μάιο τού 1833 εξέδωσε στο Ναύπλιο την πολιτική εφημερίδα «Χρόνος». Το διάστημα1838-1854, επί Όθωνος, εξέδωσε στην Αθήνα την εφημερίδα «Αιών», της οποίας όπως έγραψε ο ίδιος «ο ελληνισμός, ο συνταγματισμός, και η νομιμότης υπήρξαν απ’ αρχής το ιδανικόν τού αιώνος». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. το διάστημα 1844-1849. Το 1854, κατά τη διάρκεια τής Αγγλογαλλικής κατοχής στον Πειραιά, συνελήφθη από τους Γάλλους εξ αιτίας ενός άρθρου που έγραψε. Η έκδοση τού «Αιώνα» διεκόπη και ο Φιλήμων εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία και επιδόθηκε στην ιστοριογραφία.

Το πρώτο του ιστορικό βιβλίο ήταν το «Δοκίμιον ιστορικόν περί τής Φιλικής Εταιρείας» (1838). Το 1859-1861 έγραψε το τετράτομο βιβλίο «Δοκίμιον ιστορικόν περί τής Φιλικής Εταιρείας», ένα πραγματικά αξιόλογο ιστορικό κείμενο για την επανάσταση τού 1821. Ο Ιωάννης Φιλήμων πέθανε στην Αθήνα το 1874.

 

Κυρίτσης Μαργαρίτης

Ο Κυρίτσης Μαργαρίτης, από το Ναύπλιο, ήταν λόγιος και εργάστηκε για την εκπαίδευση των νέων από την περίοδο τής Επανάστασης. Εκτιμούσε και σεβόταν τον Καποδίστρια, με τον οποίο και συνεργάστηκε σε θέματα παιδείας. Διορίστηκε μάλιστα και ελεγκτής στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Μετά τη δολοφονία τού κυβερνήτη ήρθε στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Ρίζο Νερουλό για θέματα τής αρμοδιότητάς του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στο αρχείο της αναφέρεται ως διοικητικός υπάλληλος.

 

 

Ioannis Soutsos 084[1]

Ιωάννης Σούτσος

Γεννήθηκε το 1803 στο Αρναούτκιοϊ, στον Βόσπορο. Ήταν γιος τού Αλεξάνδρου Σούτσου, ο οποίος είχε διοριστεί δύο φορές ηγεμόνας τής Βλαχίας και ακόμη μία φορά ηγεμόνας τής Μολδοβλαχίας. Τα πρώτα του γράμματα ο Ιωάννης διδάχθηκε στην πατρίδα του και στο Βουκουρέστι. Όταν ο πατέρας του πέθανε, το 1821, ο Ιωάννης μαζί με την μητέρα του και όλη την οικογένεια κατέφυγαν στην Τρανσυλβανία, για να γλυτώσουν από τη μανία των Τούρκων μετά την εξέγερση στις Ηγεμονίες. Ο Σούτσος ήλθε στην Ελλάδα το 1829. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γενεύη τής Ελβετίας και στη Γαλλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1835 και διορίστηκε από την Αντιβασιλεία πάρεδρος τού Συμβουλίου Επικρατείας. Συναναστρεφόμενος την μεγάλη ομάδα των μορφωμένων Ελλήνων έμαθε για την επικείμενη ίδρυση τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και έγινε ιδρυτικό της μέλος. Το 1837 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής τής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την έδρα διατήρησε μέχρι τον θάνατό του το 1890. Διδάσκοντας παράλληλα την πολιτική οικονομία και τη δημοσιονομία εισήγαγε την έρευνα των δύο αυτών κλάδων τής οικονομικής επιστήμης στην Ελλάδα. Αποδέχθηκε εκλεκτικά τα διδάγματα τής κλασικής σχολής. Τόνιζε ότι η εργασία δεν είναι η μοναδική πηγή πλούτου. Αποδεχόταν την ποσοτική θεωρία τού χρήματος, σε σχέση όμως με τα φαινόμενα τού πληθυσμού θεωρούσε ότι η θεωρία τού Μάλθου δεν είχε πρακτική αξία για την εποχή εκείνη, δεν απέκλειε να αποκτήσει σπουδαιότητα συν τω χρόνω, καθώς θα αυξάνεται ο πληθυσμός. Μελέτησε τα ελληνικά οικονομικά δεδομένα και προσπάθησε να τα προσαρμόσει στα διδάγματα τής οικονομικής θεωρίας. Με τον τρόπο αυτό προλείανε το έδαφος για την πρακτική εφαρμογή τής οικονομικής και τής δημοσιονομικής πολιτικής. Εξελέγη πρύτανης τού Πανεπιστημίου το 1847 και από το 1859 ήταν επίτιμος καθηγητής. Διετέλεσε διευθυντής τού γραφείου Δημοσίας Οικονομίας τού Υπουργείου Εσωτερικών την περίοδο 1860-1863 και διέκοψε την πανεπιστημιακή του υπηρεσία για μια μόνον τριετία, όταν διετέλεσε σύμβουλος Επικρατείας από το 1864 ώς το 1867. Ήταν ο πρώτος καθηγητής που συμπλήρωσε πενήντα χρόνια διδασκαλίας στη Νομική Σχολή. Έγραψε τα έργα με θέματα «Πλουτολογία», «Δημοσιολογία», «Πλουτολογικαί μελέται». Πέθανε το 1890 στην Αθήνα.

 

Andreas Koromilas 1868 028[1]

Aνδρέας Κορομηλάς

Ο Ανδρέας Κορομηλάς ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αθηναίου κτηματία Χατζή Λάμπρου Κόσκορη και τής Όρσας Κολιάτσου. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1811. Όταν ήταν 15 ετών έλαβε μέρος, μαζί με τον πατέρα του, στη μάχη τού Χαϊδαρίου, που δόθηκε μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων το 1826, όπου και τραυματίστηκε, ενώ ο πατέρας του αιχμαλωτίστηκε και θανατώθηκε στην πλατεία Αγίου Παντελεήμονα (σήμερα πλατεία Κοτζιά). Μετά από αυτό ο Κορομηλάς πήγε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε στα εκδοτικά καταστήματα του φιλέλληνα Αμβροσίου Φιρμίνου Διδότου και διδάχθηκε την τυπογραφική τέχνη. Η οικογένειά του εν τω μεταξύ είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα. Εκεί ο Κορομηλάς εργάστηκε στην αρχή στο Τυπογραφείο τής Διοίκησης, ενώ τα αδέλφια του φοιτούσαν ακόμα στο Κεντρικό Γυμνάσιο τού νησιού, το οποίο δεχόταν ορφανά παιδιά των αγωνιστών.

Το 1832 άρχισε να δημιουργεί το δικό του τυπογραφείο. Παρήγγειλε στον Αμβρόσιο Διδότο πιεστήριο και τυπογραφικό υλικό. Τον Μάιο τού 1833 άρχισε τη συνεργασία του με τον Νεόφυτο Δούκα και ανέλαβε την εκτύπωση των έργων του. Εξέδωσε τα κείμενα και τις μεταφράσεις των τραγωδιών τού Σοφοκλή, με επιμέλεια τού Νεόφυτου Δούκα, και πολλά άλλα έργα του, ακόμα και τα πρώτα διδακτικά βιβλία. Το τυπογραφείο τού Κορομηλά ήταν το πρώτο που εκτύπωνε συστηματικά και τακτικά βιβλία, ενώ αυτά που λειτουργούσαν κατά την Επανάσταση εξέδιδαν μόνο εφημερίδες.

Το 1836 το τυπογραφείο του μεταφέρεται στην Αθήνα επί τής οδού Ερμού .Σε λίγο χρόνο τύπωσε τόσο πολλά συγγράμματα ώστε πολύ σύντομα έγινε το μεγαλύτερο τυπογραφείο τής Ανατολής. Το 1840 εισήγαγε από τη Βενετία, πρώτος στην Ελλάδα, την τυπογραφική μέθοδο τής στερεοτυπίας και την τεχνική τής ερυθροτυπίας, μέθοδο κατά την οποία τα γράμματα αποτυπώνονται σε χάρτινη ή άλλη μάζα που πιέζεται προκειμένου να γίνει μήτρα πάνω στην οποία χύνεται ρευστό μέταλλο που ψύχεται και στερεοποιείται. Με τη μέθοδο αυτή ο τυπογράφος μπορεί να έχει στη διάθεσή του έτοιμες τις σελίδες αν χρειαστεί να ανατυπώσει το βιβλίο. Το τυπογραφείο του διέθετε μηχανικά ατμοκίνητα πιεστήρια και πολλούς τυπογραφικούς χαρακτήρες σε διάφορες γλώσσες, χυτήρια, βιβλιοδετείο, βιβλιοπωλείο χαρτοπωλείο και πλούσιο αρχείο στερεοτύπων κειμένων. Το 1844 μάλιστα ίδρυσε υποκατάστημα στην Κωνσταντινούπολη από το οποίο προμηθεύονταν διδακτικά βιβλία όλες οι αλύτρωτες ελληνικές επαρχίες.

Από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην Αθήνα ενδιαφέρθηκε για την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Η επιχείρησή του τιμήθηκε σε διεθνείς εκθέσεις και ο ίδιος παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό τού Τάγματος τού Σωτήρος και το Αριστείο τολυ Αγώνα. Πέθανε στην Αθήνα το 1858.

 

Δρόσος Δρόσος

Ο Δρόσος Δρόσος γεννήθηκε στην Τήνο το 1798. Μαζί με τον πατέρα του πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη Βλαχία, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και κατετάγη στον Ιερό Λόχο με τον βαθμό τού εικοσιπένταρχου. Τραυματίστηκε στη μάχη τού Δραγατσανίου και κατέφυγε στην Τρανσυλβανία. Από εκεί ήρθε στην Ελλάδα, όπου το 1822 ο Κωλέττης τού ανέθεσε να περιηγηθεί τις Κυκλάδες για να στρατολογήσει επαναστάτες . Η Τήνος ήταν τότε κέντρο στρατιωτικών ενεργειών και από εκεί ξεκίνησε η εκστρατεία εναντίον τής Καρύστου και τού Ολύμπου.

