Ο Γεώργιος Γεννάδιος και η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία

 

Όλες οι πηγές συμφωνούν πως το όραμα για την ίδρυση τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ανήκει στον Ιωάννη Π. Κοκκώνη. Όμως ο σημαντικός αυτός άνδρας της εκπαιδευτικής ιστορίας μας έσπευσε να κάνει κοινωνούς τής ιδέας του δύο άλλες μεγάλες προσωπικότητες των γραμμάτων, τον Γεώργιο Γεννάδιο και τον Μισαήλ Αποστολίδη με τους οποίους τον ένωνε η αγάπη για τον τόπο και την παιδεία. Ο πατέρας τού Γεννάδιου Αναστάσιος ή Παπαναστάσης είχε γεννηθεί στα Δολιανά, όπου υπηρετούσε ως εφημέριος. Οι ληστρικές επιδρομές των Τούρκων στην Ήπειρο ανάγκασαν τον ιερέα να καταφύγει στη Σηλυβρία τής Θράκης, όπου το 1786 γεννήθηκε ο Γεώργιος Γεννάδιος.

Τα πρώτα γράμματα έμαθε στα Δολιανά τού Ζαγορίου, τον τόπο καταγωγής του, όπου επέστρεψε με τη μητέρα του μετά τον θάνατο τού πατέρα του. Συνέχισε το σχολείο στα Ιωάννινα και αργότερα πήγε στο Βουκουρέστι για σπουδές. Σπούδασε φιλολογία στη Δακία και το 1814-1815 επέτρεψε το Βουκουρέστι όπου εργάστηκε ως οικοδιδάσκαλος. Δίδαξε στη σχολή τού Βουκουρεστίου όταν ήταν διευθυντής ο Νεόφυτος Δούκας. Ο μαθητής του Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής περιγράφοντας τη διδασκαλία του λέει: «…και μας ωμίλησε περί τής τύχης τής Ελλάδος, ήτις ην άλλοτε η μήτηρ τής δόξης και τής ελευθερίας, επ’ εσχάτων δε κατέκειτο δούλη περιφρονουμένη, και ηυχήθη, μέχρις ου δάκρυα ανέβλησαν εις τους οφθαλμούς του…». Το 1817 οργάνωσε στην Οδησσό την Ελληνική Εμπορική Σχολή. Εκεί γνωρίστηκε με τον Ιωάννη Καποδίστρια. Είναι η εποχή που εξέδωσε τη «Στοιχειώδη Εγκυκλοπαίδεια των παιδικών μαθημάτων». Ήταν μέλος τής Φιλικής Εταιρίας και είχε αναλάβει τη μύηση των μαθητών του στους σκοπούς της. Οι ενέργειές του υπέρ τής επαναστάσεως στις Ηγεμονίες κατέστησαν αδύνατη την επιστροφή του στο Βουκουρέστι. Κατέφυγε πρώτα στη Ρωσία και στη συνέχεια στη Γερμανία, όπου σπούδασε Θεολογία. Σύντομα όμως εγκατέλειψε τις θεολογικές του σπουδές και βρέθηκε στη Ζάκυνθο, έπειτα στην Κυπαρισσία και το 1824 κατέληξε στο Ναύπλιο, όπου ανέλαβε την οργάνωση τού «Κεντρικού» Σχολείου τού Άργους. Συμμετείχε στον αγώνα τού έθνους μαζί με τον φιλέλληνα Φαβιέρο στην άτυχη μάχη τής Καρύστου. Σύμφωνα με μαρτυρία τού συμπολεμιστή του Παναγιώτη Σούτσου διασώθηκε «ανυπόδητος, φθειριών και ηλιόκαυστος» με ψαριανό πλοίο στη Σύρο. Η ιστορική και συγκινητική ομιλία του μετά την πτώση τού Μεσολογγίου, αλλά και το προσωπικό του παράδειγμα συνετέλεσαν στην προσπάθεια για συγκέντρωση χρημάτων ώστε να δημιουργηθεί στρατιωτικό σώμα για τη συνέχιση τού αγώνα, το οποίο ετέθη υπό τις διαταγές τού Καραϊσκάκη. Η επιρροή και το κύρος του ήταν τέτοια που ο Ζαΐμης και ο Κολοκοτρώνης τον συμβούλευσαν να αναλάβει την ανώτατη αρχή. Ο Γεννάδιος όμως αρνήθηκε και κατέφυγε στην Ύδρα, τη Σύρο και την Τήνο μεταδίδοντας το επαναστατικό μήνυμα. Υπήρξε αντιπρόσωπος των Ηπειρωτών στην Εθνική Συνέλευση τής Τροιζήνας.

images[5]

Ο Λόγιος και Δάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γενναδιος. Εργο του Ζωγράφου Ν. Νικολαΐδη ,από την πινακοθήκη της ΦΕ.

Μετά την απελευθέρωση εργάστηκε για το Ορφανοτροφείο τής Αίγινας και τη δημιουργία Δημόσιας Βιβλιοθήκης. Παράλληλα, συγκέντρωσε παλιά έντυπα, χειρόγραφα, μεμβράνες και παλιά βιβλία που βρίσκονταν σε Μοναστήρια και τα μετέφερε στην Αθήνα ξεκινώντας πρώτος το 1832 την προσπάθεια για την ίδρυση τής Εθνικής Βιβλιοθήκης και τού Νομισματικού Μουσείου. Υπήρξε πολύτιμος συνεργάτης τού Καποδίστρια, ο οποίος το 1829 τού ανέθεσε την οργάνωση τής δημόσιας εκπαίδευσης. Οργάνωσε και διηύθυνε το Κεντρικό Σχολείο τής Αίγινας. Από το 1835 μέχρι τον θάνατό του υπηρέτησε ως γυμνασιάρχης στο Α΄ Γυμνάσιο Αθηνών.

Μεταξύ Ναύπλιου και Αίγινας φαίνεται ότι έγινε, το 1829, η γνωριμία του με τον Κοκκώνη. Ο σεβασμός των δύο ανδρών στον Καποδίστρια και η αγάπη τους για την παιδεία έφερε κοντά τις δύο αυτές προσωπικότητες. Μετά τη δολοφονία τού Κυβερνήτη συναντήθηκαν ξανά στην Αθήνα το 1835, όταν ο μεν Γεώργιος Γεννάδιος ήταν διευθυντής τού Α΄ Γυμνασίου Αρρένων Αθηνών και ο Ιωάννης Κοκκώνης διευθυντής τού Διδασκαλείου, αφού διαδέχθηκε στη θέση αυτή τον Βαυαρό Κορκ.

Από το 1833 όμως είχε επιστρέψει στην Αθήνα ο Μισαήλ Αποστολίδης, ο δάσκαλος τού Όθωνα. Οι τρεις άνδρες γρήγορα συνδέθηκαν με φιλία και πολύ συχνά αντάλλασσαν τους προβληματισμούς τους για θέματα εκπαίδευσης. Το 1836 ο Ιωάννης Κοκκώνης, ευφυής και εμπνευσμένος εκπαιδευτικός, συνέλαβε την ιδέα τής ιδρύσεως μιας Εταιρείας η οποία θα λειτουργούσε με συνδρομές και θα είχε ως στόχο την ενίσχυση τής παιδείας τού λαού. Με τις συνδρομές των μελών της θα βοηθούσε το κράτος σε θέματα παιδείας, τα οποία η κυβέρνηση λόγω τής έλλειψης οικονομικών πόρων δεν είχε τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσει. Δεν είναι τυχαίο ότι τη σκέψη του μοιράστηκε με τις δύο αυτές προσωπικότητες. Το κύρος τού Γεννάδιου, ο σεβασμός που ενέπνεε η προσωπικότητά του και ο μειλίχιος χαρακτήρας του θα αποτελούσε μεγάλη και ουσιαστική συμβολή για το κύρος τής Εταιρείας, ενώ οι σχέσεις τού Μισαήλ Αποστολίδη με τον Όθωνα θα μπορούσαν να προσφέρουν στην Εταιρεία την προστασία και τη βοήθεια που χρειαζόταν.

cf87cf89cf81ceafcf82 cf84ceafcf84cebbcebf 31 Exposure[1]

Ο Δάσκαλος του Γένους Γεώργιος Γεννάδιος

Γρήγορα η ιδέα των τριών αυτών ανδρών έγινε αποδεκτή από άλλους 70 ενθουσιώδεις πνευματικούς ανθρώπους, κληρικούς, αγωνιστές και στελέχη τής ελληνικής κοινωνίας «εν γένει μεγίστης απολαύοντας παρά τη κοινωνία τιμής διά τας προς το έθνος υπηρεσίας των, την πολυμερή κοινωνικήν δράσιν των και την ευγένειαν τής καταγωγής των»[1]. Θα πρέπει να σημειώσουμε ότι τα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ήταν 73. Το όνομα τού προέδρου Γεωργίου Κουντουριώτη αναφέρεται ιδιαιτέρως στο ιδρυτικό έγγραφο τής Φ.Ε. Στο πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας ο Γεώργιος Γεννάδιος ήταν αντιπρόεδρος, ο Ιωάννης Κοκκώνης γενικός γραμματέας και ο Μισαήλ Αποστολίδης υπεύθυνος τής επί τής Παιδείας Επιτροπής.

Το 1837, ένα έτος μετά την ίδρυση τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, ο Ιωάννης Κοκκώνης κατόρθωσε να πείσει τη Γενική Συνέλευση των εταίρων να εστιάσουν τη δράση τους στην ίδρυση σχολείου θηλέων, για να καλυφθεί έτσι η αδυναμία τού κράτους στον τομέα αυτό. Η ανησυχία τού Κοκκώνη είχε ξεκινήσει από τότε που στον ελλαδικό χώρο είχαν αρχίσει να δραστηριοποιούνται στον τομέα τής εκπαίδευσης των θηλέων αγγλικανοί ιεραπόστολοι, σπεύδοντας να καλύψουν την αδυναμία τού κράτους[2] .

Η ενέργεια αυτή τού Κοκκώνη βρήκε σύμφωνους τους στενούς του συνεργάτες. Έτσι τον Ιούνιο τού 1937, μετά από απόφαση τής Γενικής Συνέλευσης των εταίρων τής Φ.Ε., στην εφημερίδα «Φήμη» δημοσιεύτηκε πρόσκληση προς τους γονείς των υποψηφίων μαθητριών, την οποία απηύθυνε η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία μέσω τού Τύπου, όπου αναφερόταν ότι «Το υπό τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας συστηθέν σχολείον των κορασίων είνε ήδη έτοιμον, όθεν ειδοποιούνται όσοι των γονέων επιθυμούν να παρουσιάσωσι τα τέκνα των, διά να καταγραφώσι εις τους καταλόγους των μαθητριών. Η καταγραφή γίνεται εις το κατάστημα τού σχολείου (οικία τού κ. Βιτάλη Συριανού), οδός Καραϊσκάκη παρά τη οδώ Ερμού, πλησίον τής χουρμαδιάς, από την 9 ώραν-12 π.μ. Και από την 2-5 μ.μ., παρούσης ήδη τής διδασκάλου κ. Ειρήνης Σπορίδη μαθητευσάσης εις Παρισίους[3]

Στις 7 Ιουνίου 1837 άρχισε να λειτουργεί εκεί το αλληλοδιδακτικό σχολείο, όπου η φοίτηση ήταν δωρεάν, ενώ το ανώτερο τμήμα άρχισε να λειτουργεί με μικρά δίδακτρα στις 29 Ιουνίου. Σε δημοσίευση τής εφημερίδας «Φήμη», στην οποία αναφέρονται και τα διδασκόμενα μαθήματα, φαίνεται ότι η Εταιρεία «επιφυλάττει το δικαίωμα να παραδέχηται αμισθί τας πτωχάς και ορφανάς κόρας των αγωνισθέντων υπέρ πατρίδος».

Στις 13 Ιουνίου έγινε η πανηγυρική, επίσημη συνέλευση για την «εγκαθίδρυση τού σχολείου των κορασίων». Στην τελετή παρευρέθησαν ο πρόεδρος και το Δ.Σ. τής Εταιρείας, ο επί τής Δημοσίας Εκπαιδεύσεως Γραμματεύς τής Επικρατείας [υπουργός Παιδείας], ο Σεβασμιότατος Επίσκοπος Αττικής και ο Επίσκοπος Επιδαύρου Λιμηράς «ομού με άλλους τινάς φιλομούσους κληρικούς, πολλά των μελών τής Εταιρείας και πλήθος άλλων εν οις και τινες κυρίαι, ώστε και το διδακτήριον και τα παρακείμενα δωμάτια έγεμον από το πλήθος των συρρευσάντων ακροατών. Εις όλων εν γένει των παρευρεθέντων τα πρόσωπα εφαίνετο η φαιδρότης μαρτυρούσα τής ψυχής των την αγαλίασιν, και όλοι συγχαίροντες αλλήλους εξέφραζον τας ελπίδας τής μελλούσης ωφελείας ήτις θέλει προέλθει εκ τού τοιούτου καταστήματος εις όλον το έθνος ως προς την εκπαίδευσιν τού γυναικείου φύλου».[4]

Φαίνεται όμως ότι η απόφαση αυτή τού Κοκκώνη και των συνεργατών του δεν ήταν αρεστή σε όλους. Ό Αλέξανδρος Ραγκαβής ήταν αντίθετος με την ιδέα αυτή. Γι’ αυτό αποχώρησε από τη Φ.Ε., κατηγορώντας τον Κοκκώνη ότι ο λόγος που τον ώθησε να πείσει τη Γ.Σ. να εστιάσει τις προσπάθειές της στην «εκπαίδευσιν των κορασίων» δεν ήταν το ενδιαφέρον του για τη μόρφωση των γυναικών, αλλά ο φόβος του μήπως η εκπαίδευση των Ελληνίδων αφεθεί, λόγω συνθηκών, στα χέρια μισιονάριων. Είναι αλήθεια ότι ο Κοκκώνης ανήκε στην ομάδα των «φιλορθοδόξων», αντιμετώπιζε με μεγάλη δυσπιστία τους διαμαρτυρόμενους και τους αγγλικανούς ιεραποστόλους και «η φιλόθρησκος αυτή ανησυχία τού Κοκκώνη εχώρει μέχρις αδίκου πολλάκις υπερβολῆς»[5]. Φαίνεται λοιπόν ότι κάποια μέλη τής Φ.Ε. ήταν αντίθετοι στη δημιουργία «παρθεναγωγείου», προφανώς διότι δεν πίστευαν στην αναγκαιότητα τής εκπαίδευσης των γυναικών. Αλλά όπως γράφει και η Σοφία Δοανίδου, στη μελέτη της «Η Βασίλισσα Αμαλία και τό Αρσάκειον», «η παρεκτροπή εκ των αρχικών σκοπών τής Εταιρείας, έδωσε πλούσιους καρπούς».

Ο Αλέξανδρος Ραγκαβής πάντως στα Απομνημονεύματα του[6] δηλώνει ότι ήταν αντίθετος προς την ίδρυση παρθεναγωγείου, διότι αυτό θα απαιτούσε δαπάνες που θα απορροφούσαν όλα τα εισοδήματα τής Εταιρείας. Η αποχώρηση τού Ραγκαβή είχε και συνέχεια. Οι εναπομείναντες οπαδοί τού αρχικού στόχου τής Φ.Ε., δηλαδή «τής ενίσχυσης τής παιδείας των Ελληνοπαίδων», άρχισαν να εκφράζουν ανοιχτά τη δυσαρέσκειά τους προς τους ιδρυτές και κυρίως προς τον Κοκκώνη, τον οποίο κατηγορούσαν για αυταρχισμό και έλεγαν ότι θεωρούσε την Εταιρεία κτήμα του. Έτσι, στις εκλογές τής 21ης Ιανουαρίου 1840 ο Χρ. Κλωνάρης εξελέγη αντιπρόεδρος, αφού συγκέντρωσε μία ψήφο παραπάνω από τον Γ. Γεννάδιο, ενώ γενικός γραμματέας εξελέγη ο Δ.Ν. Φωτίλας αντί τού Κοκκώνη. Στα Πρακτικά τής Φ.Ε. δεν γίνεται λόγος για τις αιτίες που οδήγησαν στη μη επανεκλογή των ιδρυτών τής Φ.Ε. Αντιθέτως, με κάθε ευκαιρία, σε μεταγενέστερες πηγές, στις εορτές τής Πεντηκονταετίας και τής Εκατονταετίας, γίνεται από τους ομιλητές εκτενής λόγος για τη μεγάλη προσφορά αυτών των ανθρώπων στην ίδρυση τού Σχολείου.