Εξελέγη το 1828 μέλος τής επαρχιακής Δημογεροντίας, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την άσκηση αστυνομικών καθηκόντων στο νησί. Το 1830 διορίστηκε πρόεδρος τού κατά την Δυτική Ελλάδα πρωτοκλήτου Δικαστηρίου. Μετά από λίγο όμως παραιτήθηκε και πήγε με την πλευρά τής Αντιπολίτευσης. Τον Μάιο τού 1833 διορίστηκε έπαρχος Ερμιονίδος και τον Ιανουάριο τού 1835 εφέτης στην Τρίπολη. Έναν χρόνο μετά έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Μάλιστα από το 1844 μέχρι το 1869 διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της. Το 1842 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Αθηνών. Το 1843 εξελέγη πληρεξούσιος τής επαρχίας τής Τήνου για τη Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.Τον Απρίλιο τού 1844 διορίστηκε αρεοπαγίτης, αλλά τον έπαυσαν μετά 2 χρόνια λόγω τής αντίθεσής του προς τον Όθωνα. Ήταν οπαδός τού αγγλόφιλου κόμματος. Έγραψε την Ιστορία τς Τήνου. Πέθανε στην Αθήνα το 1870.

 

Dekozis bouros

Σταμάτιος Δεκόζης Βούρος

Ο Σταμάτιος Δεκόζης Βούρος γεννήθηκε το 1792 στη Χίο. Φυγάς μετά την καταστροφή τού νησιού το 1822 εγκαταστάθηκε στη Βιέννη και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γιος τού Κόζη Βούρου, που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια τής σφαγής, ο οποίος είχε ιδρύσει το 1817 μαζί με άλλους συμπατριώτες του στη Βιέννη μια μεγάλη εμπορική εταιρεία. Ο Σταμάτιος συνέχισε με επιτυχία τις δραστηριότητες τού πατέρα του και αποδείχθηκε πετυχημένος έμπορος και τραπεζίτης. Έζησε στη Βιέννη από το 1817 έως το 1825. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πήρε το 2ο όνομα Δεκόζης (=τού Κόζη). Μετά την απελευθέρωση, το 1832 ήρθε μόνιμα στην Αθήνα, όπου μετέφερε και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του και ίδρυσε τραπεζικό οίκο και εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα τής εποχής.

Μόλις ήρθε στην Αθήνα φρόντισε να οικοδομήσει την οικία του σε μια πόλη τής οποίας το οικιστικό σχέδιο ήταν αδιαμόρφωτο. Το αρχοντικό Δεκόζη Βούρου ήταν από τα πρώτα σπίτια που κτίστηκαν στην Αθήνα το 1833/34. Τα σχέδια εκπονήθηκαν από τους Γερμανούς αρχιτέκτονες Λύντερς (G. Lueders) και Χόφερ (J. Hoffer) και το αρχοντικό ήταν ένα από τα πρώτα δείγματα τής κλασικιστικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Η περιοχή τής πλατείας Κλαυθμώνος, όπου χτίστηκε, ήταν τότε τελείως ασχημάτιστη. Μόλις το 1834 είχε αρχίσει η διάνοιξη τής οδού Σταδίου. Όταν περατώθηκε η κατασκευή του ήταν το πιο αξιόλογο κτίσμα που υπήρχε στην κατεστραμμένη πόλη. Το αρχοντικό τού Δεκόζη Βούρου είναι ένα απλό διώροφο κτήριο, με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά τής κλασικιστικής αθηναϊκής κατασκευής. Εξωτερικά έχει κεραμωτή στέγη, μια μαρμάρινη βάση και μπαλκόνι με λεπτοδουλεμένα φουρούσια.

Το1836 ο βασιλιάς Όθων, επιστρέφοντας από το Μόναχο μετά τον γάμο του με την Αμαλία, χρησιμοποίησε ως προσωρινή κατοικία τη «μεγάλη οικία» Βούρου, στην τότε οδό Νομισματοκοπείου και ήδη Παπαρρηγοπούλου αριθ. 7, και τη διπλανή οικία τού Γ. Αφθονίδη (που δεν υπάρχει σήμερα), συνδέοντας μεταξύ τους με στοά τα δύο αυτά αρχοντικά. Ο Όθων και η Αμαλία έμειναν σε αυτό το «παλιό παλάτι», όπως το αποκαλούσαν αργότερα οι Αθηναίοι, από το 1836 μέχρι το 1843. Διαμόρφωσαν μάλιστα και έναν κήπο μπροστά στο παλάτι, από τον οποίο προήλθε ο σημερινός κήπος της πλατείας Κλαυθμώνος.

Τον ίδιο χρόνο ο Σταμ. Δεκόζης Βούρος έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Το 1859 έχτισε δίπλα στο σπίτι του, στον αριθ. 5 τής οδού Παπαρρηγοπούλου, ένα δεύτερο αρχοντικό για κατοικία τού γιου του Κωνσταντίνου Βούρου, σε σχέδια τού αρχιτέκτονα Γεράσιμου Μεταξά, που σώζεται μέχρι σήμερα. Το αρχοντικό σήμερα στεγάζει το Μουσείο τής πόλεως των Αθηνών. Ο Σταμάτιος Βούρος Δεκόζης ως ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. ενίσχυσε το έργο της. Στο αρχείο τής ΦΕ αναφέρεται ως έμπορος.

 

Paparigopoulos

 Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος

Ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος γεννήθηκε στη Νάξο το 1780. Τις πρώτες του σπουδές έκανε στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στη Μόσχα, όπου υπό την προστασία των Ευγενίου Ζωσιμάδη και Καπλάνη σπούδασε Νομική. Μετά την αποτυχία τής εξέγερσης τού Γεωργίου Ολύμπιου κατέφυγε στην Ιταλία, όπου σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη Τις παραμονές τής ελληνικής επαναστάσεως μετέβη στην Πάτρα, όπου προσελήφθη ως διερμηνέας στο εκεί Ρωσικό προξενείο. Τότε μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στην κατάληψη τής Τενέδου. Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα για να πείσει τον Αλή Πασά ότι ο Τσάρος θα τον βοηθήσει αν βαδίσει εναντίον τού Σουλτάνου. Κατόπιν συνεννοήσεως με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τους προύχοντες τής Πελοποννήσου έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να αρχίσει τον αγώνα από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ώστε να δοθεί χρόνος για την προετοιμασία του αγώνα στη Ν. Ελλάδα. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τού ανέθεσε και τις αποστολές. Έτσι μετέβη στην Κωνσταντινούπολη το 1820, μίλησε στον Πατριάρχη για τον επικείμενο αγώνα και προσπάθησε να τον πείσει να εγκαταλείψει την Πόλη.

Στη ναυμαχία τού Ναυαρίνου υπηρέτησε ως διερμηνέας τής ρωσικής μοίρας και μάλιστα με τέχνασμά του οι Τούρκοι επετέθησαν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Μετά τη ναυμαχία και παρά το ότι είχε πληγωθεί, είχε την ψυχραιμία και την ετοιμότητα να ζητήσει από τον αρχηγό τού ρωσικού στόλου να στείλει μοίρα του στόλου στη Σμύρνη για να προστατεύσει τους εκεί Έλληνες από τον θυμό των Τούρκων. Πράγματι η έγκαιρη παρέμβαση των Ρώσων ήταν σωτήρια για τους Έλληνες της Σμύρνης. Ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος διατηρούσε φιλία με τους διοικητές των φρουρίων τής Ναυπάκτου, τού Αντιρρίου και τού Μεσολογγίου. Έτσι το 1829 τους έπεισε να παραδώσουν εγκαίρως τα φρούρια στους Έλληνες, ώστε ο Καποδίστριας να διεκδικήσει και να πετύχει την ένταξη τής Στερεάς Ελλάδος στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Το 1843, επί τής βασιλείας του Όθωνα, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Υπήρξε γενικός πρόξενος τής Ρωσίας μέχρι το 1862. Ο Γεώργιος ο Α΄ τον διόρισε σύμβουλο Επικρατείας. Πέθανε το 1874.

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στο αρχείο της οποίας αναφέρεται ως πρόξενος. Πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην Αθήνα το 1874.

 

Νικόλαος Σιλήβερος ή Σιλήβεργος

Ο Νικόλαος Σιλήβερος γεννήθηκε το 1804. Ήταν οικονομολόγος. Το 1831 στο Ναύπλιο, όπου ήταν υπάλληλος τού κράτους, μετέφρασε από τα Γαλλικά το βιβλίο «Επιτομή τής παλαιάς ιστορίας και εξαιρέτως τής ελληνικής εις την οποίαν έπεται σύντομον γεωγραφικόν λεξικόν και σύνοψις τής μυθολογίας». Ασχολήθηκε με την πολιτική. Σε νεαρή ηλικία, το 1836, ανέλαβε τη θέση τού προέδρου τού Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπου έμεινε μέχρι το 1842. Τότε έγινε και μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στην κυβέρνηση τού Όθωνα έγινε υπουργός Οικονομικών. Μετά την επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου παραιτήθηκε και επανήλθε στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Έγινε και πάλι υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Δημ. Βούλγαρη το 1855. Από το 1861 έως το 1862 ήταν γερουσιαστής. Πέθανε το 1873.

 

Στέφανος Γεννάδης

Ο Στέφανος Γεννάδης καταγόταν από τη Χίο και διέμενε στον Πειραιά. Ήταν λόγιος και μελετούσε πολλά συγγράμματα, μεταφρασμένα στα Ελληνικά. Προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ελληνικό κράτος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Ο εγγονός του ήταν διαπρεπής στρατηγός κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.-

 

 

Klonaris

Χριστόδουλος Κλωνάρης ή Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλωνάρης ή Κλονάρης γεννήθηκε το 1788 στη Λεπτοκαρυά Ζαγορίου Ηπείρου. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και στη συνέχεια μετέβη στα Αμπελάκια τής Θεσσαλίας, όπου φοίτησε κοντά στους Στέφανο Σταμκίδη και Ίωνα Σπαρμιώτη. Το 1807, με σύσταση τού δασκάλου του, έγινε για έναν χρόνο διευθυντής τής Ελληνικής Σχολής τής Κοζάνης. Έπειτα πήγε στο Βουκουρέστι, όπου συνέχισε τις φιλολογικές του σπουδές κοντά στον Λάμπρο Φωτιάδη. Στο Παρίσι, όπου μετέβη αργότερα, σπούδασε Νομική και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1826. Παράλληλα, δημοσίευσε άρθρα σε διάφορες εφημερίδες, όπως στη «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο τού απελευθερωτικού αγώνα. Μετά τις σπουδές του γύρισε στην Ελλάδα το 1825.

Διετέλεσε πληρεξούσιος των Ηπειρωτών και επί Καποδίστρια ήταν μέλος τού Πανελληνίου. Διετέλεσε ακόμη επίτροπος Επικρατείας στο Ανώτατο Δικαστήριο, γερουσιαστής, υπουργός Δικαιοσύνης και ο πρώτος πρόεδρος τού Αρείου Πάγου. Ήταν ο συντάκτης τού πρώτου Κώδικα Ποινικού Δικαίου υπό τον τίτλο «Εγκληματική διαδικασία». Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος του πρώτου «Ανεκκλήτου Κριτηρίου», το οποίο ήταν την εποχή εκείνη ένα είδος Εφετείου. Στη θέση παρέμεινε έως τον Ιούλιο τού 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον κυβερνήτη. Κατόπιν άσκησε τη δικηγορία στο Ναύπλιο. Στη δίκη των Κολοκοτρώνη – Πλαπούτα ήταν συνήγορος τού τελευταίου και εντυπωσίασε με την τόλμη και την ευγλωττία του.

Το 1835 διορίστηκε πρώτος πρόεδρος τού Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη το 1847, αλλά ξαναδιορίστηκε το 1848. Παρέμεινε στην προεδρία τού Αρείου Πάγου μέχρι τον θάνατό του. Με διάταγμα τού 1837 διορίστηκε Ιππότης τού Χρυσού Σταυρού τού Τάγματος τού Σωτήρος. Πέθανε αιφνιδίως το 1849 και αναφέρεται ότι ακόμη και ο βασιλιάς Όθων ταράχτηκε πολύ με τον θάνατό του.

 

 

Farmakidis

Θεόκλητος Φαρμακίδης

Ο Διδάσκαλος τού Γένους και κορυφαίος Έλληνας διαφωτιστής και αγωνιστής τής ελληνικής επαναστάσεως Θεόκλητος Φαρμακίδης γεννήθηκε στη Νίκαια τής Λάρισας το 1784, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Στη συνέχεια πήγε στη Λάρισα, όπου χειροτονήθηκε διάκονος σε ηλικία μόλις 18 ετών, οπότε και άλλαξε το βαπτιστικό του όνομα Θεοχάρης σε Θεόκλητος. Το 1804 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή το διάστημα 1804-1806. Ανήσυχος χαρακτήρας δεν συμβιβάστηκε με το συντηρητικό πνεύμα τής Σχολής και πήγε στις Κυδωνίες, στη Σχολή των Κυδωνιών, και ύστερα στο Ιάσιο, στην Ακαδημία τού Ιασίου, όπου παρέμεινε από το 1806 έως το 1811 για να σπουδάσει και να διδάξει την ελληνική γλώσσα. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίστηκε εφημέριος στον ναό τού Αγίου Γεωργίου στη Βιέννη όπου παρέμεινε από το 1811 μέχρι το 1817. Οι ακραίες όμως εκκλησιαστικές και πολιτικές του αντιλήψεις τον έφεραν σε σύγκρουση με τους εκπροσώπους τής παράδοσης και έτσι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση τού εφημερίου. Στη Βιέννη ο Φαρμακίδης, παράλληλα με τις μελέτες του, μετέφρασε από τα Λατινικά την τετράτομη εγκυκλοπαίδεια τού Φ. Γιάκομπς. Από το 1816 μέχρι το 1818 συνέχισε, μαζί με τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη, την έκδοση τού «Λόγιου Ερμή». Εκεί γνωρίστηκε και με τον Απόστολο Αρσάκη, αν και δεν συμμεριζόταν την εμμονή του στην αρχαϊκή γλώσσα την οποία χρησιμοποιούσε.

Το 1819 ο Φαρμακίδης αποδέχθηκε πρόσκληση τού ιδρυτή τής Ιονικής Ακαδημίας λόρδου Γκίλφορντ να διδάξει Θεολογία. Γι’ αυτό, με έξοδα τού Γκίλφορντ, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο τού Γκέττινγκεν όπου παρέμενε μέχρι την έναρξη τού αγώνα. Τον Μάιο τού 1821 επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με τον Δ. Υψηλάντη. Στην Καλαμάτα εξέδωσε την εφημερίδα «Ελληνική σάλπιγξ», τής οποίας η έκδοση διεκόπη γιατί ο Φαρμακίδης δεν δεχόταν λογοκρισία. Τότε άρχισε να αναμειγνύεται ενεργά στην πολιτική. Έλαβε μέρος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση τής Επιδαύρου, στον Άρειο Πάγο Ανατολικής Ελλάδας, στην Εθνοσυνέλευση τού Άργους κ.α. Το 1827 έγινε αρχισυντάκτης τής Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος.

Αντιπολιτεύτηκε σκληρά τον Καποδίστρια και τον κατηγορούσε ως ρωσόφιλο. Ο ίδιος ανήκε στο αγγλικό κόμμα τού Μαυροκορδάτου. Μετά τη δολοφονία τού κυβερνήτη διορίστηκε το 1832 έφορος τού «Εν Αιγίνῃ Γενικού και Προκαταρκτικού Σχολείου». Επί Αντιβασιλείας ήταν σύμβουλος τού Μάουρερ σε θέματα εκκλησιαστικά και εργάστηκε υπέρ τού αυτοκέφαλου τής ελληνικής Εκκλησίας. Το 1833 διορίστηκε γραμματέας τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τού Βασιλείου τής Ελλάδος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και ένας από τους φίλους τού Απόστολου Αρσάκη οι οποίοι τον συμβούλευαν να βοηθήσει τη Φ.Ε. στο έργο της. Το 1837 διορίστηκε καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1939 μεταπήδησε στη Φιλοσοφική Σχολή. Αιτία όλων αυτών των ανακατατάξεων ήταν η ιδεολογική διαφωνία του με τον Κ. Οικονόμου, η οποία πήρε μορφή προσωπικής αντιπαράθεσης. Το 1843 επανήλθε στη Θεολογική Σχολή. Όταν το 1850 το Πατριαρχείο παραχώρησε την Κανονική Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος ο Φαρμακίδης συνέχισε να αγωνίζεται για την απόλυτη ανεξαρτησία της. Με το έργο του «Ο συνοδικός τόμος ή περί τής Αληθείας» (1852) προκάλεσε νέες αντιδράσεις.

Τα τελευταία χρόνια τής ζωής του αφιέρωσε στην συγγραφή. Πέθανε φτωχός στην Αθήνα το 1860.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος - ιστορικός

 

Το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο τής εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

1836

Kountouriotis

Γεώργιος Κουντουριώτης

Πρόεδρος

Ο Γεώργιος Κουντουριώτης γεννήθηκε στην Ύδρα το 1782. Ήταν αδελφός τού Λάζαρου Κουντουριώτη. Τα δύο αδέλφια ασχολήθηκαν επιτυχώς με τη θάλασσα. Έτσι όταν ξεκίνησε η επανάσταση τού 1821 η οικογένεια τους διέθετε τα μισά εμπορικά πλοία τής Ύδρας. Παρά το ότι, όπως όλοι οι πλοιοκτήτες τής Ύδρας, θεωρούσε πρόωρη και παρακινδυνευμένη την έκρηξη τής επαναστάσεως, υποχρεώθηκε να ακολουθήσει τον επαναστατημένο λαό τής Ύδρας, διαθέτοντας τα πλοία του και πολλά χρήματα για τον αγώνα.

Αναμείχθηκε ενεργά στα δημόσια πράγματα τόσο κατά τη διάρκεια τού αγώνα όσο και μετά την απελευθέρωση τού ελληνικού κράτους. Συμμετείχε ως πληρεξούσιος τής Ύδρας στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους (1823) και αυτή ήταν η πρώτη του εμφάνιση στο πολιτικό προσκήνιο. Ήταν η εποχή που είχαν αρχίσει οι εμφύλιες διαμάχες μεταξύ των Ελλήνων. Ο Γ. Κουντουριώτης, με προτροπή τού Μαυροκορδάτου, έγινε μέλος τού νέου Εκτελεστικού στις 19 Δεκεμβρίου 1823 και στις 6 Δεκεμβρίου 1824 ανέλαβε την προεδρία τής κυβερνήσεως.

Η στάση τής κυβερνήσεως κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα δεν ήταν η ορθότερη. Η διαμάχη των πολιτικών με τον Κολοκοτρώνη κατά τους δύο εμφυλίους πολέμους έπληξε βαθύτατα τον αγώνα. Μετά την αδυναμία της δε να αντιμετωπίσει τον Ιμπραήμ και τη θυσία τού Παπαφλέσσα στο Μανιάκι στις 20 Μαΐου του 1825, αναγκάστηκε να απελευθερώσει τον Κολοκοτρώνη και μετέφερε την έδρα της στην Αίγινα. Από τη θέση τού προέδρου τού Εκτελεστικού παραιτήθηκε στις 12 Απριλίου 1826 και αποσύρθηκε στην Ύδρα. Στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση στην Τροιζήνα εναντιώθηκε στην εκλογή τού Καποδίστρια και αρνήθηκε τις θέσεις που του προσέφερε ο κυβερνήτης, γιατί είχε ταχθεί στην αντιπολίτευση.