Από δημοσιεύματα όμως στον Τύπο τής εποχής, όπως αυτό τής εφημερίδας «Αθηνά»[7], βλέπουμε ότι η επικρατήσασα ομάδα, μετά τη μη επανεκλογή των ιδρυτών, προχώρησε σε πρόταση προς τη Γενική Συνέλευση για αλλαγή τού ονόματος τής Εταιρείας από Φιλεκπαιδευτική σε Φιλοπαιδευτική. Για να καταλάβουμε τις αιτίες τής μεγάλης αντίθεσης των εταίρων κυρίως προς τον Ι. Κοκκώνη θα πρέπει να λάβουμε υπ’ όψιν ότι ο Κοκκώνης κατείχε μεγάλη θέση στο Υπουργείο (Γραμματεία) Εκπαιδεύσεως και Θρησκευμάτων και είχε την αμέριστη εμπιστοσύνη τής οθωνικής κυβερνήσεως και των Βαβαρών. Είχε αντιπάλους, λοιπόν, όχι μόνο για τον χαρακτήρα του, αλλά και για τις απόψεις του. Η απομάκρυνση τού Γεώργιου Γεννάδιου και τού Μισαήλ Αποστολίδη έγινε διότι εθεωρούντο φίλοι και συνεργάτες του.

003c-gravoura

Το Αρσάκειο Σχολείο τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας σε γκραβούρα τής εποχής

Η αλλαγή τής ονομασίας τής ΦΕ από Φιλεκπαιδευτική σε Φιλοπαιδευτική αποτυπώνεται και στα Πρακτικά τού Δ.Σ. τής 29ης Σεπτεμβρίου 1840: «έγινεν έπειτα πρότασις να διορθωθή το όνομα τής Φιλεκπαιδευτικῆς Εταιρείας, εις το Φιλοπαιδευτική, κ’ ούτω να εγγλυφή εις το Μετάλλιον τής Εταιρίας. Συζητηθείσης τής προτάσεως ταύτης αποχρόντως ενεκρίθη παμψηφεί η λέξις Φιλοπαιδευτική»[8].

Όμως πίσω από την απόπειρα αλλαγής τού ονόματος κάποιοι είδαν μία ακόμα προσπάθεια απομάκρυνσης, αμφισβήτησης ή και απαξίωσης τού Κοκκώνη, ο οποίος είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή κατορθώσει να περάσει όλες του τις απόψεις, ακόμα και την ίδρυση σχολείου θηλέων, κάτι για το οποίο πολλοί είχαν αντίθετη άποψη. Πάντως οι υποστηρικτές τού παλαιού ονόματος, και κυρίως ο Κοκκώνης, οι οποίοι τον Σεπτέμβριο είχαν αιφνιδιαστεί από την πρόταση, μετά την πάροδο ενός και πλέον μηνός είχαν τον χρόνο να οργανώσουν την άμυνά τους. Τέσσερεις μέρες αργότερα, στις 15 Δεκεμβρίου, θα πρέπει να έγινε θυελλώδης «συνέλευση» (παρά τους χαμηλούς τόνους με τους οποίους αποτυπώνεται αυτή στα Πρακτικά), στην οποία συζητήθηκε εκ νέου το θέμα τού ονόματος. Το ύφος, λοιπόν, και τα επιχειρήματα τού δημοσιεύματος ίσως να αποσκοπούσαν να δημιουργήσουν το κατάλληλο κλίμα για να ενισχύσουν τους οπαδούς τής αλλαγής τού ονόματος. Παρά τις προσπάθειες τής εφημερίδας, η συνέλευση τής 22ας Δεκεμβρίου 1840 τελικά απέρριψε το νέο όνομα και η Εταιρεία θα συνέχιζε να φέρει το όνομα Φιλεκπαιδευτική.

Παρά την άδικη απομάκρυνσή του από το Δ.Σ. τής Φ.Ε. ο Γεώργιος Γεννάδιος καθώς και ο Ιωάννης Κοκκώνης δεν αποχώρησαν από τη Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία. Ο Γεννάδιος παρέμεινε ως εταίρος μέχρι το τέλος τής ζωής του, παρακολουθούσε πάντα το έργο της και πολλές φορές κατά τις αρχαιρεσίες έπαιρνε και αρκετές ψήφους. Ο διαλλακτικός και μειλίχιος χαρακτήρας του δεν τον έφερε σε απ’ ευθείας αντιπαράθεση με τους εταίρους. Παρέμεινε όμως ως το τέλος πιστός στη φιλία του με τον Κοκκώνη και τον Μισαήλ Αποστολίδη.

Ο σοφός Γεώργιος Γεννάδιος μετά την απομάκρυνσή του από το Δ.Σ. τής Φ.Ε. περιορίστηκε στο έργο του ως διευθυντή τού πρώτου σχολείου των Αθηνών. Πέθανε τον Νοέμβριο τού 1854 στην Αθήνα από την επιδημία χολέρας. Για το έργο του, ιδιαίτερα στα χρόνια τού αγώνα, ονομάστηκε Διδάσκαλος τού Γένους. Μελετώντας τη στάση των τριών ιδρυτών τής Φ.Ε. σήμερα, που ο χρόνος και η ιστορία δικαίωσε πανηγυρικά τις επιλογές τους, έρχονται πάντα στο νου μας οι στίχοι τού Ελύτη:

«Χαράξου κάπου με οποιονδήποτε τρόπο και μετά πάλι σβήσου με γενναιοδωρία…».

 

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός.

 

[1] Στ. Γαλάτης, Ανέκδοτη Ιστορία τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας 1836-1936

[2] Στις ΗΠΑ, στις αρχές τού 19ου αιώνα είχαν ιδρυθεί δύο ιεραποστολικές εταιρείες, των πρεσβυτεριανών (Presviterians) και των επισκοπιανών (Episcopals) με σκοπό τη διάδοση τού Ευαγγελίου σε όλο τον κόσμο.

[3] «Φήμη», 3 Ιουνίου 1837

[4] Στ. Γαλάτη, Ανέκδοτη Ιστορία τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας 1836-1936

[5] Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, «Απομνημονεύματα», τόμος Β΄, σ. 24

[6] Αλεξάνδρου Ρίζου Ραγκαβή, «Απομνημονεύματα», τόμος Β΄, σελ. 24

[7] «Αθηνά», έτος Θ΄, αρ. 775, Τετάρτη 11 Δεκεμβρίου 1840

[8] Πρακτικά τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας 29ης Σεπτεμβρίου 1840

Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος Δ΄)

 

Γεώργιος Αργυρόπουλος

Γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη και έλαβε τη μόρφωση που είχαν όλοι οι Φαναριώτες. Υπηρέτησε ως επιτετραμμένος των Οθωμανών στο Λονδίνο. Ύστερα πήγε στη Βλαχία, όπου εργάστηκε για τον Ηγεμόνα της Ι. Καρατζά. Εκεί έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρείας. Ασχολήθηκε με τη συλλογή λέξεων τις οποίες δεν είχαν συμπεριλάβει οι λεξικογράφοι στα έργα τους, δεν είναι όμως σίγουρο ότι προχώρησε στην έκδοση τόμου με αυτό το αντικείμενο. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στο αρχείο τής Φ.Ε. αναφέρεται ως κτηματίας.

 

200px Georgios Rallis[1]

Γεώργιος Α. Ράλλης

Ο Γεώργιος Α. Ράλλης γεννήθηκε το 1804 στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γόνος παλαιάς φαναριωτικής οικογένειας, γιος τού Αλέξανδρου Ράλλη, ο οποίος ήταν διπλωματικός επιτετραμμένος τού Σουλτάνου στη Γαλλία και απαγχονίστηκε από τους Τούρκους μετά την έκρηξη τής επανάστασης του 1821. Σπούδασε Νομικά στη Βιέννη και στο Παρίσι. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1829 και σταδιοδρόμησε ως δικαστικός. Διετέλεσε εισαγγελέας, πρόεδρος Εφετών και πρόεδρος τού Αρείου Πάγου. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας θέλοντας να ενισχύσει την εκπαίδευση στο ελληνικό κράτος.

Το 1837 έγινε καθηγητής Εμπορικού Δικαίου στη Νομική Σχολή τού νεοσύστατου Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώτος «Σχόλαρχός» της. Συνέδεσε το όνομά του με πολλές προσπάθειες εκσυγχρονισμού των ανώτατων σπουδών στην Ελλάδα. Ασχολήθηκε στα κοινά και εξελέγη επανειλημμένως βουλευτής. Διετέλεσε υπουργός Δικαιοσύνης το διάστημα 1841-1843 στη κυβέρνηση τού Όθωνα, στην κυβέρνηση Γεωργίου Κουντουριώτη (1848), στην κυβέρνηση Κωνσταντίνου Κανάρη (1849), στην κυβέρνηση Αθαν. Μιαούλη (1857-1860). Από τη θέση αυτή συνέβαλε στη διαμόρφωση τού θεσμικού πλαισίου τής ελληνικής Δικαιοσύνης. Θεωρείται κορυφαία μορφή των νομικών επιστημών στην Ελλάδα και τα έργα του θεωρούνται κλασικά στο είδος τους. Μεταξύ άλλων δημοσίευσε μελέτες όπως: «Ερμηνεία τού Ελληνικού Εμπορικού Δικαίου» (1848, 3 τόμ.), «Το Σύνταγμα των θείων και ιερών κανόνων τής Ορθοδόξου Ανατολικής Εκκλησίας» (1852/56 6 τόμ.), «Ερμηνεία Επί τού νεωτέρου περί πτωχεύσεως νόμου» (1879). Εξέδωσε ακόμα και μεταφράσεις ξένων νομικών συγγραμμάτων. Πέθανε το 1883 στην Αθήνα.

 

tipaldos kozakis[1]

Γεώργιος Κοζάκης-Τυπάλδος

Ο Γεώργιος Κοζάκης Τυπάλδος γεννήθηκε το 1790 στο Ληξούρι τής Κεφαλονιάς. Μαθήτευσε στην Ακαδημία των Κυδωνιών, όπου είχε καθηγητή τον Βενιαμίν Λέσβιο. Το 1807 άρχισε σπουδές στην Πάδοβα, τις οποίες ολοκλήρωσε στο Παρίσι, όπου πήρε πτυχίο Ιατρικής και Φιλοσοφίας το 1817. Στο Παρίσι έζησε την εκπαιδευτική μεταρρύθμιση των ιδεολόγων και έγινε μέλος τής «Εταιρείας για τη διάδοση τής Δημόσιας Εκπαίδευσης», η οποία είχε διακεκριμένα μέλη, όπως ήταν ο Δούκας τού Λόντβιλ, ο Πινέλ, ο Κυβιέ κ.ά. Άσκησε το ιατρικό επάγγελμα στη Μολδαβία και στην Κρακοβία. Ήταν φίλος τού Ιωάννη Καποδίστρια με τον οποίο αλληλογραφούσε. Ύστερα εγκαταστάθηκε στη Βλαχία. Εκεί έγινε μέλος τής Φιλικής Εταιρίας και εργάστηκε για την προετοιμασία τού αγώνα. Υπήρξε συντάκτης τής πατριωτικής προκήρυξης «Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος» τού Αλ. Υψηλάντη (24 Φεβρ.1821).Το 1821 ήρθε στην Ελλάδα ακολουθώντας τον Δημήτριο Υψηλάντη και προσέφερε στον αγώνα το ποσό των 150 000 δρχ. Για λόγους υγείας μετέβη στη Μολδαβία. Στη Βιέννη συνάντησε τον Καποδίστρια, τον οποίο βοήθησε στην προσπάθειά του να υποστηρίξει μέσω τού Τύπου την ελληνική επανάσταση. Παρέμεινε στη Μολδαβία ώς το 1835. Εκεί έγραψε και δημοσίευσε το «Φιλοσοφικόν δοκίμιον περί τής προόδου και τής πτώσεως τής παλαιάς Ἑλλάδος», όπου επιχειρεί να προεκτείνει τον προβληματισμό του σε θέματα φιλοσοφίας τής Ιστορίας με παραδείγματα από την αρχαία ελληνική Ιστορία. Αναζήτησε τους λόγους τής προόδου τής αρχαίας Ελλάδας στη θρησκευτική και πολιτική ενότητα την οποία ονομάζει «Ἡθική ενότητα». Διαιρεί την Ιστορία τής Ελλάδος σε 6 περιόδους: ελληνική, ελληνομακεδονική, ελληνορωμαϊκή, ελληνογραικορωμαϊκή, ελληνοοθωμανική και νεοελληνική, δείχνοντας έτσι την αδιάκοπη συνέχεια τής ελληνικής Ιστορίας. Ως προμετωπίδα τού δοκιμίου του έβαλε το χωρίον από τον «Γοργία» τού Πλάτωνα: «εμπειρία μεν γαρ ποιεί τον αιώνα ημών πορεύεσθαι κατά τέχνηνˑ απειρία δε κατά τύχην. Εκάστων δε τούτων μεταλαμβάνουσιν άλλοι άλλων άλλωςˑ των δε αρίστων οι άριστοι».

Το 1836 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και ασχολήθηκε με την αναβίωση και την καλλιέργεια των γραμμάτων. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και το 1837 της Αρχαιολογικής Εταιρείας, τής οποίας διετέλεσε πρόεδρος από το 1845 έως το1853. Το 1843 ανέλαβε την ίδρυση τής Δημόσιας Βιβλιοθήκης και τού Νομισματικού Μουσείου. Ο Όθων τον διόρισε γερουσιαστή το 1860. Μετά την εκθρόνιση τού Όθωνα παραιτήθηκε από τα θέσεις του. Ύστερα από την ένωση τής Επτανήσου με την Ελλάδα εξελέγη πληρεξούσιος Κεφαλονιάς στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τής Αθήνας. Έγραψε και δημοσίευσε πλήθος δοκιμίων, πολιτικών άρθρων, μεταφράσεων και διατριβές με περιεχόμενο ιστορικό και φιλοσοφικό. Πέθανε το 1867.

 

200px Emmanouil Manitakis[1]

Εμμανουήλ Μανιτάκης

Ο συνταγματάρχης Εμμανουήλ Μανιτάκης γεννήθηκε στην Κυδωνία της Κρήτης το 1809. Θείος του ήταν ο πλούσιος Εμμανουήλ Καλλέργης, ο οποίος ανέλαβε την εκπαίδευσή του. Έτσι ο μικρός Εμμανουήλ πήρε αρίστη παιδεία. Στο Παρίσι σπούδασε Φυσική και Χημεία αλλά και Μηχανική στη Στρατιωτική Σχολή τού Μετς .Επιστρέφοντας στην Ελλάδα εκπαιδεύτηκε επί τω έργω στη γαλλική αποστολή τού Μαιζόν το 1828-1829 και υπήρξε ένας από τους πρώτους αποφοίτους τής Σχολής Ευελπίδων. Κατετάγη στο Μηχανικό σώμα τού στρατού με βαθμό ανθυπολοχαγού, από το 1842 μέχρι το 1845 υπηρέτησε ως λοχαγός και έφθασε μέχρι τον βαθμό τού Συνταγματάρχη.

Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Εκπόνησε το πρώτο πολεοδομικό σχέδιο τής πόλεως τής Λαμίας. Από το 1845 μέχρι 1867 υπηρέτησε ως νομομηχανικός στο Υπουργείο Δημοσίων Έργων. Πέθανε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 1883.

 

Ιωάννης Σέρρος

Ο Ιωάννης Σέρρος ήταν λόγιος. Το όνομά του αναφέρεται στους καταλόγους συνδρομητών των έργων τού Αδαμάντιου Κοραή και άλλων συγγραμμάτων. Ασχολήθηκε με τα οικονομικά και υπηρέτησε τη Διοίκηση τού κράτους από διάφορες. Διετέλεσε αρμόδιος για την είσπραξη δασμών στην Ύδρα. Το 1837 ήταν προϊστάμενος τού Τελωνείου, ενώ το όνομά του βρίσκεται στους καταλόγους των ενόρκων της Διοίκησης των Αθηνών. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

 

Γεώργιος Κ. Τισαμενός

Ο Γεώργιος Τισαμενός γεννήθηκε στους Φραγκάδες τού Ζαγορίου. Το όνομά του ήταν Καραγιαννόπουλος. Σπούδασε στο Βουκουρέστι και ήταν μαθητής τού Φωτιάδη και τού Δούκα. Με την έναρξη τής επανάστασης το 1821 επέτρεψε στην Αθήνα για να λάβει μέρος στον Αγώνα. Διετέλεσε γραμματέας τού Παπαφλέσσα και έλαβε μέρος στη μάχη στο Μανιάκι. Κατά την περίοδο τού κυβερνήτη Ιω. Καποδίστρια υπηρέτησε στη Γενική Γραμματεία Επικράτειας ως συνεργάτης τού γραμματέα Σπυρ. Τρικούπη σε διοικητικά ζητήματα. Κατά την περίοδο τής βασιλείας τού Όθωνα υπηρέτησε αρχικά σε διοικητικές θέσεις και ακολούθως διετέλεσε υπουργός Οικονομικών σε αρκετές κυβερνήσεις.

Υπήρξε εντιμότατος, αφού παραιτήθηκε από τη θέση του γιατί αρνήθηκε να μειώσει τη φορολογία σε προστατευόμενο τού επιτετραμμένου τής Γαλλίας. Έγινε διευθυντής της Αστυνομίας Αθηνών-Πειραιώς, αλλά παραιτήθηκε για να αγωνιστεί για την απελευθέρωση τής Ηπείρου και τής Κρήτης. Διετέλεσε υπουργός Ναυτικών και πρόεδρος τού Ελεγκτικού Συνεδρίου. Πέθανε απογοητευμένος που δεν είδε την ιδιαίτερη πατρίδα του ελεύθερη.-

 

Ιωάννης Β. Βενιζέλος

Ο Αθηναίος ελληνιστής και δάσκαλος Ιωάννης Μπενιζέλος ή Βενιζέλος ήταν γόνος τής γνωστής και παλαιάς αθηναϊκής οικογένειας των Μπενιζέλων, από την οποία καταγόταν και η Αγία Φιλοθέη. Ήταν συνεργάτης και φίλος τού Γεώργιου Γενναδίου. Έγραψε την «Ιστορία των Αθηνών» την οποία μάλιστα προλόγισε ο Γεννάδιος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας για την οποία πρέπει να τού είχε μιλήσει ο Γ. Γεννάδιος.

 

200px K. Provelegios[1]

Κωνσταντίνος Προβελέγγιος

Γεννήθηκε στο Κάστρο τής Σίφνου το 1800. Σπούδασε Νομικά στην Πίζα, τη Γένοβα, τη Βαυαρία και την Πρωσία. Ήταν διδάκτωρ τού Πανεπιστημίου τής Χαϊδελβέργης. Μόλις γύρισε στην Ελλάδα με τον Όθωνα, τού οποίου πάντα θεωρείτο πιστός οπαδός, διορίστηκε ανώτερος υπάλληλος σε διάφορα Υπουργεία και μετά έγινε Γενικός Γραμματέας τού Συμβουλίου τής Επικρατείας. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ. Μετά την επανάσταση της 3ης Σεπτεμβρίου εξελέγη μέλος τής Εθνοσυνέλευσης και γερουσιαστής. Το 1852 ανέλαβε το υπουργείο Δικαιοσύνης στην κυβέρνηση τού Αντωνίου Κριεζή και το 1853 το υπουργείο των Οικονομικών. Το 1857 έγινε υπουργός των Εσωτερικών στην κυβέρνηση τού Αθαν. Μιαούλη. Μετά την κατάργηση τής Γερουσίας πολιτεύθηκε και εξελέγη βουλευτής Σίφνου. Το 1866 έγινε υπουργός των Εσωτερικών στην κυβέρνηση Βενιζέλου Ρούφου. Πέθανε το1880 στην Αθήνα.

 

Γεώργιος Βέλλιος (Μπέλλιος)

Ο Γεώργιος Βέλλιος ή Μπέλλιος καταγόταν από τη Βλάστη Εορδαίας τού νομού Κοζάνης. Ήταν συγγενής τού βαρόνου Κωνσταντίνου Δημητρίου Μπέλλιου, ενός από τους μεγαλύτερους Μακεδόνες εθνικούς ευεργέτες. Το 1776 η οικογένεια έφυγε από τη Βλάστη για την Κωνσταντινούπολη. Μετά από σύντομη διαμονή εκεί εγκαταστάθηκαν στην Αυστροουγγαρία, όπου ασχολήθηκαν με το εμπόριο και χρηματιστηριακές εργασίες.

Το 1834 ο Γ. Μπέλλιος εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Νομομαθής και λόγιος άνδρας, ήταν δικηγόρος στην Αθήνα και «συνειργάσθη εν πολλοίς Δικαστικοίς έργοις», όπως αναφέρει γι’ αυτόν το Εγκυκλοπαιδικό Λεξικό των Μπεκ και Μπαρτ (συμπλήρωμα Μάρτιος 1902-Μάιος 1905). Ως λόγιος υπήρξε ένας εκ των συντακτών των περιοδικών «Ευρωπαϊκός ερανιστής», «Ευαγγελικός κήρυξ» και «Φιλίστωρ». Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε το 1861 στο Παρίσι όπου είχε μεταβεί για θεραπεία.

 

Theophan Siatistevs[1]

Θεοφάνης Σιατιστεύς

Ο Θεοφάνης Σιατιστεύς ήταν από τη Σελίτσα τού νομού Κοζάνης. Ήταν πτυχιούχος τής περιώνυμης Ακαδημίας των Κυδωνιών. Κατά την επανάσταση τού 1821 συνεργάστηκε με τον Εμμανουήλ Παππά και συμμετείχε στις επιχειρήσεις τής Χαλκιδικής. Αργότερα έφθασε στην Πελοπόννησο και συνέχισε τον εκεί αγώνα. Ο Όθων τον διόρισε γραμματέα τής Ιεράς Συνόδου στη θέση τού Θεόκλητου Φαρμακίδη. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ Το 1852 έγινε Μητροπολίτης τής Ιεράς Μητροπόλεως Μαντινείας και Κυνουρίας.

 

Pittakis

Κυριάκος Πιττάκης

Ο Έλληνας αρχαιολόγος Κυριάκος Πιττάκης γεννήθηκε στην Αθήνα, στη συνοικία τού Ψυρρή, το 1798. Ήταν γόνος ιστορικής αθηναϊκής οικογένειας. Δάσκαλός του ήταν ο Μεσολογγίτης λόγιος Ιωάννης Παλαμάς, διευθυντής τής σχολής «Ιωάννη Ντέκα». Για τη μόρφωσή του ενισχύθηκε οικονομικά από τη «Φιλόμουσο Εταιρεία», που ασχολείτο με τη διάσωση των αρχαίων μνημείων. Από νεαρή ηλικία έδειξε μεγάλο ενδιαφέρον για τα αρχαία μνημεία, παρακινούμενος από τον Φωβέλ. Αναφέρεται ότι είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία και συμμετείχε στον Αγώνα. Το 1822 ανακάλυψε την αρχαία πηγή «Κλεψύδρα». Ο χώρος της περικλείστηκε στη λεγόμενη «Ντάπια τού νερού ή τού Δυσσέα» και έτσι εξασφαλίστηκε νερό για το φρούριο. Σε πρωτοβουλία του μάλιστα οφείλεται το γεγονός ότι κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών οι Έλληνες προσέφεραν στους Τούρκους αρκετό μολύβι, για να μην αναγκαστούν εκείνοι να διαλύσουν αρχιτεκτονικά μέλη των ναών για να πάρουν το μολύβι.

Το 1824 ο Πιττάκης πήγε στην Κέρκυρα και σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία Φιλολογία με καθηγητή τον Ασώπιο, Ιατρική και ξένες γλώσσες. Μετά την άφιξη τού Καποδίστρια στην Ελλάδα ο Πιττάκης έσπευσε να προσφέρει τις υπηρεσίες του. Το 1827 ανήγγειλε την έκδοση επιγραφών. Το 1832 διορίστηκε «επιστάτης» των αρχαιοτήτων τής Αθήνας και από τότε άρχισε να ασχολείται με τις αρχαιότητες τής ελεύθερης Ελλάδας. Το 1833 ανέλαβε «υποέφορος» τής Στερεάς Ελλάδος με έδρα την Αθήνα. Τότε πραγματοποίησε και τις πρώτες ανασκαφές στην Ακρόπολη και επιδόθηκε στην οργάνωση των πρώτων αρχαιολογικών συλλογών που στεγάστηκαν στο Θησείο, στη στοά τής βιβλιοθήκης τού Αδριανού, στην Ακρόπολη, στον Πύργο των ανέμων κ.α. Το 1836, όταν παραιτήθηκε ο Λούντβιχ Ρος, έγινε έφορος αρχαιοτήτων. Τον ίδιο χρόνο έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Ήταν ένας από τους ιδρυτές τής Αρχαιολογικής Εταιρείας, το 1837, τής οποίας διετέλεσε γραμματέας και αντιπρόεδρος. Σκοπός τής Αρχαιολογίας τότε ήταν η αποκάλυψη τού πολιτισμού των προγόνων και η απόδειξη τής ιστορικής συνέχειας τής φυλής. Ήταν ιδρυτής τού Μουσείου τής Ακρόπολης. Εξέδωσε ακόμα το περιοδικό «Αρχαιολογική Εφημερίς» (1837). Με το έργο του συγκέντρωσε έναν όγκο αρχαιολογικών μαρτυριών που αποτέλεσαν την καλύτερη απάντηση στην θεωρία τού Φαλμεράιερ. Για τις αρχαιολογικές του δραστηριότητες τιμήθηκε από την Ακαδημία Επιγραφών και Γραμμάτων τού Παρισιού με τον τίτλο τού αντεπιστέλλοντος μέλους. Πολλοί συνάδελφοί του πάλι, όπως ο Ρος και ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής, τον κατηγόρησαν για επιστημονική ανεπάρκεια, ωστόσο κανένας δεν αρνήθηκε την προσφορά του στην έρευνα τού αρχαίου ελληνικού πολιτισμού. Πέθανε το 1863 στην Αθήνα.

 

Nikolaos Flogaitis 1 750x375[1]

Νικόλαος Φλογαΐτης

Ο Νικόλαος Φλογαΐτης γεννήθηκε το 1799 στην Οδησσό, αλλά ο πατέρας του καταλόταν από την Λευκάδα και ήταν έμπορος και η μητέρα του από την Κωναστανιτνούπολη. Ο ίδιος φοίτησε στις φημισμένες σχολές τής Οδησσού και πολύ νέος μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία. Συνδεόταν με την οικογένεια Υψηλάντη και ήρθε στην Ελλάδα για να πάρει μέρος στον απελευθερωτικό αγώνα, στην αρχή ως απεσταλμένος τού Αλέξανδρου με μυστικές διαταγές. Έκτοτε παρέμεινε στην κυρίως Ελλάδα υπό τον Δ. Υψηλάντη. Διακρίθηκε ως αγωνιστής κατά την πολιορκία τής Τριπολιτσάς και τού Ακροκορίνθου, όπου αιχμαλωτίστηκε από τους Τουρκαλβανούς. Ανέλαβε αστυνομικά καθήκοντα στο Ναύπλιο και τον αποκάλεσαν «σωτήρα των Ναυπλιέων» για τα μέτρα που έλαβε το 1823, όταν έπεσε πανώλης στην πόλη. Το 1824 τιμήθηκε με τον βαθμό τού ταγματάρχη. Το 1826 δημιούργησε το «επτανησιακό σώμα» υπό τον Ευμορφόπουλο και διακρίθηκε στην πολιορκία τής Ακροπόλεως για τους αγώνες του εναντίον τού Κιουταχή.

Ο Καποδίστριας τον έστρεψε προς τον δικαστικό κλάδο και διορίστηκε πρόεδρος Πρωτοδικών. Έγινε αρεοπαγίτης και παρέμεινε στη θέση μέχρι το 1844. Το 1836 υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη τής ΦΕ. Το 1862 έγινε πρόεδρος Εφετών στο Ναύπλιο. Ήταν δίκαιος και καλοκάγαθος άνθρωπος. Διακρινόταν για την αγάπη του στην πατρίδα. Ήταν γλωσσομαθής και δημοσίευσε έργα νομικά, πρωτότυπα ή μεταφράσεις. Έγραψε ακόμη ιστορικά διηγήματα. Mετέφρασε από τα Γαλλικά το έργο «Οι διαβόητοι πλάνοι», αγνώστου συγγραφέως» (Αίγινα 1825). Τού άρεσε η μουσική, ήταν επιδέξιος βιολιστής και έγραψε εγχειρίδιο για τις «Στοιχειώδεις αρχές τής Μουσικής». Απεβίωσε στη Χαλκίδα το 1867.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός

 

Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος B΄)

 

 

Monarxidis

Αναγνώστης Μοναρχίδης

Ο Αναγνώστης Μοναρχίδης ήταν αγωνιστής τού 1821. Γεννήθηκε στα Ψαρά το 1777. Ο πατέρας του, Χατζή Δημήτριος, ήταν από τους ευπατρίδες τού νησιού. Ο Αναγνώστης ασχολήθηκε με τη θάλασσα από μικρή ηλικία. Από τα 15 του χρόνια ξεκίνησε να ταξιδεύει ως ναυτικός. Είχε μυηθεί στη Φιλική Εταιρία και αγωνίστηκε στην επανάσταση τού 1821. Κυρίως όμως ασχολήθηκε με την πολιτική και βγήκε πρώτος πληρεξούσιος των Ψαριανών στην Εθνική Συνέλευση τής Επιδαύρου. Εξελέγη βουλευτής τής πρώτης περιόδου και ξανά πληρεξούσιος στην Εθνική Συνέλευση τού Άστρους και τής Επιδαύρου. Το 1824 διορίστηκε μέλος τού Γενικού Ταμείου τής Ελλάδας. Το 1826 εξελέγη μέλος τής Διοικητικής επιτροπής. Ο Όθων τον διόρισε Σύμβουλο Επικρατείας. Έγινε ο πρώτος νομάρχης Αιτωλοακαρνανίας το 1833 και νομάρχης Αχαΐας και Ήλιδος το 1836. Στην Α΄ εν Αθήναις Εθνοσυνέλευση εξελέγη και πάλι πληρεξούσιος. Το 1847 έγινε γερουσιαστής και αντιπρόεδρος τής Γερουσίας από το 1847 έως το 1853. Στις 23 Νοεμβρίου 1853 εξελέγη πρόεδρος τού σώματος και παρέμεινε στη θέση αυτή μέχρι τις 11 Αυγούστου 1861. Η σύζυγός του Μαρία ήταν Κυρία των Τιμών τής βασίλισσας Αμαλίας. Ο Μοναρχίδης υπήρξε ένα από τα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε τον Μάιο τού 1868.. Στο περιοδικό «Πανδώρα» δημοσιεύτηκε, στις 15 Μαΐου 1868, η παρακάτω νεκρολογία: «Και εν Αθήναις δε μετήλλαξε τον βίον έτερος επίσημος ανήρ, ο Αναγνώστης Μοναρχίδης, ουχί μεν εκ τού ομίλου των λογίων, αλλ’ εκ των ευαρίθμων εκείνων οίτινες από τής αρχής τού μεγάλου αγώνος, μέχρι τής εν έτει 1862 ανατροπής τής καθεστώσης πολιτείας, υπηρέτησαν εντίμως και μετά πλείστου ζήλου την πατρίδα, αναδειχθείς πληρεξούσιος και βουλευτής των ενδόξων Ψαρρών και μέλος κυβερνήσεων, και νομάρχης και γερουσιαστής και πρόεδρος τής Γερουσίας, την θέσιν δε τού Πρωθυπουργού προσφερθείσα αυτώ τω 1863 απέβαλεν ειπών (είμεθα δε βέβαιοι ότι επίστευε ό,τι έλεγεν) εαυτόν ανίκανον να πηδαλιουχήσῃ το σκάφος τής Ελλάδος. Είχεν δε ο αοίδιμος ενθερμοτάτην την προς την πατρίδα αγάπην, και μέλημα αδιάκοπον την βελτίωσιν τής παρούσης και την κατόρθωσιν τής μελλούσης αυτής καταστάσεωςˑκαι ταύτα ενώ ο θάνατος εστέρησεν αυτόν αλληλοδιαδόχως πάσης παραμυθίας και παντός στηρίγματος, και γυναικός δηλαδή και τέκνων. Κατέβη δε εις τον τάφον όπως και έζησεν επί τής γης αμνησίκακος, καρτερικός, μετριοπαθής, μετριόφρων, φίλος σταθερός και αγνάς έχων τας χείρας».