Το 1832 ο Κουντουριώτης, ως πρόεδρος τής διοικητικής επιτροπής που σχηματίστηκε μετά την αποχώρηση τού Αυγουστίνου Καποδίστρια, έστειλε στο Μόναχο επιστολή προς τον βασιλιά της Βαυαρίας Λουδοβίκο και τον γιο του Όθωνα, με την οποία βεβαίωνε τον εκλεγέντα βασιλέα Όθωνα ότι ο ελληνικός λαός «θεωρεί την ἐλευθερίαν του και την κηδεμονίαν του εις την παγίωσιν τού θρόνου, τον οποίον θέλει περικυκλώσει με την αγάπην του και τον ενθουσιασμόν του».

Ο Όθωνας τον διόρισε αντιπρόεδρο τού Συμβουλίου Επικρατείας, ενός σώματος το οποίο τότε είχε πολιτικό χαρακτήρα, αφού ήταν συμβουλευτικό σώμα επί σοβαρών κυβερνητικών θεμάτων που έδινε τη γνώμη του στον βασιλιά. Τότε του έγινε η πρόταση να αναλάβει τη θέση τουύ προέδρου τής νεοσύστατης Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, ως πρόσωπο που είχε τον σεβασμό και την εμπιστοσύνη όλων. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1842. H παρουσία του συνέβαλε στη προσέλκυση πολλών εκλεκτών Ελλήνων τού εξωτερικού, οι οποίοι έσπευσαν να βοηθήσουν το έργο τής Φ.Ε.

Κατά την εξέγερση τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843 ήταν μέλος τής επιτροπής που διαπραγματευόταν με τον Όθωνα. Από τον Σεπτέμβριο τού 1844 έως τις 8 Απριλίου 1847 διετέλεσε πρόεδρος τής Γερουσίας..

Στις 8 Μαρτίου 1848 διορίστηκε από τον Όθωνα πρόεδρος τού Υπουργικού Συμβουλίου (πρωθυπουργός) και ανέλαβε συγχρόνως το Υπουργείο Ναυτικών. Η κυβέρνηση τού Κουντουριώτη δεν είχε υποστήριξη από κανένα από τα τρία κόμματα (ρωσικό, γαλλικό, αγγλικό) και έγινε δεκτή με επιφυλάξεις από τις μεγάλες δυνάμεις. Παράλληλα δεν κατόρθωσε να καταστείλει εσωτερικά κινήματα. Παραιτήθηκε στις 15 Οκτωβρίου 1848, κατηγορώντας το βασιλικό περιβάλλον για παρεμβάσεις στο έργο του.

Τα τελευταία χρόνια τής ζωής του ο Κουντουριώτης δεν ασχολήθηκε με την πολιτική, αλλά έμεινε πάντα πιστός στον Όθωνα. Αποσύρθηκε στην Ύδρα, όπου και πέθανε φτωχός το 1858. Όταν έγινε γνωστός ο θάνατος του διατάχθηκε τριήμερο πένθος σε όλο το κράτος.

 

 

Gennadios

Γεώργιος Γεννάδιος

Αντιπρόεδρος

Ο Γεώργιος Γεννάδιος γεννήθηκε ο 1786 στη Σηλυβρία τής Ανατολικής Θράκης με καταγωγή από την Ήπειρο. Γονείς του ήταν ο ιερέας Αναστάσιος και η σύζυγός του Σωσάννα, οι οποίοι αναγκάσθηκαν να φύγουν από την Ήπειρο για να αποφύγουν τις πιέσεις που ασκούσαν οι Τούρκοι στους Χριστιανούς στην περιοχή τού Καλπακίου. Έμαθε τα πρώτα γράμματα στα Δολιανά τού Ζαγορίου, τον τόπο τής καταγωγής του, όπου επέστρεψε με τη μητέρα του μετά τον θάνατο του πατέρα του. Συνέχισε τις σπουδές του στα Ιωάννινα. Το 1797, σε ηλικία 11 ετών, ο Γεννάδιος πήγε για σπουδές στον θείο του, που ήταν ηγούμενος σε μοναστήρι τού Βουκουρεστίου. Με τη βοήθεια τού θείου του σπούδασε στην "Αυθεντική Σχολή" με διευθυντή τον δάσκαλο Λάμπρο Φωτιάδη. Ο Γεννάδιος γρήγορα διακρίθηκε για τον λόγο και το ήθος του.

Το 1804 σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο τής Λειψίας κοντά στον Wilhelm Ernst Weber. Ολοκλήρωσε τις σπουδές του το 1814 και επέστρεψε στο Βουκουρέστι. Στα 1815 τη διεύθυνση της "Αυθεντικής Σχολής" ανέλαβε ο περίφημος Νεόφυτος Δούκας, ο οποίος τον προσέλαβε ως ισότιμο με αυτόν δάσκαλο. Εκεί γνωρίστηκε και ανέπτυξε βαθιά φιλία με τον Χριστόδουλο Κλωνάρη και τον Ιωάννη Μακρή. Μαζί με τον Ιωάννη Μακρή, το 1817, αναχώρησε για την Οδησσό, ύστερα από πρόσκληση τής εκεί ελληνικής κοινότητας και τού Ιωάννη Καποδίστρια, για την οργάνωση τής Ελληνοεμπορικής Σχολής. Τα τρία χρόνια που παρέμεινε στην Οδησσό εργάστηκε «τόσο διά την ευταξίαν των μαθητών των όσο και διά την εισαγωγήν τής στοιχειώδους και συστηματικής παιδείας». Μετέφρασε από τα Ιταλικά το έργο τού Φραγκίσκου Σοαβίου (Francesco Soave) «Περί χρεών τού ανθρώπου» και συνεργάστηκε με τον Γεώργιο Λασσάνη για τη συγγραφή τής εξάτομης «Στοιχειώδους Εγκυκλοπαίδειας των Παιδικών Μαθημάτων», η οποία χρησιμοποιήθηκε στη δεύτερη και τρίτη τάξη τής Σχολής.

Το 1820 ο Γεννάδιος επέστρεψε στο Βουκουρέστι, ανταποκρινόμενος σε πρόσκληση τού ηγεμόνα Αλέξανδρου Σούτσου, ο οποίος τον κάλεσε μαζί με τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο και τον Γεώργιο Κλεόβουλο, για να προσφέρει τις γνώσεις και την εμπειρία του στην αναδιοργάνωση τής Σχολής του Βουκουρεστίου. Μυημένος στη Φιλική Εταιρία, αναλαμβάνει τον ιερό ρόλο να προετοιμάσει τους μαθητές του για τον αγώνα αποτίναξης τού τουρκικού ζυγού. Χαρακτηριστική είναι η μαρτυρία τού μαθητή του Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή (1809-1892) ότι: «…και μας ωμίλησε περί τής τύχης τής Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ ταής δόξης και τής ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…».

Μετά την ήττα στο Δραγατσάνι, κατέφυγε αρχικά στην Οδησσό και στη συνέχεια στη Δρέσδη, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος μέχρι το 1824, οπότε και επέστρεψε στην Ελλάδα. Κεντρικός άξονας τού ενδιαφέροντος και των δραστηριοτήτων του ήταν η ανάπτυξη τής ελληνικής παιδείας και εκπαίδευσης. Όμως ακολούθησε τον επιστήθιο φίλο του Γάλλο φιλέλληνα και στρατιωτικό Φαβιέρο (Charles Fabvier) στην ατυχή εκστρατεία στην Κάρυστο το 1826. Τον Ιούνιο τού 1826 με παρέμβασή του αποσόβησε τον κίνδυνο αναρχίας και ανυπακοής προς τις Αρχές, όταν απλήρωτοι Σουλιώτες και Ρουμελιώτες στρατιώτες διαμαρτύρονταν και το δημόσιο ταμείο δεν μπορούσε να ανταποκριθεί.

Την κατάσταση αποφόρτισε η ομιλία τού Γενναδίου στον πλάτανο τής κεντρικής πλατείας τού Ναυπλίου. «Η πατρίς καταστρέφεται, ο αγών ματαιούται, η ελευθερία εκπνέει. Απαιτείται βοήθεια σύντονος… Προς τούτο απαιτούνται πόροι και πόροι ελλείπουσιν. Αλλ’ αν θέλωμεν να έχωμεν πατρίδα, αν ήμεθα άξιοι να ζώμεν άνδρες ελεύθεροι, πόρους ευρίσκομεν. Ας δώσει έκαστος ό,τι έχει και δύναται. Ιδού η πενιχρή εισφορά μου. Ας με μιμηθεί όστις θέλει!». «Αλλ’ όχι! Η συνεισφορά αύτη είναι ουτιδανή! Οβολόν άλλον δεν έχω νά δώσω, αλλ’ έχω εμαυτόν και ιδού τον πωλώ! Τις θέλει διδάσκαλον επί τέσσερα έτη διά τα παιδία του; Ας καταβάλη το τίμημα!»

Ο Κολοκοτρώνης παραδέχτηκε ότι τότε χάρη στον Γεννάδιο και στην οικονομική βοήθεια που συγκεντρώθηκε πραγματοποιήθηκε η εκστρατεία τού Γ. Καραϊσκάκη: «Ὁ γέρων Γεννάδιος έκαμεν με τους λόγους του, ό,τι δεν ημπορέσαμεν ημείς να κάμωμεν με τα έργατα».

Το 1829 ο Καποδίστριας βρήκε στο πρόσωπο του έναν πολύτιμο συνεργάτη. Του ανάθεσε τη συγκρότηση τής δημόσιας εκπαίδευσης και, μαζί με τον Γρηγόριο Κωνσταντά και τον Ιωάννη Βενθύλο, τη σύνταξη γραμματικής και τής ανθολογίας των εγκύκλιων μαθημάτων τής ελληνικής γλώσσας, καθώς και τη διδασκαλία και την οργάνωση τής Κεντρικής Σχολής τής Αίγινας (1829) και τού Ορφανοτροφείου. Από το 1835 μέχρι τον θάνατό του υπηρέτησε ως γυμνασιάρχης στο Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών, εποπτεύοντας παράλληλα και το αντίστοιχο Ελληνικό σχολείο. Φρόντισε για την ίδρυση Δημόσιας Βιβλιοθήκης συγκεντρώνοντας βιβλία και έντυπο υλικό και έθεσε τις βάσεις τού Νομισματικού Μουσείου.

Υπήρξε από τους πιο ένθερμους ιδρυτές τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και εργάστηκε ως διδάσκαλος στην Αρσάκειο. Μαζί με τον Ι. Κοκκώνη και τον Μισαήλ Αποστολίδη συγκέντρωσαν 70 προσωπικότητες και δημιούργησαν τη Φ.Ε., για να ενισχύσουν την παρεχόμενη από το κράτος εκπαίδευση.

Το 1837 δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Αθηνών γενική Ιστορία. Σύντομα ωστόσο παραιτήθηκε, προκειμένου να αναλάβει και να οργανώσει τη Ριζάρειο Σχολή. Ήταν ένας από τους θεμελιωτές τής εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας και για ένα διάστημα αντιπρόεδρός της. Τέλος, ο Γεννάδιος συνέβαλε ουσιαστικά και στην ολοκλήρωση τής ανοικοδόμησης τού ναού τής Ζωοδόχου Πηγής στην Αθήνα. Το 1838 αναγορεύτηκε επίτιμος διδάκτορας το’υ Πανεπιστημίου της Λειψίας, τίτλος που δόθηκε για πρώτη φορά σε Έλληνα.

Όταν πέθανε το 1854 στην Αθήνα σε ηλικία 68 χρονών, θύμα τής επιδημίας χολέρας, τιμήθηκε από τον λαό γιατί ήταν μία από τις διαπρεπέστερες μορφές τού Αγώνα, της προοδευτικής παιδείας και των γραμμάτων. Ο γιος του Ιωάννης Γεννάδιος, τιμώντας τη μνήμη του πατέρα του, ονόμασε τη βιβλιοθήκη που δώρισε στο έθνος "Γεννάδειον" και αφιέρωσε τη μεγάλη συλλογή των βιβλίων του στους "τής ημετέρας παιδείας μετέχοντας».

 

 

kokkonis3[1] 

Ιωάννης Κοκκώνης

Γενικός Γραμματέας

Ο Ιωάννης Κοκκώνης γεννήθηκε το 1795 στο Καστρί τού Αγίου Πέτρου Κυνουρίας, αλλά μεγάλωσε στη Σμύρνη, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Πήγε για λίγο στην Κωνσταντινούπολη, όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος στο σπίτι τού Απόστολου Παππά. Την περίοδο αυτή εξέδωσε την πρωτοποριακή για την εποχή μελέτη στον τομέα τής Παιδαγωγικής, με τίτλο «Παιδαγωγός των νέων ή Αλφαβητάριον» (1817), το οποίο δημοσίευσε ως Ι. Κόκκων, Σμυρναίος.

Ύστερα επέστρεψε στη Σμύρνη. Με την έκρηξη τής ελληνικής επανάστασης τού 1821 ήρθε στην Ύδρα και το 1824, μαζί με τα παιδιά τού Α. Παππά, εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου εξακολούθησε να παραδίδει μαθήματα ελληνικής γλώσσας. Όμως, τα συνταρακτικά για τους Έλληνες γεγονότα τής εποχής έστρεψαν την προσοχή του προς την πολιτική. Τότε έγραψε και το έργο του «Περί Πολιτειών», το οποίο είναι συστηματικό εγχειρίδιο πολιτικής επιστήμης τού νεότερου ελληνισμού. Το βιβλίο τυπώθηκε στο Παρίσι και εκδόθηκε στο Μονπελιέ (1828-1829) με την ενίσχυση τού Α. Κοραή. Ο πρώτος τόμος περιείχε «την των πολιτειών των παλαιών και νεωτέρων εξιστόρησιν», ο δεύτερος «την περί συντάξεως πολιτειών θεωρίαν», ενώ ο τρίτος τόμος, που δεν εκδόθηκε ούτε βρέθηκε ποτέ, ήταν αφιερωμένος στην παιδεία.
Στο βιβλίο του αυτό ο Ι. Κοκκώνης προτείνει την εφαρμογή ενός Συντάγματος το οποίο αποτελούσε συγκερασμό αρχαίων ελληνικών πολιτειακών συστημάτων, του ελβετικού και του αμερικανικού Συντάγματος.

Παράλληλα στο Παρίσι σπούδασε Παιδαγωγικά στο «Πρότυπο» με διευθυντή τον παιδαγωγό Ch. Sarasin. Εκεί, όπως είδαμε παραπάνω, ήρθε σε επαφή με τον κύκλο τού Αδαμάντιου Κοραή. Το 1829 επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε συνεργάτης τού Ι. Καποδίστρια. Στις 18 Οκτωβρίου 1829 ορίστηκε μέλος τής επί τής Προπαιδείας επιτροπής και εισηγητής στην κρίση των οδηγών Αλληλοδιδακτικής. Το 1830 μετέφρασε τον οδηγό τής Αλληλοδιδακτικής του δασκάλου του Ch. Sarasin. Τo βιβλίο αυτό αποτέλεσε για πολλά χρόνια διδακτικό οδηγό για τους δασκάλους. Τον Οκτώβριο τού 1830 διορίζεται επιθεωρητής «των κατά την Πελοπόννησον εκπαιδευτικών καταστημάτων». Ήρθε σε σύγκρουση με τον Νεόφυτο Νικητόπουλο, ο οποίος υποστήριζε μια περισσότερο φιλελεύθερη προσέγγιση στην αλληλοδιδακτική μέθοδο. Από τη θέση αυτή παραιτήθηκε το 1832 εξ αιτίας τής πολιτειακής μεταβολής.

Στις 10/22 Αύγουστου 1833 διορίστηκε «συνεργάτης επί τής διατηρήσεως των αρχαιοτήτων διά τας νήσους καθεδρεύων εν Σύρα», αλλά τον Σεπτέμβριο τού 1834 απολύθηκε για λόγους οικονομίας. Τον Οκτώβριο τού 1835 διορίστηκε προσωρινός και από τον Απρίλιο τού 1836 μόνιμος διευθυντής τού Διδασκαλείου και των δημοτικών σχολείων, διαδεχθείς τον Christian Ludwig Corck, θέση που κράτησε ώς τις 30 Ιουλίου 1852, οπότε και αντικαταστάθηκε από τον Γ. Χρυσοβέργη.

Από την εμπειρία του στον χώρο τής εκπαίδευσης στην Ελλάδα, γνώριζε την αδυναμία τού κράτους να δαπανήσει χρήματα για την εκπαίδευση γενικά και ιδιαίτερα για την «εκπαίδευση των κορασίων». Συνέλαβε λοιπόν την ιδέα τής ιδρύσεως μιας εταιρείας η οποία θα λειτουργούσε διά των συνδρομών των μελών της και θα είχε στόχο να βοηθήσει το κράτος σε θέματα παιδείας. Έτσι, με τη βοήθεια τού Γεώργιου Γεννάδιου και τού Μισαήλ Αποστολίδη, το 1836 ιδρύθηκε η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Την επόμενη χρονιά ο Κοκκώνης έπεισε το Δ.Σ. τής Φ.Ε. να ιδρύσει σχολείο θηλέων, γιατί θεωρούσε ύποπτη την πρωτοβουλία των αμερικανών μισσιονάριων στον χώρο αυτό. Στην πρόταση τού Κοκκώνη αντέδρασαν πολλοί εκ των μελών τύς Φ.Ε. και εστράφησαν προσωπικά εναντίον του. Στις εκλογές τού 1840 δεν επανεξελέγη, αφού ο Δ.Ν. Φωτίλας συγκέντρωσε 18 ψήφους παραπάνω. Το ενδιαφέρον του για τη Φ.Ε. και το έργο της όμως δεν σταμάτησε ποτέ. Αυτό αποδεικνύεται από την αποτελεσματική αντίδρασή του στην προσπάθεια των αντιπάλων του να αλλάξουν το όνομα τής Εταιρείας από Φιλεκπαιδευτική σε Φιλοπαιδευτική. Όλες οι νεότερες πηγές πάντως τής Φ.Ε. μιλούν με σεβασμό για το έργο του και αναγνωρίζουν την καθοριστική συμβολή του στη δημιουργία τού Σχολείου

Το 1839 εξέδωσε το περιοδικό «Ο Παιδαγωγός», το οποίο έγραφε σχεδόν μόνος του, ενώ κατά τη μακρόχρονη σταδιοδρομία του έγραψε και εξέδωσε πάρα πολλά διδακτικά βιβλία (αλφαβητάρια, πίνακες αλληλοδιδακτικούς, εγχειρίδια φυσικής και γεωγραφίας κ.ά.). Το 1855 συμμετέσχε σε επιτροπή για τη βελτίωση τού Οδηγού τής Αλληλοδιδακτικής, το 1863 διορίστηκε μέλος τού 5μελούς Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίας Εκπαιδεύσεως, άλλα τον επόμενο χρόνο απολύθηκε μαζί με τα άλλα μέλη. Το 1862 είχε εξοριστεί ο Όθων και το 1864 ήρθε στην Ελλάδα ο Γεώργιος ο Α΄. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1864 ο Ιωάννης Κοκκώνης πέθανε στην Αθήνα.

 

 

220px Ioannis Bouros[1]

Ιωάννης Βούρος

Μέλος Δ.Σ.