 

Ευστάθιος Σίμος

Ο Ευστάθιος Σίμος γεννήθηκε το 1804 στα Ιωάννινα, σε περίοδο οικονομικής, πνευματικής και διπλωματικής ζωτικότητας για την Ήπειρο. Σπούδασε στην ακμάζουσα εκεί σχολή τού Αθανασίου Ψαλίδα. Μετά την καταστροφή τής πατρίδας του κατέφυγε στους Καλαρρύτες, από εκεί στο Μεσολόγγι και μετά η οικογένειά του εγκαταστάθηκε στην Κέρκυρα. Εκείνος έφυγε για σπουδές στην Ιταλία, τη Νάπολη και τη Ρώμη. Γαλουχήθηκε και ανδρώθηκε στο πνεύμα τού Διαφωτισμού, τού ρομαντισμού και τού ευρωπαϊκού φιλελευθερισμού. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1828, όταν κυβερνήτης ήταν ο Καποδίστριας. Πήγε στο Άργος, στην Αίγινα και τελικά εργάστηκε ως δάσκαλος στην Ηλεία. Το 1830, 26 χρόνων, δίδασκε Ελληνικά και Γαλλικά σε 30 μαθητές στον Πύργο τής Ηλείας, προσπαθώντας να καλλιεργήσει τη φιλομάθειά τους. Επί Όθωνος διορίστηκε Γραμματέας Α΄ τάξεως στο Υπουργείο Οικονομικών και το 1835 έγινε εισηγητής οικονομικών στο Συμβούλιο Επικρατείας. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. τής Φ.Ε. από το 1843 μέχρι το 1949. Τα έτη 1850 έως 1858 ήταν Γραμματέας τής Φ.Ε. Στο αρχείο τής Φ.Ε. αναφέρεται ως πρέσβης και υπουργός. Το 1837, ως εισηγητής του πρώτου ετήσιου προϋπολογισμού, πρότεινε την κατάργηση των «κανονικών» δικαιωμάτων τού κλήρου, κάτι που είχε ως συνέπεια τον αφορισμό του από την Εκκλησία. Η πολιτεία αντέδρασε στον αφορισμό και ο Νεόφυτος εκλήθη να προασπιστεί τη νομιμότητά του. Μετά την απόκτηση συντάγματος το 1843 εξελέγη βουλευτής. Χρημάτισε υπουργός Οικονομικών το 1859 και το 1868. Διορίστηκε πρεσβευτής στην Κωνσταντινούπολη το διάστημα 1872-1875, σε μια δύσκολη εποχή, όταν οι ελληνοτουρκικές σχέσεις είχαν διακοπεί λόγω τής τριετούς κρητικής επανάστασης. Κατά τη διάρκεια της θητείας του επέδειξε πολιτική σύνεση, κάτι που βοήθησε πολύ την αποστολή του. Έγραψε και μετέφρασε πολλά έργα, λογοτεχνικά και ιστορικά. Πέθανε στην Αθήνα το 1878.

 

Κ. Τ. Οικονομίδης

Ο Κ. Τ. Οικονομίδης ήταν λόγιος. Είχε λάβει πολύ καλή μόρφωση και ήταν συνδρομητής πολλών πονημάτων τής εποχής, όπως των έργων τού Κοραή, τής «Κατά Χριστόν ηθικής πραγματείας» τού Μισαήλ Αποστολίδη, τής «Ιστορίας των Αθηνών» τού Διονυσίου Σουρμελή κ.ά. Σεμνός και ευσυνείδητος δάσκαλος, όπως αναφέρεται και στο αρχείο τής Φ.Ε., υπήρξε στενός συνεργάτης τού Μισαήλ Αποστολίδη, ο οποίος και τού μίλησε για την υπό ίδρυση Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία με σκοπό την ενίσχυση τής εκπαίδευσης των Ελληνοπαίδων, της οποίας και έγινε ιδρυτικό μέλος .

 

 

Filimon

Ιωάννης Φιλήμων

Ο ιστορικός και εκδότης Ιωάννης Φιλήμων γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1798/99. Το αρχικό του όνομα ήταν Βασιλειάδης. Το όνομα Φιλήμων τού το έδωσε ο Δ. Υψηλάντης στο σπίτι τού οποίου φιλοξενήθηκε. Ήταν γιος ζωγράφου και «ποικιλτού», θρακικής καταγωγής. Πρώτος του δάσκαλος ήταν ο Δημητσανίτης αρχιμανδρίτης Βαλσαμών. Φοίτησε στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή με καθηγητή τον ελληνιστή και λεξικογράφο Νικόλαο Λογάδη. Παράλληλα εργάστηκε στο Πατριαρχικό Τυπογραφείο και εκεί έμαθε την τέχνη τής τυπογραφίας. Τα τελευταία δύο χρόνια πριν από την έναρξη τής επανάστασης έζησε στην Κωνσταντινούπολη. Γνώρισε πολλούς φιλικούς, όπως τους Σέκερη, Παπαφλέσσα, Περραιβό, αλλά δεν μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία λόγω ταής νεαρής ηλικίας του.

Τον Οκτώβριο τοή 1821 π΄γε στην Πελοπόννησο και διετέλεσε γραμματέας τού Δ. Υψηλάντη .Πολιτικές συγκυρίες και λόγοι υγείας τον υποχρέωσαν να ασκήσει καθήκοντα γραμματέα τού Εκτελεστικού στην κυβέρνηση των Γ. Κουντουριώτη και Πετρόμπεη Μαυρομιχάλη. Ο Φιλήμων αγωνίστηκε πάντα στην πρώτη γραμμή. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τού Ναυπλίου, στην αναχαίτιση τού Δράμαλη, καθώς και στη μάχη τής Πέτρας στη Βοιωτία. Στην αρχή δραστηριοποιήθηκε εναντίον τού Καποδίστρια, όμως γρήγορα αναγνώρισε την ακεραιότητα τού κυβερνήτη και συμφώνησε με την άποψη τού Καποδίστρια ότι έπρεπε να γίνει ανακατανομή των εθνικών γαιών. Τον Μάιο τού 1833 εξέδωσε στο Ναύπλιο την πολιτική εφημερίδα «Χρόνος». Το διάστημα1838-1854, επί Όθωνος, εξέδωσε στην Αθήνα την εφημερίδα «Αιών», της οποίας όπως έγραψε ο ίδιος «ο ελληνισμός, ο συνταγματισμός, και η νομιμότης υπήρξαν απ’ αρχής το ιδανικόν τού αιώνος». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. το διάστημα 1844-1849. Το 1854, κατά τη διάρκεια τής Αγγλογαλλικής κατοχής στον Πειραιά, συνελήφθη από τους Γάλλους εξ αιτίας ενός άρθρου που έγραψε. Η έκδοση τού «Αιώνα» διεκόπη και ο Φιλήμων εγκατέλειψε τη δημοσιογραφία και επιδόθηκε στην ιστοριογραφία.

Το πρώτο του ιστορικό βιβλίο ήταν το «Δοκίμιον ιστορικόν περί τής Φιλικής Εταιρείας» (1838). Το 1859-1861 έγραψε το τετράτομο βιβλίο «Δοκίμιον ιστορικόν περί τής Φιλικής Εταιρείας», ένα πραγματικά αξιόλογο ιστορικό κείμενο για την επανάσταση τού 1821. Ο Ιωάννης Φιλήμων πέθανε στην Αθήνα το 1874.

 

Κυρίτσης Μαργαρίτης

Ο Κυρίτσης Μαργαρίτης, από το Ναύπλιο, ήταν λόγιος και εργάστηκε για την εκπαίδευση των νέων από την περίοδο τής Επανάστασης. Εκτιμούσε και σεβόταν τον Καποδίστρια, με τον οποίο και συνεργάστηκε σε θέματα παιδείας. Διορίστηκε μάλιστα και ελεγκτής στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Μετά τη δολοφονία τού κυβερνήτη ήρθε στην Αθήνα, όπου συνεργάστηκε με τον Αλέξανδρο Ρίζο Νερουλό για θέματα τής αρμοδιότητάς του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στο αρχείο της αναφέρεται ως διοικητικός υπάλληλος.

 

 

Ioannis Soutsos 084[1]

Ιωάννης Σούτσος

Γεννήθηκε το 1803 στο Αρναούτκιοϊ, στον Βόσπορο. Ήταν γιος τού Αλεξάνδρου Σούτσου, ο οποίος είχε διοριστεί δύο φορές ηγεμόνας τής Βλαχίας και ακόμη μία φορά ηγεμόνας τής Μολδοβλαχίας. Τα πρώτα του γράμματα ο Ιωάννης διδάχθηκε στην πατρίδα του και στο Βουκουρέστι. Όταν ο πατέρας του πέθανε, το 1821, ο Ιωάννης μαζί με την μητέρα του και όλη την οικογένεια κατέφυγαν στην Τρανσυλβανία, για να γλυτώσουν από τη μανία των Τούρκων μετά την εξέγερση στις Ηγεμονίες. Ο Σούτσος ήλθε στην Ελλάδα το 1829. Σπούδασε νομικά και πολιτικές επιστήμες. Συμπλήρωσε τις σπουδές του στη Γενεύη τής Ελβετίας και στη Γαλλία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1835 και διορίστηκε από την Αντιβασιλεία πάρεδρος τού Συμβουλίου Επικρατείας. Συναναστρεφόμενος την μεγάλη ομάδα των μορφωμένων Ελλήνων έμαθε για την επικείμενη ίδρυση τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και έγινε ιδρυτικό της μέλος. Το 1837 διορίστηκε έκτακτος καθηγητής τής Πολιτικής Οικονομίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Την έδρα διατήρησε μέχρι τον θάνατό του το 1890. Διδάσκοντας παράλληλα την πολιτική οικονομία και τη δημοσιονομία εισήγαγε την έρευνα των δύο αυτών κλάδων τής οικονομικής επιστήμης στην Ελλάδα. Αποδέχθηκε εκλεκτικά τα διδάγματα τής κλασικής σχολής. Τόνιζε ότι η εργασία δεν είναι η μοναδική πηγή πλούτου. Αποδεχόταν την ποσοτική θεωρία τού χρήματος, σε σχέση όμως με τα φαινόμενα τού πληθυσμού θεωρούσε ότι η θεωρία τού Μάλθου δεν είχε πρακτική αξία για την εποχή εκείνη, δεν απέκλειε να αποκτήσει σπουδαιότητα συν τω χρόνω, καθώς θα αυξάνεται ο πληθυσμός. Μελέτησε τα ελληνικά οικονομικά δεδομένα και προσπάθησε να τα προσαρμόσει στα διδάγματα τής οικονομικής θεωρίας. Με τον τρόπο αυτό προλείανε το έδαφος για την πρακτική εφαρμογή τής οικονομικής και τής δημοσιονομικής πολιτικής. Εξελέγη πρύτανης τού Πανεπιστημίου το 1847 και από το 1859 ήταν επίτιμος καθηγητής. Διετέλεσε διευθυντής τού γραφείου Δημοσίας Οικονομίας τού Υπουργείου Εσωτερικών την περίοδο 1860-1863 και διέκοψε την πανεπιστημιακή του υπηρεσία για μια μόνον τριετία, όταν διετέλεσε σύμβουλος Επικρατείας από το 1864 ώς το 1867. Ήταν ο πρώτος καθηγητής που συμπλήρωσε πενήντα χρόνια διδασκαλίας στη Νομική Σχολή. Έγραψε τα έργα με θέματα «Πλουτολογία», «Δημοσιολογία», «Πλουτολογικαί μελέται». Πέθανε το 1890 στην Αθήνα.

 

Andreas Koromilas 1868 028[1]

Aνδρέας Κορομηλάς

Ο Ανδρέας Κορομηλάς ήταν ο πρωτότοκος γιος του Αθηναίου κτηματία Χατζή Λάμπρου Κόσκορη και τής Όρσας Κολιάτσου. Γεννήθηκε στην Αθήνα το 1811. Όταν ήταν 15 ετών έλαβε μέρος, μαζί με τον πατέρα του, στη μάχη τού Χαϊδαρίου, που δόθηκε μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων το 1826, όπου και τραυματίστηκε, ενώ ο πατέρας του αιχμαλωτίστηκε και θανατώθηκε στην πλατεία Αγίου Παντελεήμονα (σήμερα πλατεία Κοτζιά). Μετά από αυτό ο Κορομηλάς πήγε στο Παρίσι, όπου εργάστηκε στα εκδοτικά καταστήματα του φιλέλληνα Αμβροσίου Φιρμίνου Διδότου και διδάχθηκε την τυπογραφική τέχνη. Η οικογένειά του εν τω μεταξύ είχε εγκατασταθεί στην Αίγινα. Εκεί ο Κορομηλάς εργάστηκε στην αρχή στο Τυπογραφείο τής Διοίκησης, ενώ τα αδέλφια του φοιτούσαν ακόμα στο Κεντρικό Γυμνάσιο τού νησιού, το οποίο δεχόταν ορφανά παιδιά των αγωνιστών.

Το 1832 άρχισε να δημιουργεί το δικό του τυπογραφείο. Παρήγγειλε στον Αμβρόσιο Διδότο πιεστήριο και τυπογραφικό υλικό. Τον Μάιο τού 1833 άρχισε τη συνεργασία του με τον Νεόφυτο Δούκα και ανέλαβε την εκτύπωση των έργων του. Εξέδωσε τα κείμενα και τις μεταφράσεις των τραγωδιών τού Σοφοκλή, με επιμέλεια τού Νεόφυτου Δούκα, και πολλά άλλα έργα του, ακόμα και τα πρώτα διδακτικά βιβλία. Το τυπογραφείο τού Κορομηλά ήταν το πρώτο που εκτύπωνε συστηματικά και τακτικά βιβλία, ενώ αυτά που λειτουργούσαν κατά την Επανάσταση εξέδιδαν μόνο εφημερίδες.

Το 1836 το τυπογραφείο του μεταφέρεται στην Αθήνα επί τής οδού Ερμού .Σε λίγο χρόνο τύπωσε τόσο πολλά συγγράμματα ώστε πολύ σύντομα έγινε το μεγαλύτερο τυπογραφείο τής Ανατολής. Το 1840 εισήγαγε από τη Βενετία, πρώτος στην Ελλάδα, την τυπογραφική μέθοδο τής στερεοτυπίας και την τεχνική τής ερυθροτυπίας, μέθοδο κατά την οποία τα γράμματα αποτυπώνονται σε χάρτινη ή άλλη μάζα που πιέζεται προκειμένου να γίνει μήτρα πάνω στην οποία χύνεται ρευστό μέταλλο που ψύχεται και στερεοποιείται. Με τη μέθοδο αυτή ο τυπογράφος μπορεί να έχει στη διάθεσή του έτοιμες τις σελίδες αν χρειαστεί να ανατυπώσει το βιβλίο. Το τυπογραφείο του διέθετε μηχανικά ατμοκίνητα πιεστήρια και πολλούς τυπογραφικούς χαρακτήρες σε διάφορες γλώσσες, χυτήρια, βιβλιοδετείο, βιβλιοπωλείο χαρτοπωλείο και πλούσιο αρχείο στερεοτύπων κειμένων. Το 1844 μάλιστα ίδρυσε υποκατάστημα στην Κωνσταντινούπολη από το οποίο προμηθεύονταν διδακτικά βιβλία όλες οι αλύτρωτες ελληνικές επαρχίες.

Από την πρώτη στιγμή που ήρθε στην Αθήνα ενδιαφέρθηκε για την εκπαίδευση και τον πολιτισμό. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας Η επιχείρησή του τιμήθηκε σε διεθνείς εκθέσεις και ο ίδιος παρασημοφορήθηκε με τον Σταυρό τού Τάγματος τού Σωτήρος και το Αριστείο τολυ Αγώνα. Πέθανε στην Αθήνα το 1858.

 

Δρόσος Δρόσος

Ο Δρόσος Δρόσος γεννήθηκε στην Τήνο το 1798. Μαζί με τον πατέρα του πήγε στην Κωνσταντινούπολη και από εκεί στη Βλαχία, όπου μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και κατετάγη στον Ιερό Λόχο με τον βαθμό τού εικοσιπένταρχου. Τραυματίστηκε στη μάχη τού Δραγατσανίου και κατέφυγε στην Τρανσυλβανία. Από εκεί ήρθε στην Ελλάδα, όπου το 1822 ο Κωλέττης τού ανέθεσε να περιηγηθεί τις Κυκλάδες για να στρατολογήσει επαναστάτες . Η Τήνος ήταν τότε κέντρο στρατιωτικών ενεργειών και από εκεί ξεκίνησε η εκστρατεία εναντίον τής Καρύστου και τού Ολύμπου.

Εξελέγη το 1828 μέλος τής επαρχιακής Δημογεροντίας, η οποία ήταν επιφορτισμένη με την άσκηση αστυνομικών καθηκόντων στο νησί. Το 1830 διορίστηκε πρόεδρος τού κατά την Δυτική Ελλάδα πρωτοκλήτου Δικαστηρίου. Μετά από λίγο όμως παραιτήθηκε και πήγε με την πλευρά τής Αντιπολίτευσης. Τον Μάιο τού 1833 διορίστηκε έπαρχος Ερμιονίδος και τον Ιανουάριο τού 1835 εφέτης στην Τρίπολη. Έναν χρόνο μετά έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Μάλιστα από το 1844 μέχρι το 1869 διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της. Το 1842 εξελέγη δημοτικός σύμβουλος Αθηνών. Το 1843 εξελέγη πληρεξούσιος τής επαρχίας τής Τήνου για τη Συνέλευση της 3ης Σεπτεμβρίου 1843.Τον Απρίλιο τού 1844 διορίστηκε αρεοπαγίτης, αλλά τον έπαυσαν μετά 2 χρόνια λόγω τής αντίθεσής του προς τον Όθωνα. Ήταν οπαδός τού αγγλόφιλου κόμματος. Έγραψε την Ιστορία τς Τήνου. Πέθανε στην Αθήνα το 1870.

 

Dekozis bouros

Σταμάτιος Δεκόζης Βούρος

Ο Σταμάτιος Δεκόζης Βούρος γεννήθηκε το 1792 στη Χίο. Φυγάς μετά την καταστροφή τού νησιού το 1822 εγκαταστάθηκε στη Βιέννη και αργότερα στην Κωνσταντινούπολη. Ήταν γιος τού Κόζη Βούρου, που σκοτώθηκε κατά τη διάρκεια τής σφαγής, ο οποίος είχε ιδρύσει το 1817 μαζί με άλλους συμπατριώτες του στη Βιέννη μια μεγάλη εμπορική εταιρεία. Ο Σταμάτιος συνέχισε με επιτυχία τις δραστηριότητες τού πατέρα του και αποδείχθηκε πετυχημένος έμπορος και τραπεζίτης. Έζησε στη Βιέννη από το 1817 έως το 1825. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πήρε το 2ο όνομα Δεκόζης (=τού Κόζη). Μετά την απελευθέρωση, το 1832 ήρθε μόνιμα στην Αθήνα, όπου μετέφερε και το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας του και ίδρυσε τραπεζικό οίκο και εξελίχθηκε σε σημαντικό οικονομικό παράγοντα τής εποχής.

Μόλις ήρθε στην Αθήνα φρόντισε να οικοδομήσει την οικία του σε μια πόλη τής οποίας το οικιστικό σχέδιο ήταν αδιαμόρφωτο. Το αρχοντικό Δεκόζη Βούρου ήταν από τα πρώτα σπίτια που κτίστηκαν στην Αθήνα το 1833/34. Τα σχέδια εκπονήθηκαν από τους Γερμανούς αρχιτέκτονες Λύντερς (G. Lueders) και Χόφερ (J. Hoffer) και το αρχοντικό ήταν ένα από τα πρώτα δείγματα τής κλασικιστικής αρχιτεκτονικής στην Ελλάδα. Η περιοχή τής πλατείας Κλαυθμώνος, όπου χτίστηκε, ήταν τότε τελείως ασχημάτιστη. Μόλις το 1834 είχε αρχίσει η διάνοιξη τής οδού Σταδίου. Όταν περατώθηκε η κατασκευή του ήταν το πιο αξιόλογο κτίσμα που υπήρχε στην κατεστραμμένη πόλη. Το αρχοντικό τού Δεκόζη Βούρου είναι ένα απλό διώροφο κτήριο, με όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά τής κλασικιστικής αθηναϊκής κατασκευής. Εξωτερικά έχει κεραμωτή στέγη, μια μαρμάρινη βάση και μπαλκόνι με λεπτοδουλεμένα φουρούσια.

Το1836 ο βασιλιάς Όθων, επιστρέφοντας από το Μόναχο μετά τον γάμο του με την Αμαλία, χρησιμοποίησε ως προσωρινή κατοικία τη «μεγάλη οικία» Βούρου, στην τότε οδό Νομισματοκοπείου και ήδη Παπαρρηγοπούλου αριθ. 7, και τη διπλανή οικία τού Γ. Αφθονίδη (που δεν υπάρχει σήμερα), συνδέοντας μεταξύ τους με στοά τα δύο αυτά αρχοντικά. Ο Όθων και η Αμαλία έμειναν σε αυτό το «παλιό παλάτι», όπως το αποκαλούσαν αργότερα οι Αθηναίοι, από το 1836 μέχρι το 1843. Διαμόρφωσαν μάλιστα και έναν κήπο μπροστά στο παλάτι, από τον οποίο προήλθε ο σημερινός κήπος της πλατείας Κλαυθμώνος.

Τον ίδιο χρόνο ο Σταμ. Δεκόζης Βούρος έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Το 1859 έχτισε δίπλα στο σπίτι του, στον αριθ. 5 τής οδού Παπαρρηγοπούλου, ένα δεύτερο αρχοντικό για κατοικία τού γιου του Κωνσταντίνου Βούρου, σε σχέδια τού αρχιτέκτονα Γεράσιμου Μεταξά, που σώζεται μέχρι σήμερα. Το αρχοντικό σήμερα στεγάζει το Μουσείο τής πόλεως των Αθηνών. Ο Σταμάτιος Βούρος Δεκόζης ως ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. ενίσχυσε το έργο της. Στο αρχείο τής ΦΕ αναφέρεται ως έμπορος.

 

Paparigopoulos

 Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος

Ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος γεννήθηκε στη Νάξο το 1780. Τις πρώτες του σπουδές έκανε στην Κωνσταντινούπολη και κατόπιν στη Μόσχα, όπου υπό την προστασία των Ευγενίου Ζωσιμάδη και Καπλάνη σπούδασε Νομική. Μετά την αποτυχία τής εξέγερσης τού Γεωργίου Ολύμπιου κατέφυγε στην Ιταλία, όπου σπούδασε Ιατρική στη Ρώμη Τις παραμονές τής ελληνικής επαναστάσεως μετέβη στην Πάτρα, όπου προσελήφθη ως διερμηνέας στο εκεί Ρωσικό προξενείο. Τότε μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και συμμετείχε στην κατάληψη τής Τενέδου. Το 1814 πήγε στα Ιωάννινα για να πείσει τον Αλή Πασά ότι ο Τσάρος θα τον βοηθήσει αν βαδίσει εναντίον τού Σουλτάνου. Κατόπιν συνεννοήσεως με τον Παλαιών Πατρών Γερμανό και τους προύχοντες τής Πελοποννήσου έπεισε τον Αλέξανδρο Υψηλάντη να αρχίσει τον αγώνα από τις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες, ώστε να δοθεί χρόνος για την προετοιμασία του αγώνα στη Ν. Ελλάδα. Ο Παλαιών Πατρών Γερμανός τού ανέθεσε και τις αποστολές. Έτσι μετέβη στην Κωνσταντινούπολη το 1820, μίλησε στον Πατριάρχη για τον επικείμενο αγώνα και προσπάθησε να τον πείσει να εγκαταλείψει την Πόλη.

Στη ναυμαχία τού Ναυαρίνου υπηρέτησε ως διερμηνέας τής ρωσικής μοίρας και μάλιστα με τέχνασμά του οι Τούρκοι επετέθησαν στις ευρωπαϊκές δυνάμεις. Μετά τη ναυμαχία και παρά το ότι είχε πληγωθεί, είχε την ψυχραιμία και την ετοιμότητα να ζητήσει από τον αρχηγό τού ρωσικού στόλου να στείλει μοίρα του στόλου στη Σμύρνη για να προστατεύσει τους εκεί Έλληνες από τον θυμό των Τούρκων. Πράγματι η έγκαιρη παρέμβαση των Ρώσων ήταν σωτήρια για τους Έλληνες της Σμύρνης. Ο Ιωάννης Παπαρρηγόπουλος διατηρούσε φιλία με τους διοικητές των φρουρίων τής Ναυπάκτου, τού Αντιρρίου και τού Μεσολογγίου. Έτσι το 1829 τους έπεισε να παραδώσουν εγκαίρως τα φρούρια στους Έλληνες, ώστε ο Καποδίστριας να διεκδικήσει και να πετύχει την ένταξη τής Στερεάς Ελλάδος στο ελεύθερο ελληνικό κράτος. Το 1843, επί τής βασιλείας του Όθωνα, εγκαταστάθηκε στην Αθήνα. Υπήρξε γενικός πρόξενος τής Ρωσίας μέχρι το 1862. Ο Γεώργιος ο Α΄ τον διόρισε σύμβουλο Επικρατείας. Πέθανε το 1874.

Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας στο αρχείο της οποίας αναφέρεται ως πρόξενος. Πέθανε σε ηλικία 80 ετών στην Αθήνα το 1874.

 

Νικόλαος Σιλήβερος ή Σιλήβεργος

Ο Νικόλαος Σιλήβερος γεννήθηκε το 1804. Ήταν οικονομολόγος. Το 1831 στο Ναύπλιο, όπου ήταν υπάλληλος τού κράτους, μετέφρασε από τα Γαλλικά το βιβλίο «Επιτομή τής παλαιάς ιστορίας και εξαιρέτως τής ελληνικής εις την οποίαν έπεται σύντομον γεωγραφικόν λεξικόν και σύνοψις τής μυθολογίας». Ασχολήθηκε με την πολιτική. Σε νεαρή ηλικία, το 1836, ανέλαβε τη θέση τού προέδρου τού Ελεγκτικού Συνεδρίου, όπου έμεινε μέχρι το 1842. Τότε έγινε και μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Στην κυβέρνηση τού Όθωνα έγινε υπουργός Οικονομικών. Μετά την επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου παραιτήθηκε και επανήλθε στο Ελεγκτικό Συνέδριο. Έγινε και πάλι υπουργός Οικονομικών στην κυβέρνηση Δημ. Βούλγαρη το 1855. Από το 1861 έως το 1862 ήταν γερουσιαστής. Πέθανε το 1873.

 

Στέφανος Γεννάδης

Ο Στέφανος Γεννάδης καταγόταν από τη Χίο και διέμενε στον Πειραιά. Ήταν λόγιος και μελετούσε πολλά συγγράμματα, μεταφρασμένα στα Ελληνικά. Προσέφερε τις υπηρεσίες του στο ελληνικό κράτος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Ο εγγονός του ήταν διαπρεπής στρατηγός κατά τη διάρκεια των Βαλκανικών πολέμων.-

 

 

Klonaris

Χριστόδουλος Κλωνάρης ή Κλονάρης

Ο Χριστόδουλος Κλωνάρης ή Κλονάρης γεννήθηκε το 1788 στη Λεπτοκαρυά Ζαγορίου Ηπείρου. Εκεί έμαθε τα πρώτα γράμματα και στη συνέχεια μετέβη στα Αμπελάκια τής Θεσσαλίας, όπου φοίτησε κοντά στους Στέφανο Σταμκίδη και Ίωνα Σπαρμιώτη. Το 1807, με σύσταση τού δασκάλου του, έγινε για έναν χρόνο διευθυντής τής Ελληνικής Σχολής τής Κοζάνης. Έπειτα πήγε στο Βουκουρέστι, όπου συνέχισε τις φιλολογικές του σπουδές κοντά στον Λάμπρο Φωτιάδη. Στο Παρίσι, όπου μετέβη αργότερα, σπούδασε Νομική και παρέμεινε εκεί μέχρι το 1826. Παράλληλα, δημοσίευσε άρθρα σε διάφορες εφημερίδες, όπως στη «Συνταγματική», υπερασπιζόμενος το δίκαιο τού απελευθερωτικού αγώνα. Μετά τις σπουδές του γύρισε στην Ελλάδα το 1825.

Διετέλεσε πληρεξούσιος των Ηπειρωτών και επί Καποδίστρια ήταν μέλος τού Πανελληνίου. Διετέλεσε ακόμη επίτροπος Επικρατείας στο Ανώτατο Δικαστήριο, γερουσιαστής, υπουργός Δικαιοσύνης και ο πρώτος πρόεδρος τού Αρείου Πάγου. Ήταν ο συντάκτης τού πρώτου Κώδικα Ποινικού Δικαίου υπό τον τίτλο «Εγκληματική διαδικασία». Διετέλεσε δημόσιος συνήγορος του πρώτου «Ανεκκλήτου Κριτηρίου», το οποίο ήταν την εποχή εκείνη ένα είδος Εφετείου. Στη θέση παρέμεινε έως τον Ιούλιο τού 1830, οπότε παραιτήθηκε λόγω διαφωνίας του προς τον κυβερνήτη. Κατόπιν άσκησε τη δικηγορία στο Ναύπλιο. Στη δίκη των Κολοκοτρώνη – Πλαπούτα ήταν συνήγορος τού τελευταίου και εντυπωσίασε με την τόλμη και την ευγλωττία του.

Το 1835 διορίστηκε πρώτος πρόεδρος τού Αρείου Πάγου. Από τη θέση αυτή παύθηκε από την κυβέρνηση Κωλέττη το 1847, αλλά ξαναδιορίστηκε το 1848. Παρέμεινε στην προεδρία τού Αρείου Πάγου μέχρι τον θάνατό του. Με διάταγμα τού 1837 διορίστηκε Ιππότης τού Χρυσού Σταυρού τού Τάγματος τού Σωτήρος. Πέθανε αιφνιδίως το 1849 και αναφέρεται ότι ακόμη και ο βασιλιάς Όθων ταράχτηκε πολύ με τον θάνατό του.