Γεννήθηκε στη Χίο την 1η Ιουλίου 1808. Μετά την καταστροφή τής γενέτειράς του από τους Τούρκους το 1822 πήγε με την οικογένειά του στην Τεργέστη, όπου σπούδασε Πειραματική Φυσική και Φυσική Ιστορία στην εκεί Βασιλική Ακαδημία. Παρακολούθησε μαθήματα Λογικής, Ρητορικής, Λατινικών και Ιταλικών. Από το 1825 έως το 1829 σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο τής Βιέννης. Η διδακτορική του διατριβή με θέμα «De pharmacologia Graecorum veterum in genere» υποβλήθηκε και εγκρίθηκε από το Πανεπιστήμιο τού Χάλλε τής Γερμανίας. Επέστρεψε στην Ελλάδα και αρχικά έγινε Γραμματέας τού «Ιατροσυνεδρίου», που είχε συσταθεί από τον Όθωνα και από το οποίο διορίστηκε νομίατρος Κυκλάδων το 1834. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και μάλιστα μέλος τού πρώτου Δ.Σ. Παρέμεινε μέλος τού Συμβουλίου μέχρι το 1839. Μετά την ίδρυση τού Πανεπιστημίου Αθηνών, το 1837, διορίστηκε τακτικός καθηγητής Ειδικής Παθολογίας, Ιατρικής Θεραπείας και Κλινικής (Ειδικής Νοσολογίας). Υπήρξε μέλος τής πρώτης πανεπιστημιακής Συγκλήτου (1837-1838), διετέλεσε κοσμήτορας τής Ιατρικής σχολής το 1842-43 και το 1846-47. Επανεξελέγη στο Δ.Σ. τής Φ.Ε. το 1859 και παρέμεινε μέχρι το 1861. Παραιτήθηκε το 1848 από το Πανεπιστήμιο για λόγους υγείας. Ήταν αρχίατρος και σύμβουλος τού Όθωνα και εργάστηκε ως τμηματάρχης τού Υγειονομικοὐ τμήματος τού Υπουργείου Εσωτερικών. Όλη η υγειονομική νομοθεσία τού κράτους ήταν έργο δικό του. Έγραψε πολλά αξιόλογα συγγράμματα, όπως το «Περί χολέρας» κ.ά. Μετά την έξωση τού Όθωνα μετακόμισεστην Κωνσταντινούπολη, αλλά έχασε μέρος τής περιουσίας του στη μεγάλη πυρκαγιά στο Σταυροδρόμι. Τότε επέστρεψε στην Αθήνα, όπου και πέθανε στις 28 Ιανουαρίου 1885.

 

 

Polyzoidis

Αναστάσιος Πολυζωίδης

Μέλος Δ.Σ.

Ο άνθρωπος τού οποίου η μορφή κοσμεί τις δικαστικές αίθουσες τής χώρας για τη σθεναρή στάση που κράτησαν εκείνος και ο Τερτσέτης στη δίκη τού Κολοκοτρώνη γεννήθηκε στο Μελένικο τής ΒΔ Μακεδονίας, όπου και έμαθε τα πρώτα γράμματα. Ήταν γόνος εύπορης οικογένειας και γι’ αυτό είχε επιμελημένη εκπαίδευση με δασκάλους όπως τον Μετσοβίτη λόγιο Αδάμ Ζαπέκ και τον Χριστόφορο Φιλιτά, που του δίδαξε Λατινικά, Γεωγραφία και Ιστορία. Σε ηλικία 14 ετών φοίτησε στη Σχολή των Σερρών με δάσκαλο τον λόγιο Μινωίδη Μηνά. Το 1817 πήγε στη Βιέννη όπου σπούδασε Νομικά, Ιστορία και Κοινωνικές Επιστήμες. Κατόπιν πήγε στο Γκέτινγκεν, όπου σύμφωνα με τα αρχεία τού Πανεπιστημίου φοίτησε στην Ιατρική και συνδέθηκε με τον Κωνσταντίνο Ασώπιο, τον Θεόκλητο Φαρμακίδη και τον Γεώργιο Ψύλλα. Τον χειμώνα τού 1820-21 μετεγράφη στο Πανεπιστήμιο τού Βερολίνου. Όπως αποδεικνύεται από τα δημοσιευμένα στον «Λόγιο Ερμή» άρθρα του, συνδύασε την Ιατρική με τις θεωρητικές επιστήμες. Εκεί τον βρήκε και το έκρηξη τής Επανάστασης.

Οπαδός τού δυτικού φιλελεύθερου πνεύματος, ο Πολυζωίδης αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα. και να λάβει μέρος στην Επανάσταση. Προσπάθησε να ενταχθεί στον Ιερό Λόχο, αλλά όταν έφθασε στο Μπρασόφ (Κρονστάδη) πληροφορήθηκε την καταστροφή των Ελλήνων στο Δραγατσάνι. Από εκεί πήγε στην Τεργέστη και με άλλους φιλέλληνες κατευθύνθηκε στο Μεσολόγγι, όπου γνώρισε τον Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο, ασπάστηκε τις πολιτικές του αντιλήψεις και έγινε Γραμματέας τού Εκτελεστικού. Μαζί με τον Μαυροκορδάτο συνέταξαν τη Διακήρυξη τής Ανεξαρτησίας τής Ελλάδος η οποία συμπεριελήφθη στο προσωρινό πολίτευμα τής Ελλάδος. Το κείμενο αυτό εξέφραζε τις αντιαπολυταρχικές ιδέες τού συντάκτη και προέβαλε τον σκοπό τής ελληνικής επανάστασης, που δεν ήταν μόνο η εθνική αποκατάσταση αλλά και η εξασφάλιση των φυσικών δικαίων τού ανθρώπου. Στο τέλος τού 1823 ο Πολυζωίδης, απογοητευμένος από τις πολιτικές εξελίξεις, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Ο Μαυροκορδάτος τού πρότεινε να ακολουθήσει τους αντιπροσώπους τής Ελλάδας στο Λονδίνο για το πρώτο δάνειο τής Ανεξαρτησίας και το 1824 επέστρεψε στην Ελλάδα φέρνοντας την πρώτη δόση τού δανείου. Επειδή δεν είχε χρήματα δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει τις σπουδές του και εγκαταστάθηκε στο Μεσολόγγι. Εκεί έγραψε και τύπωσε δύο θεωρητικά πολιτικά συγγράμματα. Το «Προσωρινόν πολίτευμα τής Ελλάδος» (1824) και τη «Θεωρία γενική περί των διαφόρων διοικητικών συστημάτων και εξαιρέτως τού κοινοβουλευτικούˑμεθ’ ην έπεται πραγματεία σύντομος περί των ειρηνοποιών και ορκωτών κριτών τής Αγγλίας»(1825). Το 1826 συμμετέσχε στην τριμελή δευθυντική επιτροπή τού Αιγαίου για την καταστολή τής πειρατείας. Το 1827 εκλέχθηκε πληρεξούσιος στην Εθνοσυνέλευση τής Τροιζήνας.

Τον Οκτώβριο τού 1827 πήγε στο Παρίσι για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Το 1830 επέστρεψε στο Ναύπλιο. Πολέμησε τον Καποδίστρια με την εφημερίδα «Απόλλων» που εξέδιδε αρχικά στο Ναύπλιο και αργότερα στην Ύδρα και τάχθηκε υπέρ μιας συνταγματικής διοίκησης τής χώρας. Αντιτάχθηκε στην ανάρρηση του Όθωνα στον θρόνο χωρίς να έχει προηγηθεί η ψήφιση Συντάγματος στην Εθνοσυνέλευση στην Πρόνοια.

Το 1832 διορίστηκε από την Αντιβασιλεία πρόεδρος τού πενταμελούς δικαστηρίου τού Ναυπλίου που δίκαζε τον Θ. Κολοκοτρώνη και τον Γ. Πλαπούτα. Παρά τις πιέσεις τής Αντιβασιλείας ο Αναστάσιος Πολυζωίδης και ο Γεώργιος Τερτσέτης δεν υπέγραψαν την καταδίκη των δύο στρατηγών σε θάνατο, γνωρίζοντας ότι ήταν αθώοι. Οι Βαυαροί τον φυλάκισαν και τον βασάνισαν, όμως η ακεραιότητα τού χαρακτήρα του δεν τού επέτρεπε να δεχτεί την παρέμβαση αυτή στη Δικαιοσύνη. Γι’ αυτό και μέχρι σήμερα αποτελεί παράδειγμα για τους λειτουργούς τής ελληνικής Δικαιοσύνης. Απολύθηκε, φυλακίστηκε και παραπέμφθηκε σε δίκη για απείθεια, κατηγορία για την οποία αθωώθηκε.

Ο Όθων, μετά την ενηλικίωσή του, τον διόρισε αντιπρόεδρο τού Άρειου Πάγου και Σύμβουλο Επικρατείας. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και μέλος τού πρώτου Δ.Σ. μέχρι το 1939, οπότε και αποχώρησε εκουσίως χωρίς να αναφέρονται πουθενά οι λόγοι αυτής τής αποχώρησης. Εντύπωση προκαλεί η παρουσία του στο ίδιο Δ.Σ. με τον Κ. Σχινά, ο οποίος τον είχε φυλακίσει γιατί δεν συμφώνησε με την καταδίκη των Κολοκοτρώνη και Πλαπούτα σε θάνατο. Το 1837 διορίστηκε Υπουργός Παιδείας και παρέστη με την ιδιότητά του αυτή στον αγιασμό τού πρώτου Σχολείου τής Φ.Ε. Από τη θέση αυτή συνέβαλε στη θεμελίωση τού Πανεπιστημίου. Ως υπουργός Εσωτερικών θέσπισε τον νόμο περί ελευθεροτυπίας.

Ο Γεώργιος ο Α΄ τον τοποθέτησε στη θέση τού νομάρχη Αττικοβοιωτίας. Έγραψε και πολλά ιστορικά συγγράμματα. Πέθανε στην Αθήνα το 1873.

 

 

Rizos ragavis

Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής

Μέλος Δ.Σ.

Ο Aλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1809. Από το 1813 έως 1821 έζησε στο Βουκουρέστι, στην αυλή τού ηγεμόνα Αλεξάνδρου Σούτσου, και ήταν μαθητής τού Γεώργιου Γεννάδιου. Εκεί έμεινε μέχρι την έναρξη τής ελληνικής επαναστάσεως. Συνέχισε τις σπουδές του στην Οδησσό τής Ρωσίας και από εκεί μετέβη στο Μόναχο, όπου σπούδασε στη Στρατιωτική σχολή από το 1825 έως το 1829, με υποτροφία τού βασιλιά τής Βαυαρίας Λουδοβίκου τού Α΄. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα υπηρέτησε για μικρό χρονικό διάστημα στον ελληνικό στρατό ως υπολοχαγός τού Πυροβολικού και δίδαξε στη Στρατιωτική Σχολή τού Ναυπλίου, πρωτεύουσας τότε τού ελληνικού κράτους. Γρήγορα όμως παραιτήθηκε για να ασχοληθεί με την πολιτική και τις φιλολογικές και αρχαιολογικές μελέτες.