 

 

Farmakidis

Θεόκλητος Φαρμακίδης

Ο Διδάσκαλος τού Γένους και κορυφαίος Έλληνας διαφωτιστής και αγωνιστής τής ελληνικής επαναστάσεως Θεόκλητος Φαρμακίδης γεννήθηκε στη Νίκαια τής Λάρισας το 1784, όπου έμαθε και τα πρώτα γράμματα. Στη συνέχεια πήγε στη Λάρισα, όπου χειροτονήθηκε διάκονος σε ηλικία μόλις 18 ετών, οπότε και άλλαξε το βαπτιστικό του όνομα Θεοχάρης σε Θεόκλητος. Το 1804 εγκαταστάθηκε στην Κωνσταντινούπολη, όπου φοίτησε στη Μεγάλη τού Γένους Σχολή το διάστημα 1804-1806. Ανήσυχος χαρακτήρας δεν συμβιβάστηκε με το συντηρητικό πνεύμα τής Σχολής και πήγε στις Κυδωνίες, στη Σχολή των Κυδωνιών, και ύστερα στο Ιάσιο, στην Ακαδημία τού Ιασίου, όπου παρέμεινε από το 1806 έως το 1811 για να σπουδάσει και να διδάξει την ελληνική γλώσσα. Στη συνέχεια εγκαταστάθηκε στο Βουκουρέστι, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και διορίστηκε εφημέριος στον ναό τού Αγίου Γεωργίου στη Βιέννη όπου παρέμεινε από το 1811 μέχρι το 1817. Οι ακραίες όμως εκκλησιαστικές και πολιτικές του αντιλήψεις τον έφεραν σε σύγκρουση με τους εκπροσώπους τής παράδοσης και έτσι αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τη θέση τού εφημερίου. Στη Βιέννη ο Φαρμακίδης, παράλληλα με τις μελέτες του, μετέφρασε από τα Λατινικά την τετράτομη εγκυκλοπαίδεια τού Φ. Γιάκομπς. Από το 1816 μέχρι το 1818 συνέχισε, μαζί με τον Κωνσταντίνο Κοκκινάκη, την έκδοση τού «Λόγιου Ερμή». Εκεί γνωρίστηκε και με τον Απόστολο Αρσάκη, αν και δεν συμμεριζόταν την εμμονή του στην αρχαϊκή γλώσσα την οποία χρησιμοποιούσε.

Το 1819 ο Φαρμακίδης αποδέχθηκε πρόσκληση τού ιδρυτή τής Ιονικής Ακαδημίας λόρδου Γκίλφορντ να διδάξει Θεολογία. Γι’ αυτό, με έξοδα τού Γκίλφορντ, γράφτηκε στο Πανεπιστήμιο τού Γκέττινγκεν όπου παρέμενε μέχρι την έναρξη τού αγώνα. Τον Μάιο τού 1821 επέστρεψε στην Ελλάδα μαζί με τον Δ. Υψηλάντη. Στην Καλαμάτα εξέδωσε την εφημερίδα «Ελληνική σάλπιγξ», τής οποίας η έκδοση διεκόπη γιατί ο Φαρμακίδης δεν δεχόταν λογοκρισία. Τότε άρχισε να αναμειγνύεται ενεργά στην πολιτική. Έλαβε μέρος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση τής Επιδαύρου, στον Άρειο Πάγο Ανατολικής Ελλάδας, στην Εθνοσυνέλευση τού Άργους κ.α. Το 1827 έγινε αρχισυντάκτης τής Γενικής Εφημερίδος της Ελλάδος.

Αντιπολιτεύτηκε σκληρά τον Καποδίστρια και τον κατηγορούσε ως ρωσόφιλο. Ο ίδιος ανήκε στο αγγλικό κόμμα τού Μαυροκορδάτου. Μετά τη δολοφονία τού κυβερνήτη διορίστηκε το 1832 έφορος τού «Εν Αιγίνῃ Γενικού και Προκαταρκτικού Σχολείου». Επί Αντιβασιλείας ήταν σύμβουλος τού Μάουρερ σε θέματα εκκλησιαστικά και εργάστηκε υπέρ τού αυτοκέφαλου τής ελληνικής Εκκλησίας. Το 1833 διορίστηκε γραμματέας τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τού Βασιλείου τής Ελλάδος. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και ένας από τους φίλους τού Απόστολου Αρσάκη οι οποίοι τον συμβούλευαν να βοηθήσει τη Φ.Ε. στο έργο της. Το 1837 διορίστηκε καθηγητής τής Θεολογικής Σχολής τού Πανεπιστημίου Αθηνών. Το 1939 μεταπήδησε στη Φιλοσοφική Σχολή. Αιτία όλων αυτών των ανακατατάξεων ήταν η ιδεολογική διαφωνία του με τον Κ. Οικονόμου, η οποία πήρε μορφή προσωπικής αντιπαράθεσης. Το 1843 επανήλθε στη Θεολογική Σχολή. Όταν το 1850 το Πατριαρχείο παραχώρησε την Κανονική Αυτοκεφαλία στην Εκκλησία της Ελλάδος ο Φαρμακίδης συνέχισε να αγωνίζεται για την απόλυτη ανεξαρτησία της. Με το έργο του «Ο συνοδικός τόμος ή περί τής Αληθείας» (1852) προκάλεσε νέες αντιδράσεις.

Τα τελευταία χρόνια τής ζωής του αφιέρωσε στην συγγραφή. Πέθανε φτωχός στην Αθήνα το 1860.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος - ιστορικός

 

Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος Γ΄)

 

 

dragoymis nikolaos2[1]

Νικόλαος Δραγούμης

Ο Νικόλαος Δραγούμης γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1809. Ήταν γιος τού λόγιου και φιλικού Mάρκου Δραγούμη. Όταν ξέσπασε η Επανάσταση κινδύνευσε να συλληφθεί γιατί ο πατέρας του, που ήταν μέλος τής Φιλικής Εταιρίας, διέφυγε στην Οδησσό. Σώθηκε μετά από παρέμβαση ενός Τούρκου οικογενειακού φίλου και κατέφυγε στην Ελλάδα. Με την υπόλοιπη οικογένειά του πήγε στα Ψαρά και από εκεί στην Πάρο και τη Νάξο. Το 1825 μετέβη στο Ναύπλιο. Το 1827 ορίσθηκε γραμματέας στην Εθνοσυνέλευση τής Ερμιόνης και τής Τροιζήνας. Το 1828 εργάστηκε στο γραφείο τού Ιω. Καποδίστρια, το οποίο διηύθυνε ο Σπυρίδων Τρικούπης. Μετά τη δολοφονία τού κυβερνήτη εργάστηκε σε δημόσια υπηρεσία για αρκετά χρόνια. Επί Όθωνος κατέλαβε πολλές πολιτικές και διοικητικές θέσεις. Το 1839 εγκατέλειψε τη θέση του και πήγε με την πλευρά των Συνταγματικών. Διετέλεσε σύμβουλος τού Υπουργείου Εξωτερικών μέχρι το 1845. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της το διάστημα 1850-1851 και Γενικός Γραμματέας τού ΔΣ από το 1860 μέχρι το 1862.

Εργάστηκε εντατικά για τη συνταγματική μεταπολίτευση τού 1843. Συνέβαλε στην επιτυχία της με τα άρθρα του, από το 1840, στην εφημερίδα «Αιών» και σε εφημερίδες τού εξωτερικού. Ήταν αγγλόφιλος και ασυμβίβαστος με την φιλογαλλική πολιτική τού Κωλέττη. Αντιπολιτεύτηκε την πολιτική του με κάθε τρόπο και με σφοδρότατα άρθρα στην «Αθηνά», αλλά και με την έκδοση πολιτικών φυλλαδίων στα Ελληνικά και τα Γαλλικά.

Εκλεγόταν δημοτικός σύμβουλος από το 1856 ώς το 1862. Συνεργάστηκε με το περιοδικό «Ευτέρπη» τού Γρ. Καμπούρογλου. Μαζί με τον Αλέξανδρο. Ρίζο Ραγκαβή και τον Κωνσταντίνο Παπαρρηγόπουλο ίδρυσαν το επιστημονικό και λογοτεχνικό οικογενειακό περιοδικό «Πανδώρα». Κατατάσσεται στους κυριότερους εκπροσώπους τής Αθηναϊκής σχολής. Ήταν μέλος τής Εταιρείας Φίλων τού Λαού. Το 1874 δημοσίευσε τα απομνημονεύματά του με τίτλο «Ιστορικαί Αναμνήσεις», στα οποία απεικονίζεται η ελληνική πραγματικότητα από τον απελευθερωτικό αγώνα ώς το 1863. Πέθανε στην Αθήνα το 1879.

 

Ανδρέας Κομπάτης 

Ο Ανδρέας Κομπάτης ήταν «φιλόμουσος και φιλογενέστατος ανήρ». Επί σειρά ετών ήταν σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων. Υπήρξε ακόμα ιδρυτικό μέλος και έφορος τής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Τη θέση αυτή εγκατέλειψε λόγω προβλημάτων στην υγεία του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ. Στο αρχείο της αναφέρεται ως κτηματίας.

 

 

Mamoukas

Ανδρέας Ζ. Μάμουκας

Ο Έλληνας λόγιος Ανδρέας Μάμουκας γεννήθηκε στη Χίο τον Ιούνιο τού 1801. Ανήκε σε οικογένεια γενουατικής καταγωγής. Ο πατέρας του ήταν έμπορος. Φοίτησε στη σχολή τής Χίου το 1810 και είχε δασκάλους τον Νεόφυτο Βάμβα και τον Κωνσταντίνο Βαρδαλάχο. Τον Ιούνιο τού 1822 κατέφυγε στη Σμύρνη, όπου ασχολήθηκε με το εμπόριο. Όταν επέστρεψε στη Χίο συνελήφθη από τους Τούρκους και φυλακίστηκε στο Κάστρο. Ο πατέρας του απαγχονίστηκε. Το 1822 απέδρασε και κατετάγη εθελοντικά στο σώμα τού Λυκούργου Λογοθέτη. Τον Ιούνιο του 1822, μετά την αποτυχία του κινήματος κατέφυγε στη Σμύρνη, όπου έγραψε τα απομνημονεύματά του. Από τη Σμύρνη πέρασε στην επαναστατημένη Ελλάδα, όπου ο Μιαούλης τον διόρισε γραμματέα στον σπετσιώτικο στόλο. Το 1827 συμμετέσχε στην αποτυχημένη εκστρατεία τού Φαβιέρου στη Χίο.

Επί Καποδίστρια υπήρξε πρωτοκολλητής και επεξεργαστής δικαστικών λογαριασμών (1828) και αργότερα εργάστηκε στη γραμματεία τού Υπουργείου Δικαιοσύνης. Μετά τη δολοφονία τού Καποδίστρια υπηρέτησε ως δημόσιος υπάλληλος στη Σύρο. Το 1834 μετετέθη ως τμηματάρχης στο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημόσιας Εκπαίδευσης, όπου παρέμεινε μέχρι τον θάνατο του.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Προφανώς έσπευσε να ενισχύσει την εκπαίδευση αλλά και την ιδέα τού Κοκκώνη. Διετέλεσε επίσης μέλος τού Δ.Σ. τής ΦΕ από το 1860 έως το 1866. Το 1837, όταν ιδρύθηκε το Σχολείο τής Φ.Ε., ήταν υπουργικός σύμβουλος επί των Εκκλησιαστικών.

Εκλέχθηκε βουλευτής Σύρου στις εκλογές τού 1847 και τού 1850. Το 1856 έγινε Γενικός Γραμματέας στο Υπουργείο Εκκλησιαστικών και Δημοσίας Εκπαιδεύσεως. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι τον θάνατό του το 1884. Από τη θέση αυτή εργάστηκε για την οργάνωση των εκκλησιαστικών πραγμάτων και τον διακανονισμό των σχέσεων τής εκκλησίας με την πολιτική αρχή. Ιδιαίτερα μερίμνησε για την τακτοποίηση των μοναστηριακών θεμάτων και την ίδρυση ιερατικών σχολών.

Ο Μάμουκας είχε πάντα στενούς δεσμούς με την ιδιαίτερη πατρίδα του την οποία βοήθησε ιδιαίτερα. Ήταν άνθρωπος με μεγάλες διαχειριστικές και διοικητικές ικανότητες, ήπιο χαρακτήρα και μόρφωση η οποία του επέτρεψε να διαπρέψει στη δημόσια διοίκηση τον 19ο αιώνα.

 

Γεώργιος Θ. Παγών

Ο Γεώργιος Θ. Παγώντας ή Παγών γεννήθηκε το 1806. Σπούδασε Γυμναστική στην Γερμανία και μετεκπαιδεύθηκε στο Μόναχο, στη δημόσια σχολή Γυμναστών. Υπήρξε ο πρώτος Έλληνας δάσκαλος Γυμναστικής μετά την απελευθέρωση τής Ελλάδος. Πίστευε στην ισορροπία σώματος και πνεύματος, όπως επέβαλλε όχι μονό η αρχαία ελληνική ρήση αλλά και η θεωρία που τότε αναπτύχθηκε στην Ευρώπη από τους Guts - Muths και Jahn. Το 1836 επανήλθε στην Ελλάδα και έσπευσε να γίνει μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Ήταν ο πρώτος Έλληνας γυμναστής και δάσκαλος στο Ορφανοτροφείο τής Αίγινας και στο Βασιλικό Διδασκαλείο. Ίδρυσε το πρώτο γυμναστήριο στην Ελλάδα και δίδαξε Παιδαγωγική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Μερίμνησε για την εισαγωγή τού μαθήματος τής Γυμναστικής στο Αρσάκειο. Έγραψε πολλά βιβλία σχετικά με τη γυμναστική, τον αθλητισμό και όχι μόνο, όπως το «Περίληψις τής Γυμναστικής» (1837), «Επιτομή εκ τής περιλήψεως τής γυμναστικής» (1855). Υπηρέτησε τη γυμναστική περισσότερο από 40 χρόνια. Ο Παγώνδας πέθανε στην Αθήνα τον Νοέμβριο τού 1868. Η εφημερίδα «Εμπρός» έγραψε γι’ αυτόν στις 4-1-1918: «Ο Παγών πέθανε από ένδεια. Παυθείς εις το γήρας του από την θέσιν τού Διδασκάλου Γυμναστικής περιῆήλθε εις εσχάτην ένδειαν από την οποίαν και απέθανε».

 

 

200px Neofytos Metaxa[1]

Νεόφυτος Επίσκοπος Αττικής

Ο κατά κόσμον Νικόλαος Μεταξάς γεννήθηκε το 1762 στην Αθήνα. Ήταν γόνος γνωστής αθηναϊκής οικογένειας, σπούδασε κοντά στον ελληνιστή Ι. Βενιζέλο και τον μαθηματικό Ιωάννη Βόδα. Χειροτονήθηκε διάκονος το 1792 στη Μονή Πεντέλης και πήρε το όνομα Νεόφυτος. Παρά το ότι επιθυμούσε να συνεχίσει τις σπουδές του στην Ιταλία, προσκλήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τον θείο του Μητροπολίτη Καισαρείας Γρηγόριο. Επέστρεψε στην Ελλάδα και έγινε επίσκοπος Ταλαντίου (Αταλάντης) το 1803. Από τότε άρχισε η δράση του υπέρ των αδικουμένων και καταπιεζομένων χριστιανών. Χάρη στις ικανότητες του κατόρθωσε να κατευνάσει την ορμή τού Αλή πασά, ο οποίος μάλιστα τον χρηματοδότησε για να ανοίξει σχολή στην Αταλάντη. Κατά την προεπαναστατική περίοδο ανέπτυξε πατριωτική δράση. Ευλόγησε την κήρυξη τής Επαναστάσεως στην Στερεά Ελλάδα μαζί με τον Σαλώνων Ησαΐα. Είχε ηγετικό ρόλο στην εξέγερση τής Αταλάντης. Προσπάθησε να βοηθήσει τον Αθανάσιο Διάκο στην Αλαμάνα, όπου είχε περικυκλωθεί από τους Τούρκους, αλλά δεν πρόλαβε να αποτρέψει τον θάνατό του. Συμμετείχε στη Γερουσία Ανατολικής Χέρσου Ελλάδος, όπου ήταν πρόεδρος τού Δικανικού. Ακόμα έλαβε μέρος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση στην Επίδαυρο (1821), καθώς και στις υπόλοιπες.

Το 1828 συμμετείχε στην 5μελή εκκλησιαστική επιτροπή που όρισε ο Καποδίστριας. Το 1833 ενθρονίστηκε Μητροπολίτης Αθηνών και το 1836 έγινε ισόβιος πρόεδρος τής Ιεράς Συνόδου τής Εκκλησίας τού Βασιλείου τής Ελλάδος.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και ως Επίσκοπος Αθηνών τέλεσε και τον αγιασμό τον Σεπτέμβριο τού 1837 στο πρώτο Σχολείο τής Φ.Ε., που στεγαζόταν στην οικία Βιτάλη – Συριανού στην οδό Καραϊσκάκη και Ερμού, στου Ψυρρή.

Παράλληλα με την εκκλησιαστική και την εθνική του δράση ανέπτυξε και μεγάλη συγγραφική δραστηριότητα. Μεταξύ των συγγραμμάτων του ήταν «Λόγος παραινετικός» (1825), «Ορθόδοξος ομολογία ήτοι πίστεως έκθεσις» (1828), «Εγχειρίδιον περιέχον τα επτά Μυστήρια» (1832) κ.ά. Απεβίωσε το 1861 στην Αθήνα.

 

 

ionas

Ιωνάς πρώην Ηλείας

Ο Ιωνάς γεννήθηκε στους Άνω Λουσούς των Καλαβρύτων το 1764/65. Δεν έκανε πολλές σπουδές αλλά διακρίθηκε για την αγχίνοιά του. Εκάρη μοναχός στην Ιερά Μονή Μεγάλου Σπηλαίου. Το 1801 χειροτονήθηκε Επίσκοπος Δαμαλών (τού Δήμου Τροιζήνας) με έδρα τον Πόρο. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρία και εργάστηκε με ζήλο ώστε στην περιοχή του να στρατολογήσει πολλά στελέχη. Κατήχησε πολλούς κατοίκους τού Σοφικού και τού Κρανιδίου, γι’ αυτό και με την έναρξη τής Επαναστάσεως ο Δαμαλών Ιωνάς βρέθηκε επικεφαλής ικανού αριθμού ενόπλων. Έλαβε μέρος στην πολιορκία τού Ακροκόρινθου, στην οποία οι ελληνικές δυνάμεις ήλπιζαν πολλά, προκειμένου να πάρουν τους θησαυρούς τού Κιαμήλ Μπέη. Μετά την άλωση τής Τριπολιτσάς επανήλθε στην Κόρινθο και μπήκε στον Ακροκόρινθο πρώτος μετά τον Κολοκοτρώνη. Από τα πλούσια λάφυρα δεν πήρε τίποτα. Το 1825 τιμήθηκε με το αξίωμα τού μινήστρου τής Θρησκείας. Το 1830 ο Ι. Καποδίστριας τον διόρισε τοποτηρητή Ναυπλίας και μέλος τής εκκλησιαστικής επιτροπής για τη διευθέτηση εκκρεμοτήτων που αφορούν στη διοίκηση τής Εκκλησίας. Το 1833 οι Βαυαροί καταργούν την Επισκοπή του και τον τοποθετούν στην Ηλεία. Μετά 6 μήνες παραιτήθηκε από τη θέση του. Το 1834 εξελέγη Αρχιεπίσκοπος Κορινθίας. Υπήρξε μέλος τής Ιεράς Συνόδου και εκκλησιαστικών επιτροπών. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Πέθανε το 1853 στο Ναύπλιο.

 

EpiskoposKontudis

Δανιήλ Επίσκοπος Καρύστου

Ο Δανιήλ (κατά κόσμον Δημήτριος) Κοντούδης γεννήθηκε στη Χίο το 1801. Σε ηλικία μόλις οκτώ ετών παραδόθηκε από τους γονείς του στη Νέα Μονή τής Χίου, όπου το 1819 χειροτονήθηκε διάκονος και πήρε το όνομα Δανιήλ. Μετέβη για σπουδές στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Πατριάρχης Χρύσανθος ο από Σερρών, εκτιμώντας τις ικανότητές του, τον χειροτόνησε Μητροπολίτη Χίου τό 1825, σε ηλικία 24 ετών. Στις δύσκολες στιγμές του τόπου βοήθησε από το υστέρημά του τους δυστυχείς και απόρους, διέσωσε τους καταδιωκόμενους από το μένος των μουσουλμάνων και παρηγόρησε τους πάσχοντας και τους λυπημένους. Το 1827, όταν απέτυχε το δεύτερο επαναστατικό κίνημα στη Χίο, αναγκάστηκε μαζί με άλλους συμπολίτες του νά αναχωρήσουν για τη Σύρο. Παρέμεινε εκεί και λειτουργούσε για τους συμπολίτες του που είχαν καταφύγει στο νησί. Όσο ήταν στην Ερμούπολη, αγαπήθηκε και τιμήθηκε από όλους. Ονομάστηκε Επίσκοπος Καρυστίας. Εκεί παρέμεινε από το 1834 μέχρι το 1842. Την περίοδο που ήταν εκεί επεσκέφθηκε την περιοχή ο Όθωνας συνοδευόμενος από τον αρχαιολόγο Ρος. Τότε ήταν που ο Επίσκοπος Δανιήλ έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Το 1842 μετατέθηκε από την Ιερά Σύνόδο στη χηρεύουσα θέση τού Επισκόπου Σύρου και Τήνου. Εργάστηκε με ζήλο για τη διακόσμηση των εκκλησιών, την ίδρυση νέων ναών, την κατήχηση των ετεροδόξων, την εκπαίδευση των απόρων νέων, τη μόρφωση τού κλήρου, τη σύσταση ταμείου για τις ανάγκες των φτωχών και των ορφανών και διακρίθηκε για την αγαθοεργία και τη φιλανθρωπία του. Εκοιμήθη το 1862

 

Rizos Neroulos

Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός

Ο Έλληνας λόγιος και πολιτικός Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το 1778.Ο πατέρας του, Νερουλός, ήταν λόγιος και κατείχε τον βαθμό τού Καμαράση. Η μητέρα του ήταν το γένος Ρίζου, από την οποία πήρε και το διπλό όνομα «Ρίζος Νερουλός», ως αντιδιαστολή στον αρχαιότερο οικογενειακό κλάδο των Ρίζων Ραγκαβή. Πολύ μικρός έχασε τον πατέρα του και τον ανέλαβε ο θείος του Σαμουήλ Εφέσου, ο οποίος τού έδωσε πολύ καλή μόρφωση. Διδάχθηκε φιλοσοφία από τον Δανιήλ Φιλιππίδη. Είκοσι ετών ακολούθησε τον ηγεμόνα Κωνσταντίνο Υψηλάντη στη Μολδαβία. Ο Αλέξανδρος Σούτσος τον διόρισε αργότερα επιτετραμμένο του στην Πύλη. Μετά από 6 χρόνια διορίστηκε μεταφραστής τού Μεγάλου Διερμηνέα. Ο ηγεμόνας τής Βλαχίας Ιωάννης Καρατζάς τον επανέφερε και τον όρισε πρωθυπουργό τής Βλαχίας. Εκεί μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία. Μετά την αποτυχία τού κινήματος του Υψηλάντη στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες κατέφυγε στη Βεσσαραβία το 1822-1825 στην Πίζα το 1826-1827 στη Γενεύη. Στη Γενεύη ανέλαβε να διδάξει την ιστορία της νεοελληνικής φιλολογίας. Εκεί έγραψε την περίφημη «Ιστορία τής ελληνικής επαναστάσεως μέχρι το 1825». Στη Γενεύη γνωρίστηκε με τον Καποδίστρια, ο οποίος τον έφερε μαζί του στην Ελλάδα το 1828 ως προσωπικό του σύμβουλο. Αρχικά ανέλαβε το Υπουργείο Εξωτερικών. Διαφώνησε όμως με την κυβέρνηση και αποσύρθηκε από τον δημόσιο βίο στην Αίγινα. Μετά τον θάνατο τού Καποδίστρια επανήλθε στη θέση τού υπουργού Εξωτερικών και αργότερα Εκκλησιαστικών και Δικαιοσύνης. Τέλος έγινε μέλος τού Συμβουλίου Επικρατείας. Ο Ιάκωβος Ρίζος Νερουλός κατάρτισε τον πρώτο νόμο περί Ανωτάτης Παιδείας που οδήγησε στην ίδρυση τού Πανεπιστημίου και στη σύσταση της Αρχαιολογικής Εταιρείας, της οποίας υπήρξε το 1837 ο πρώτος πρόεδρος, θέση την οποία διατήρησε για πολλά χρόνια. Ένα έτος πριν, το 1836 είχε ιδρυθεί η Φιλεκπαιδευτική Εταιρεία, τής οποίας υπήρξε ιδρυτικό μέλος. Ήταν ένας από τους δέκα πρώτους νομάρχες τής Ελλάδας: Το 1833 διορίστηκε νομάρχης Κυκλάδων. Διορίστηκε ακόμα πρέσβης τής Ελλάδας στην Κωνσταντινούπολη, όπου και πέθανε τον Δεκέμβριο τού 1849.

Το βιβλίο τού Ιάκωβου Ρίζου Νερουλού «Cours de Littérature Grecque Moderne» (Γενεύη, 1827) θεωρείται το πρώτο έργο ιστορίας τής νεοελληνικής λογοτεχνίας. Λιγότερο γνωστό αλλά σημαντικό θεωρείται το βιβλίο του «Histoire Moderne de la Grèce depuis la chute de l’Empire d’Orient» (Νεότερη Ιστορία τής Ελλάδος από την πτώση της Ανατολικής Αυτοκρατορίας) (Γενεύη, 1828), το οποίο είναι η πρώτη απόπειρα συγγραφής ιστορίας τής νεότερης Ελλάδας από Έλληνα ιστορικό. Η κύρια ιδέα στο έργο αυτό είναι η διατήρηση τού εθνικού χαρακτήρα των Ελλήνων στη διάρκεια τής τουρκοκρατίας. Σύμφωνα με τον Νερουλό, οι Έλληνες συνέχισαν να υπάρχουν ως ξεχωριστή πολιτικοκοινωνική οντότητα στο πλαίσιο τής Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Ο ίδιος δίνει ιδιαίτερη έμφαση στη συμβολή τής θρησκείας και τής Εκκλησίας στη διατήρηση τού εθνικού χαρακτήρα των Ελλήνων. Πιστεύει στην ιστορική αναγκαιότητα (νομοτέλεια) τής επανάστασης τού 1821, την οποία θεωρεί όχι αποτέλεσμα τής Ιστορίας αλλά τής "Θείας πρόνοιας". Κατά τη συγγραφή αυτού του έργου ο Νερουλός συνεργάστηκε με τον Καποδίστρια, με τον οποίο αντήλλασσε αλληλογραφία. Έχει γράψει ακόμα τρία θεατρικά έργα: τα «Κορακιστικά» το 1813 στην Κωνσταντινούπολη, την «Ασπασία» στη Βιέννη το 1813 και την «Πολυξένη» στη Βιέννη το 1814. Επίσης ένα ημιτελές ποίημα «Κούρκας αρπαγή» το 1816. Το 1823 τύπωσε στη Λειψία την «Ωδή προς Έλληνας» με εμφανείς τις αρχαϊστικές τάσεις.

 

Νικόλαος Ζαχαρίτσας

Η οικογένεια Ζαχαρίτσα ήταν από τις παλαιότερες και ισχυρότερες των Αθηνών. Στην επανάσταση τού 1821 πολλά μέλη της έδωσαν το «παρών» ανταποκρινόμενα στο πολεμικό σάλπισμα τής πατρίδας. Ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας γεννήθηκε το 1801. Ήταν γιος τού δημογέροντα και φιλικού Παναγή Ζαχαρίτσα. Ο ίδιος διακρίθηκε σε πολλές μάχες τού επαναστατικού αγώνα . Νέος ζωηρός δεν δίστασε να θυσιάσει τα πάντα για την πόλη των Αθηνών. Αναμείχθηκε στη διχόνοια τού Ιωάννη Γκούρα με τον Σαρρή, τον Οδυσσέα Ανδρούτσο και τον Φαβιέρο και τους προκρίτους των Αθηνών. Εξελέγη δημογέρων πληρεξούσιος και ήταν δημοφιλής στην πόλη. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας το 1836.

Με διάταγμα του Όθωνα στις 12 Νοεμβρίου 1850 διορίστηκε δήμαρχος Αθηναίων. Λόγω τού επικρατούντος μικροκομματικού πολιτικού κλίματος και των συνεχών αντιπαραθέσεων, η εφημερίδα «Αιών» αποκαλούσε το Δημαχείο «Λησταρχείο» και με πρωτοσέλιδα έκανε λόγο για κλοπές, φόνους πλαστογραφίες και υπεξαιρέσεις. Έναν χρόνο αργότερα, με πρόσχημα μια ψευδή κατηγορία εναντίον του, παύθηκε από τα καθήκοντά του με Βασιλικό Διάταγμα. Παρά το γεγονός ότι απαλλάχθηκε με βούλευμα από τις κατηγορίες –που αφορούσαν στις παράνομες πράξεις ενός δημοτικού υπαλλήλου ο οποίος εξέδιδε ψευδή πιστοποιητικά– δεν κλήθηκε να αναλάβει εκ νέου τα καθήκοντά του. Έτσι το έργο του ως δημάρχου υπήρξε φτωχό. Τα αναγκαία δημοτικά έργα που προτάθηκαν με τον προϋπολογισμό δεν πραγματοποιήθηκαν, ο προϋπολογισμός αποδείχτηκε λανθασμένος και απραγματοποίητος. Ο δήμαρχος πολλές φορές εκτελούσε έργα χωρίς τη γνωμοδότηση τού Δημοτικού Συμβουλίου. Ο Νικόλαος Ζαχαρίτσας πέθανε στην Αθήνα το 1866.

 

200px Andronikos Paikos[1]

Ανδρόνικος Πάικος

Ο Ανδρόνικος Πάϊκος γεννήθηκε το 1776 στη Θεσσαλονίκη. Ήταν γόνος παλαιάς και πλούσιας οικογένειας. Σπούδασε Νομική στο Πανεπιστήμιο τής Πάδοβας τής Ιταλίας, όταν ξέσπασε η Επανάσταση. Τότε συγκέντρωσε πολεμοφόδια, ναύλωσε ένα πλοίο και ήρθε στην Ελλάδα μεταφέροντας μάλιστα για τον αγώνα και πολεμοφόδια που είχε αγοράσει ο ίδιος. Υπηρέτησε υπό τον Δ. Υψηλάντη. Έλαβε μέρος σε πολλές μάχες και σε μία μάλιστα τραυματίστηκε. Προήχθη μέχρι τον βαθμό τού λοχαγού. Μετά την άφιξη τού Καποδίστρια πήγε στη Γερμανία για να ολοκληρώσει τις σπουδές του. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με την πολιτική και χρημάτισε πολλές φορές υπουργός επί Όθωνος. Εξελέγη πληρεξούσιος στην Ε΄ Εθνοσυνέλευση τού 1832. Όταν αποχώρησε από το υπουργικό αξίωμα διορίσθηκε Εισαγγελέας τού Αρείου Πάγου.(1835-1837). Διετέλεσε και υπουργός Δικαιοσύνης (Γραμματεύς Επικρατείας τής Δικαιοσύνης) το Δημόσια Υπηρεσία. Κατέβαλε προσπάθειες για την ανάπτυξη του δικαστικού κλάδου. Μετά την έξωση του Όθωνα αρνήθηκε να δεχθεί οποιαδήποτε δημόσια θέση ή αξίωμα. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Ήταν επίσης ιδρυτικό μέλος και τής Αρχαιολογικής Εταιρείας. Πέθανε το 1880 στην Αθήνα.

 

Γοδεφρίδος Φέδερ [Feder]

Ο Γοδεφρίδος Φέδερ γεννήθηκε το 1806 στη Βαυαρία. Το 1833 τον κάλεσε η Αντιβασιλεία στην Ελλάδα για να στελεχώσει τη Γραμματεία της. Το 1834 με Βασιλικό Διάταγμα διορίστηκε στο Ελεγκτικό Συνέδριο και το 1835 έγινε Αρεοπαγίτης. Όταν, εξ αιτίας τής καταδίκης τού Κολοκοτρώνη σε θάνατο, εξεγέρθηκε η Μάνη, η Αντιβασιλεία έστειλε τον στρατηγό Χριστ. Σμαλτς με 5 τάγματα να καταστείλουν τη στάση. Τα άγρια μέτρα που πήρε όμως ξεσήκωσαν ακόμα περισσότερο τους Μανιάτες. Τότε η Αντιβασιλεία ανακάλεσε τον Σμαλτς και έστειλε στη θέση του τον μειλίχιο έφεδρο λοχαγό Φέδερ με τον Θ. Γρίβα οι οποίοι με ήπια μέτρα κατέστειλαν τη στάση. Το 1836, θέλοντας να βοηθήσει την εκπαίδευση στην Ελλάδα, έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Όταν ιδρύθηκε το Πανεπιστήμιο Αθηνών το 1837 διορίστηκε καθηγητής στη Νομική Σχολή, όπου και παρέμεινε μέχρι το 1843, οπότε έφυγε από τη θέση ως αλλοδαπός. Μαζί με τον Κ. Προβελέγγιο και τον Γ. Βέλλιο συμμετείχε στην αναθεώρηση τής μετάφρασης στην ελληνική γλώσσα των δικαστικών κωδίκων τής Αντιβασιλείας. Συνέβαλε στην κατάρτιση Αστικού Κώδικα και στη σύνταξη πολλών νόμων. Ο βασιλιάς τής Βαυαρίας Λουδοβίκος τον διόρισε πρεσβευτή τής Βαυαρίας στην Ελλάδα. Το 1858 όμως απομακρύνθηκε από τη θέση κατ’ απαίτηση τού Όθωνα διότι ήρθε σε ρήξη με η βασίλισσα Αμαλία. Αργότερα επέστρεψε στη Γερμανία όπου πέθανε στο Μόναχο το 1892.

 

Petrakhs

Ανάργυρος Πετράκης

Ο Ανάργυρος Πετράκης γεννήθηκε στην Αθήνα τo 1793. Ήταν γόνος γνωστής οικογένειας με καταγωγή από τη Δημητσάνα και είχε εγκατασταθεί στην Αθήνα από τον 17ο αιώνα. Τα περισσότερα μέλη της οικογενείας είχαν ακολουθήσει τον ιερατικό ή τον μοναχικό κλάδο. Σε αυτούς οφείλεται και η ίδρυση τής Μονής Πετράκη. Μόνο ο Ανάργυρος Πετράκης, που τα χρόνια τής Επανάστασης σπούδασε γιατρός, δεν θέλησε να λάβει το μοναχικό σχήμα. Προεπαναστατικά διετέλεσε δημογέροντας και κριτής (δικαστής). Κατόπιν αναμείχθηκε στην πολιτική και το 1822 διορίστηκε δημογέροντας από τον Οδυσσέα Ανδρούτσο. Συμμετείχε ενεργά στην Επανάσταση και εξελέγη πληρεξούσιος στη Β΄ Εθνική Συνέλευση τού1823.

Οι εκλογές για την ανάδειξη τού πρώτου δημάρχου τής Αθήνας πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 15 και 20 Μαρτίου 1835 και διήρκεσαν έξι ημέρες. Ο δήμαρχος δεν εκλεγόταν απευθείας από τον λαό. Οι ψηφοφόροι εξέλεγαν το δημοτικό συμβούλιο, το οποίο πρότεινε τρεις υποψήφιους δημάρχους από τους οποίους ο βασιλιάς θα επέλεγε τον ένα. Επελέγη τότε ο Ανάργυρος Πετράκης αντί τού πλειονοψηφήσαντος Δ. Καλλιφρονά. Στο πρώτο δημοτικό συμβούλιο συμμετείχαν ιστορικές προσωπικότητες, όπως ο Μακρυγιάννης, ο Γεννάδιος, ο Σκουζές, ο Γέροντας, ο Μπενιζέλος και ο Παλαιολόγος.

Όταν ο Πετράκης διορίστηκε δήμαρχος παρέλαβε μια πόλη σε φοβερή κατάσταση. Στον Δήμο Αθηναίων, ο οποίος συστάθηκε με Διάταγμα την 1η Oκτωβρίου 1834, περιλαμβάνονταν ακόμη τα Πατήσια και οι ευρύτερες περιοχές τού Φαλήρου και τού Κηφισού, καθώς και ολόκληρος ο Πειραιάς, μέχρι που έγινε ανεξάρτητος Δήμος. Το Ταμείο τού Δήμου ήταν τελείως αδειανό. Η Αθήνα τότε ήταν μια πόλη ερειπίων, χωρίς υποδομές, με τα νερά να λιμνάζουν. Παρ' όλα αυτά, ο πρώτος αυτός δήμαρχος προσέφερε σημαντικές υπηρεσίες στον τόπο τoυ και πραγματοποίησε πολλά έργα, άνοιξε δρόμους, κατασκεύασε εξυγιαντικά έργα, έχτισε το πρώτο δημοτικό σχολείο στην Πλάκα, δημιούργησε «Δημοτική φρουρά» για την ασφάλεια τής πόλης, την καθάρισε από τα σκουπίδια, ίδρυσε δύο λαϊκά ιατρεία για τους απόρους , ίδρυσε τη Δημοτική Βιβλιοθήκη, θεμελίωσε το Δημοτικό Νοσοκομείο (Ακαδημίας 50) και ξεκίνησε το χτίσιμο των τότε Ανακτόρων.

Ήταν απολύτως φυσικό ο δήμαρχος τής πόλεως να γίνει ένα εκ των ιδρυτικών μελών τής Φ.Ε., αφού όπως είδαμε συνεργαζόταν στον Δήμο με έναν εκ των βασικών ιδρυτών της, τον Γ. Γεννάδιο.

Την περίοδο τής δεύτερης δημαρχίας του το 1841 θεμελιώθηκε ο Μητροπολιτικός Ναός Αθηνών, δεντροφυτεύτηκε η πόλη, οργανώθηκε η αστυνομία προκειμένου να παταχθούν τα κακοποιά στοιχεία . Παραιτήθηκε από τη θέση τού δημάρχου κατά τη διάρκεια των γεγονότων τής επανάστασης τής 3ης Σεπτεμβρίου 1843. Πέθανε στην Αθήνα το 1876.

 

AngelosGerontas[1]

Άγγελος Γέροντας

Ο Άγγελος Γέροντας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1785. Η οικογένειά του, παλιά και αρχοντική, είχε καταγωγή από τον Μυστρά. Εγκαταστάθηκε στην Αθήνα και γρήγορα εντάχθηκε στους άρχοντες τής πόλης. Το 1820 εξελέγη δημογέροντας. Τον ίδιο χρόνο μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και προετοίμασε με επιτυχία την εξέγερση τής επανάστασης στην Αθήνα. Συνελήφθη από τους Τούρκους το 1821 και φυλακίστηκε στην Ακρόπολη, όπου βασανίστηκε πολύ. Δραπέτευσε και κατέφυγε στην Αίγινα. Το 1822 πήρε το αξίωμα τού κριτή (δικαστή) και το 1824-25 του ανετέθη η είσπραξη τού φόρου τής δεκάτης από την Κηφισιά, το Μαρούσι και το Χαλάνδρι.

Επί Καποδίστρια έγινε κεντρικός επίτροπος τής Πελοποννήσου. Το 1831-1832 έγινε μέλος τής προσωρινής Δημογεροντίας. Το 1833-34 ήταν λιμενάρχης Πειραιά. Το 1835 ήταν δημαρχιακός πάρεδρος Αθηνών. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και δήμαρχος Αθηναίων από τον Ιανουάριο μέχρι τον Ιούνιο τού 1837.

Έγραψε σύντομα απομνημονεύματα που δημοσιεύτηκαν από τον Δημήτριο Καμπούρογλου στα «Μνημεία τής ιστορίας των Αθηνών» (τόμος Γ΄). Πέθανε το 1862 στην Αθήνα.

 

Χρήστος Τουφεξής

Ο Χρήστος Τουφεξής ήταν λόγιος. Από τις πηγές τής εποχής χαρακτηρίζεται ως φιλόκαλος και φιλόμουσος άνδρας. Το 1827 αναφέρεται το όνομά του στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως, διότι παρήγγειλε αριθμό πινάκων αλληλοδιδακτικής, αλλά και διότι βοήθησε στην ίδρυση του Ορφανοτροφείου στην Άνδρο. Το 1929 αναφέρεται το όνομά του στον κατάλογο «των Φιλομούσων και Φιλοκάλων συνδρομητών τού διά την εκπαίδευσιν των κορασίων τής Ερμουπόλεως συσταινομένου Αλληλοδιδακτικού σχολείου». Θα πρέπει να θεωρήσουμε φυσικό επακόλουθο το ότι με μεγάλη προθυμία έσπευσε να ενισχύσει την ιδέα τού Ιω. Κοκκώνη και να γίνει ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Το όνομά του αναφέρεται ακόμα στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού 1844 σε κατάλογο περί εκλογής των ορκωτών κριτών τού Νόμου.

 

Κοσμάς Κοκκίδης

Γεννήθηκε στο Γάνο Προποντίδας το 1799. Ήταν αγωνιστής τού απελευθερωτικού αγώνα και καθηγητής στη Σχολή Ευελπίδων. Στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως του 1844 αναφέρεται το όνομά του στον κατάλογο των κατοίκων τής Διοικήσεως Αττικής των εχόντων προσόντα ενόρκου για το 1845. Το 1859 δώρισε στο Μουσείο τής Αρχαιολογικής Εταιρείας δύο επιγραφές επί λίθου που βρήκε στο σπίτι του. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε το 1867.

 

Ενρίκος Νικόλαος Ουλέριχος

Ο Ενρίκος Νικόλαος Ουλέριχος [Ulrich] γεννήθηκε στη Βρέμη και είχε μεγάλη φιλελληνική δράση. Ελάχιστα γνωρίζουμε για τη ζωή του. Οι περισσότερες πληροφορίες στηρίζονται στον πρόλογο τού 2ου τόμου τού έργου του «Reisen und Forschungen in Griechenland» τον οποίο έγραψε ο Α. Passaw. To βιβλίο εκδόθηκε στο Βερολίνο το 1836. Ο Ουλέριχος συνόδευσε τον Όθωνα στην Ελλάδα το 1832, μαζί με τους αξιωματούχους τής Αντιβασιλείας. Υπήρξε λάτρης τού αρχαίου ελληνικού κόσμου γι’ αυτό περιηγήθηκε και εξερεύνησε πολλά μέρη τής Ελλάδας. Το 1833 ανέλαβε να διδάξει στο σχολείο της Αίγινας Λατινικά και Γερμανικά. Το 1841 ανέλαβε την έδρα τής Ρωμαϊκής Φιλολογίας και Αρχαιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

Άλλα έργα του είναι το «Reisen uber Delphi durch Phokien- Boetien bis Theben», «Τopographie von Theben», «Topographie der Hafen von Athen». Το 1843 εξέδωσε το πρώτο Λατίνο-Ελληνικό (Αρχαία Ελληνικά) λεξικό. Εξέδωσε ακόμα Λατινική Γραμματική, Λατινική Χρηστομάθεια. Το ίδιο έτος πέθανε σε νεαρή ηλικία.

 

Loudovikos Ros

Λουδοβίκος Ρος (Ross)

Ο Λουδοβίκος Ρος γεννήθηκε το 1806 στο Μπόρνχοβετ τού Χόλσταϊν, που τότε ανήκε στη Δανία. Παρακολούθησε κλασικά γράμματα σε ανώτερα γερμανικά εκπαιδευτήρια και σπούδασε κλασική φιλολογία στο Πανεπιστήμιο τού Κιέλου (1825-29). Ολοκλήρωσε τις σπουδές του στη Κοπεγχάγη και τη Λειψία. Μελέτησε κυρίως τους αρχαίους Έλληνες κλασικούς και ιδιαίτερα τον Αριστοφάνη και τον Πλάτωνα. Στην Ελλάδα ήρθε το 1832 ως υπότροφος τού βασιλιά τής Δανίας Φρειδερίκου Στ΄ με σκοπό να μελετήσει τις ελληνικές αρχαιότητες. Εγκαταστάθηκε στο Ναύπλιο και επισκέφθηκε πολλά μέρη τής Πελοποννήσου, τής Αττικής και τής Βοιωτίας. Παράλληλα γνωρίστηκε με πολλές πνευματικές προσωπικότητες τής εποχής. Μετά την άφιξη τού Όθωνα μπήκε στους κύκλους τής αυλής και τού διπλωματικού σώματος.

Το 1833 συνεργάστηκε με τον Άντολφ Βάισσενμπουργκ «διά την διατήρησιν αλλά και την ανεύρεσιν και συλλογήν των αρχαιολογικών θησαυρών τού βασιλείου» και διορίστηκε υποέφορος τής Αρχαιολογικής Υπηρεσίας στην Πελοπόννησο, μαζί με τον Κυριάκο Πιττάκη (Στερεά Ελλάδα) και τον Ιωάννη Κοκκώνη (νησιά). Ο Ρος εργάστηκε για την αποκάλυψη, τη διάσωση και την αναστήλωση πολλών αρχαίων μνημείων. Πραγματοποίησε έρευνες στην Τεγέα, στο Γύθειο, στη Μεγαλόπολη, τη Σπάρτη και περιηγήθηκε πολλά μέρη τής Ελλάδας. Φρόντισε για την σύσταση τού πρώτου «Δημόσιου Κεντρικού Μουσείου» στο Θησείο (1835).Φρόντισε επίσης να απομακρυνθεί από την Ακρόπολη η βαυαρική φρουρά και τοποθέτησε απόμαχους στρατιωτικούς ως αρχαιοφύλακες. Φρόντισε για την ανάδειξη των μνημείων τού ιερού βράχου και το 1835-36 μαζί με τους αρχιτέκτονες Σάουμπερτ, Χάνσεν και Λωράν επιχείρησε την πρώτη αναστήλωση τού ναού τής Αθηνάς Νίκης.

Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Τον ίδιο χρόνο κατηγορήθηκε ότι παραχώρησε επιγραφές προς δημοσίευση στον διάσημο φιλόλογο Α. Μπαικχ. Οι εφημερίδες έγραψαν εναντίον του και έτσι παραιτήθηκε από τη θέση του. Το 1837, όταν λειτούργησε το Πανεπιστήμιο Αθηνών, διορίστηκε ως ο πρώτος καθηγητής Αρχαιολογίας. Δίδαξε ώς το 1843 οπότε απαγορεύτηκε η συμμέτοχη των ξένων στις δημόσιες υπηρεσίες. Ο Όθων αναγκάστηκε να αποδεχθεί το μέτρο, προκειμένου να κατευνάσει τη λαϊκή εξέγερση. Το 1845 