Ο Ραγκαβής ήταν πολυσχιδής προσωπικότητα. Το 1832, επί κυβερνήσεως Κωλέττη, διορίστηκε σύμβουλος στο Υπουργείο Παιδείας, όπου υπουργός ήταν ο θείος τού Ιακωβάκης Ρίζος Νερουλός. Από τη θέση αυτή οργάνωσε τη λειτουργία τού πρώτου Πανεπιστημίου και τής Αρχαιολογικής Εταιρείας, της οποίας ήταν Γραμματέας μέχρι το 1850. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1836 και μέλος τού πρώτου Διοικητικού της Συμβουλίου. Διαφώνησε με την πρόταση τού Κοκκώνη να εστιασθεί η δράση τής Φ.Ε. στην εκπαίδευση των κορασίων, διότι θεωρούσε ότι το εγχείρημα απαιτεί μεγάλο ποσό χρημάτων και δεν θα είχε η Φ.Ε. κεφάλαια για να βοηθήσει στην εκπαίδευση των Ελληνοπαίδων που ήταν και ο αρχικός της στόχος. Εξ αιτίας τής διαφωνίας αυτής αποχώρησε από το Δ.Σ. κατηγορώντας τον Ι. Κοκκώνη.

Το 1837 δημοσίευσε 2 τόμους με μαθηματικά προβλήματα, έναν τόμο με ποιήματα και μία τραγωδία. Το 1841 έγραψε με τον Ανδρέα Κορομηλά το εγχειρίδιο «Ελληνική Χρηστομάθεια», για το ομώνυμο σχολικό μάθημα. Το 1844 παραιτήθηκε από όλα τα δημόσια αξιώματα, διορίστηκε καθηγητής Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και το 1866 αναγορεύτηκε Πρύτανης. Το 1849, σε συνεργασία με τον Ν. Δραγούμη και τον Κ. Παπαρρηγόπουλο, εξέδωσε το λογοτεχνικό και οικογενειακό περιοδικό «Πανδώρα». Χρημάτισε υπουργός των Εξωτερικών στην κυβέρνηση Δ. Βούλγαρη και Αθ. Μιαούλη. Την περίοδο αυτή ήρθε σε επαφή με πολλούς Έλληνες τού εξωτερικού και τους έπεισε να κτίσουν στην Ελλάδα κτήρια κοινωφελούς χαρακτήρα, όπως είναι το Ζάππειο (Αφοί Ζάππα), το Αστεροσκοπείο (Γ. Σίνας), η Ακαδημία Αθηνών (Σ. Σίνας) η Εθνική Βιβλιοθήκη (Αφοί Βαλλιάνοι). Το διάστημα 1862-1867 διετέλεσε διευθυντής τής εφημερίδας «Πρωία». Το 1867 διορίστηκε πρεσβευτής τής Ελλάδας στην Ουάσιγκτον, στο Παρίσι, στην Κωνσταντινούπολη και στο Βερολίνο. Υπήρξε πληρεξούσιος τής Ελλάδος στο Συνέδριο του Βερολίνου το 1878 για την έκρηξη τού Ρωσοτουρκικού πολέμου. Προσέφερε πολλές υπηρεσίες στην Αρχαιολογική Εταιρεία, τής οποίας υπήρξε και ο πρώτος Γραμματέας. Έκανε ανασκαφές στο θέατρο του Διονύσου, στο Ωρολόγιον τού Κυρίστου, στο χορηγικό μνημείο τού Θρασύλου και στην Ακρόπολη.

Εκτός από την πολιτική και την αρχαιολογική του δράση ο Ραγκαβής, μαζί με τους Αλεξ. και Παναγ. Σούτσο, θεωρείται από τους κύριους εκπροσώπους τής λόγιας φαναριωτικής παράδοσης και υποστηρικτής τής αττικής διαλέκτου. Άφησε σημαντικό λογοτεχνικό και φιλολογικό έργο. Υπήρξε πρωτοπόρος τής αφηγηματικής πεζογραφίας, έγραψε θεατρικά έργα αλλά και ποιήματα. Ήταν ένας εκ των κυριοτέρων εκπροσώπων τής Α΄ αθηναϊκής σχολής. Το έργο του είχε έντονα ρομαντικά στοιχεία και καταδίκασε τον Δ. Σολωμό και τον Α. Κάλβο για τις επιλογές τους. Το 1887 αποσύρθηκε από την πολιτική και παρέμεινε στο σπίτι του, στην Πλάκα, όπου και πέθανε το 1892.

 

 

Misahl Apostolidhs

Μισαήλ Αποστολίδης

Μέλος Δ.Σ.

Ο Μισαήλ Αποστολίδης γεννήθηκε το 1789 στο Μελισσουργιό Κισσάμου Κρήτης. Το 1800 εκάρη μοναχός στη Μονή Θεοτόκου Γωνιάς τής Κρήτης, όπου έλαβε και τη στοιχειώδη εκπαίδευση και χειροτονήθηκε διάκονος. Συμπλήρωσε τις σπουδές στο Φιλολογικό Γυμνάσιο τής Σμύρνης με δάσκαλο τον Κωνσταντίνο Οικονόμο τον εξ Οικονόμων. Μετά την αποφοίτησή του χειροτονήθηκε πρεσβύτερος. Από το 1818 έως το 1820 ήταν εφημέριος της ορθόδοξης ελληνικής κοινότητας στη Βιέννη. Ύστερα ανέλαβε τη διεύθυνση τής σχολής τής ελληνικής κοινότητας τής Τεργέστης, όπου έκανε και χρέη εφημερίου. Το 1830 ως αρχιμανδρίτης ορίστηκε διευθυντής τής ελληνικής κοινότητας και τού σχολείου τού Μονάχου, όπου παρακολούθησε ως ακροατής μαθήματα Θεολογίας και Φιλοσοφίας.

Ανταποκρίθηκε στο αίτημα τού Ι. Καποδίστρια και συγκέντρωσε χρήματα από τους Έλληνες τής διασποράς για την ίδρυση ορφανοτροφείων στην ελεύθερη Ελλάδα. Το 1832, μετά από παράκληση του βασιλέα τής Βαυαρίας Λουδοβίκου τού Α΄, ανέλαβε να διδάξει Ελληνική Γλώσσα και Ιστορία στον Όθωνα, ο οποίος είχε οριστεί βασιλιάς τής Ελλάδας.

Τον Ιανουάριο τού 1833 ήρθε στην Ελλάδα μαζί με τον Όθωνα και δίδαξε στο Θεολογικό σχολείο και στο Διδασκαλείο το μάθημα των Θρησκευτικών και τής Ελληνικής Φιλολογίας. Πέρα όμως από τα εκπαιδευτικά του καθήκοντα πρωτοστάτησε στην οργάνωση και τη διοίκηση πνευματικών ιδρυμάτων. Υπήρξε ένας εκ των βασικών εμπνευστών και ιδρυτών τής Φ.Ε. και μέλος τού Διοικητικού της Συμβουλίου μέχρι το 1843. Ήταν εισηγητής τής «επί των Σχολείων επιτροπής» μέχρι το 1844. Η χρονολογία τής αποχώρησήςς του συμπίπτει με την ίδρυση τής Ριζαρείου Εκκλησιαστικής Σχολής, τής οποίας υπήρξε εκ των πρώτων διευθυντών.

Το 1837 ήταν ο πρώτος καθηγητής που διορίστηκε στη Θεολογική Σχολή, στην οποία δίδαξε Δογματική Θεολογία, Χριστιανική Ηθική, Ερμηνεία τής Παλαιάς Διαθήκης και Ομιλητική ώς το 1852. Διετέλεσε πρώτος σχολάρχης (κοσμήτωρ) τής σχολής και αργότερα έγινε Πρύτανης τού Πανεπιστημίου Αθηνών.

Αναμείχθηκε επίσης ενεργά και στα φλέγοντα εκκλησιαστικά θέματα τής εποχής, όπως ήταν το θέμα τού αυτοκέφαλου τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Εκπροσώπησε την Ιερά Σύνοδο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος στην Κωνσταντινούπολη και συνετέλεσε στην έκδοση τού συνοδικού τόμου τού 1850 με τον οποίο αναγνωρίστηκε το Αυτοκέφαλο τής Εκκλησίας τής Ελλάδος. Το 1852 χειροτονήθηκε επίσκοπος Πατρών και Ηλείας. Στις 2 Δεκεμβρίου 1861 εξελέγη Μητροπολίτης Αθηνών. Από τη θέση αυτή πρωτοστάτησε στη δημιουργία μνημείου τού εθνομάρτυρα Πατριάρχη Γρηγορίου τού Ε΄ και επί των ημερών του έγιναν τα εγκαίνια τού μητροπολιτικού ναού Αθηνών στις 20 Μαΐου 1862. Πέθανε ξαφνικά στις 21 Ιουλίου 1862.

 

 

Ainian

 

Γεώργιος Αινιάν

Μέλος Δ.Σ.

O Γεώργιος Αινιάν γεννήθηκε το 1788 στo Μαυρίλο τού Τυμφρηστού. Ο πατέρας του, ο ιερέας Ζαχαρίας Αινιάν, άλλαξε το επίθετο τής οικογενείας από Οικονόμου-Αναγνώστου σε Αινιάν, από τους Αινιάνες, τους αρχαίους κατοίκους τής περιοχής. Ο Γεώργιος Αινιάν διδάχθηκε τα πρώτα γράμματα στο Καρπενήσι. Στις αρχές τού 19ου αι. η οικογένεια εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Γεώργιος Αινιάν σπούδασε στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή καθώς και στη σχολή τού «Κουρού Τσεσμέ» (Ξηρά Κρήνη) και εργάστηκε ως δάσκαλος στα παιδιά τού διερμηνέα Κωνσταντίνου Μουρούζη, στα οποία αφιέρωσε και τη γραμματική του «Νέα Αριάδνη». Συνδέθηκε με Φαναριώτες και το 1818 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Εκεί γνώρισε τον Παπαφλέσσα, τον Περραιβό, τον Αναγνωσταρά κ.ά.

Το 1820 πήρε εντολή από την Αρχή να πάει στη Ρούμελη. Επέστρεψε στη Φθιώτιδα και εργάστηκε για την προετοιμασία τού Αγώνα. Εγκαταστάθηκε στο Πατρατζίκι (Υπάτη). Οι αντίπαλοί του κατήγγειλαν στους Τούρκους ότι είναι επαναστάτης και οι Τούρκοι τον φυλάκισαν. Δραπέτευσε και κατέφυγε κοντά σε γνωστούς αρματολούς τής περιοχής. Το 1821 συμμετείχε στον «Άρειο Πάγο», το κυβερνητικό όργανο τής Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, και στην Εθνοσυνέλευση τής Επιδαύρου. Τον Απρίλιο τού 1823 ήταν πληρεξούσιος Πατρατζικίου και Γαλαξιδίου στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους και τον Απρίλιο τού 1826 στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση τής Επιδαύρου. Διετέλεσε Γενικός Έφορος των στρατευμάτων τής Στερεάς (1824). Η υποστήριξή του στον Γάλλο δούκα τού Νεμούρ για τον θρόνο τής Ελλάδος τον έφερε αντιμέτωπο με τον αγγλόφιλο Αλέξανδρο Μαυροκοδάτο, ο οποίος τον φυλάκισε στο Μπούρτζι.

Μετά την απελευθέρωση, ο Καποδίστρια τον διόρισε μέλος τής Γερουσίας. Στην Δ΄ Εθνοσυνέλευση τού Άργους, το καλοκαίρι τού 1829, ήταν πληρεξούσιος τής Υπάτης. Με την ιδιότητα αυτή συνέταξε υπόμνημα «Περί των ορίων», με το οποίο πρότεινε ως βόρεια σύνορα τής Ελλάδος στη γραμμή Αώου-Αλιάκμονα.

Την περίοδο τού Όθωνα, ο Αινιάν διορίστηκε διοικητής Αρκαδίας. Αρνήθηκε να βοηθήσει στη σύλληψη τού Θ. Κολοκοτρώνη και γι’ αυτό μετατέθηκε στην Εύβοια ως νομάρχης. Στη Χαλκίδα ίδρυσε σχολείο και τυπογραφείο. Το 1835 διορίστηκε Σύμβουλος τής Επικρατείας και μέλος τής επιτροπής για τα οθωμανικά κτήματα. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, αφού το ενδιαφέρον του για την εκπαίδευση ήταν μεγάλο. Συμμετείχε στο πρώτο Δ.Σ. τής Φ.Ε. και παρέμεινε σε αυτό μέχρι το 1840. Κατά την επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου ήταν μέλος τής τριμελούς επιτροπής που ζήτησε σύνταγμα από τον Όθωνα. Το 1844 διορίστηκε γερουσιαστής. Το 1847 περιόδευσε την Ελλάδα για να διαπιστώσει την εκλογική βία που είχε χρησιμοποιήσει η κυβέρνηση τού Κωλέττη.

Παράλληλα με την πολιτική του δραστηριότητα ασχολήθηκε με ιστορικές και γεωγραφικές μελέτες για τη Ρούμελη και αρχαιολογικές αναζητήσεις. Εντόπισε στην Οίτη την πυρά τού Ηρακλή, για την οποία δημοσίευσε άρθρο στην εφημερίδα «Αιών». Εξέδωσε στο Ναύπλιο το φιλολογικό περιοδικό «Αθηνά» (1831) και αργότερα το περιοδικό «Ιωνία». Υπήρξε ακόμα ιδρυτικό μέλος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας (1837). Η κόρη του Αγανίκη Μαζαράκη Αινιάνος ήταν Αρσακειάς και ποιήτρια. Ο Γ. Αινιάν πέθανε τον Ιανουάριο τού 1848 στην Αθήνα..

 

 

skinas

Κωνσταντίνος Σχινάς

Μέλος Δ.Σ.

Ο Κωνσταντίνος Σχινάς, γιος διακεκριμένου Φαναριώτη, που είχε στενή σχέση και συνεργασία με τον Πατριάρχη, γεννήθηκε το 1801 στην Κωνσταντινούπολη, όπου μορφώθηκε μέχρι την εφηβεία. Το 1821, λόγω των τουρκικών βιαιοτήτων εις βάρος των Ελλήνων, διέφυγε με την οικογένειά του στη Βεσσαραβία. Σπούδασε Νομικά στο Μόναχο και το Παρίσι. Στην Ελλάδα επέστρεψε το 1828. Ό Καποδίστριας τον διόρισε πάρεδρο στη Γραμματεία Εσωτερικών. Έχοντας στενή σχέση με τη βασιλική οικογένεια τής Βαυαρίας, κατά την περίοδο τής Αντιβασιλείας η καριέρα του επιταχύνθηκε. Το 1833 ήταν μέλος τής «επιτροπής εξακρίβωσης τής οικονομικής κατάστασης τής εκκλησίας και των μοναστηριών» και πρόεδρος στην επιτροπή για την οργάνωση των σχολείων. Ως υπουργός των Εκκλησιαστικών και τής Δημοσίας Εκπαιδεύσεως και προσωρινά Δικαιοσύνης το 1833-1834 συνετέλεσε στη σύνταξη τής ελληνικής νομοθεσίας. Το έργο αυτό χαρακτήρισε ο Αλ. Ρίζος Ραγκαβής «προϊόν σπανίας τότε νομικής και φιλολογικής πολυμαθείας αποδόν εις τον νεοείσακτον δικαστικόν κλάδον τής αναγεννηθείσης Ελλάδος την προπατορικήν γλωσσικήν κληρονομίαν εκ των ενδόξων χρόνων των Αθηνών.»

Η Αντιβασιλεία τον διόρισε Επίτροπο Επικρατείας στην Ιερά Σύνοδο. Το 1834 διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη δίκη των Κολοκοτρώνη – Πλαπούτα. Επέμεινε στην καταδίκη των στρατηγών και στη συνέχεια παρέπεμψε σε δίκη τον Τερτσέτη και τον Πολυζωίδη, αλλά δεν πέτυχε την καταδίκη τους. Πολύ αργότερα, όταν τού δόθηκε χάρη, ο Κολοκοτρώνης συνεργάστηκε με τον Σχινά (1843). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και μετείχε στο πρώτο Δ.Σ. και μέχρι το 1840.

Το 1837 διορίστηκε καθηγητής τής Φιλοσοφικής σχολής και πρώτος Πρύτανης τού Πανεπιστημίου Αθηνών και καθηγητής τής Ιστορίας από το 1837 μέχρι το 1851. Η διδασκαλία του αποτυπώνεται στο βιβλίο του με τίτλο «Ιστορία των αρχαίων Εθνών». Στην κυβέρνηση Αλ. Μαυροκορδάτου (1841) διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης. Το 1849 διορίστηκε από τον Όθωνα πρέσβης τής Ελλάδας στο Μόναχο και στη Βιέννη, όπου και πέθανε το 1870. Τη θέση του στο Πανεπιστήμιο κατέλαβε ο Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλος.

 

 

Σταμάτιος Δάρας

Μέλος Δ.Σ.

O Σταμάτιος Δάρας ήταν λόγιος. Οι σπουδές του ήταν σχετικές με τη Νομική και την Οικονομία. Το όνομα του αναφέρεται στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τής 18ης Οκτωβρίου 1827, διότι κατέλαβε την 7η θέση στη Βουλευτική Επιτροπή για την επεξεργασία και τη διόρθωση τού νόμου περί εκλογής πληρεξουσίων και αντιπροσώπων, μετά την άρνηση τού Πέτρου Φραντζή να καταλάβει τη θέση. Στις 20 Οκτωβρίου 1834 διορίστηκε Σύμβουλος στην επί των Οικονομικών Γραμματεία τής Επικρατείας. Το 1837 ήταν πρόεδρος τού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε., μέλος τού Δ.Σ. της από το 1836 έως το 1858 και εισηγητής τής Επιτροπής επί των Οικονομικών. Έμενε σε ένα πολύ ωραίο σπίτι που βρισκόταν στην οδό Πανεπιστημίου, στο ύψος τής Βουκουρεστίου. Από τον δρόμο αυτό περνούσε ο χείμαρρος Άγχεσμος, ο οποίος μετά από κάθε βροχή γινόταν απειλητικός. Στις εκλογές τού 1844 εξελέγη βουλευτής Σύρου.

 

 

Γεώργιος Μ. Καραμάνος

Μέλος Δ.Σ.

Ο Γεώργιο Καραμάνος ήταν δικαστικός. Στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος τού Μαΐου τού 1836 αναφέρεται ότι αντικατέστησε τον Κ. Γ. Τερτσέτη και έγινε εφέτης Αθηνών. Από την θέση αυτή ο Τερτσέτης είχε πάρει άδεια 6 μηνών. Διορίστηκε εφέτης στην Τρίπολη. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και μέλος τού πρώτου Δ.Σ. Διετέλεσε σύμβουλος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας από το 1848 έως το 1860. Πέθανε το 1878.

 

 

Νικόλαος Κωστής

Μέλος

Ο Νικόλαος Κωστής γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1805, αλλά η καταγωγή του ήταν από τη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε Ιατρική στο Πανεπιστήμιο τής Χαϊδελβέργης και ύστερα εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και μέλος τού πρώτου Διοικητικού της Συμβουλίου. Παρέμεινε σύμβουλος τής ΦΕ μέχρι το 1843. Το 1837 διορίστηκε καθηγητής Φαρμακολογίας και Μαιευτικής στο νεοσύστατο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Διετέλεσε προσωπικός γιατρός τής Αμαλίας, πρόεδρος τού Ιατροσυνεδρίου από το 1837 μέχρι 1855, καθώς και πρόεδρος τού Δημοτικού Συμβουλίου Αθηνών. Το διάστημα 1858-1879 υπήρξε πρόεδρος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Μεγάλη ήταν η συμβολή του κατά την επανάσταση τής Θεσσαλίας το 1854, που αποσκοπούσε στην απελευθέρωση των υπόδουλων ελληνικών εδαφών. Έγραψε πολλά συγγράμματα μαιευτικής και φαρμακολογίας και διοργάνωσε μαιευτήριο. Απεβίωσε το 1861.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός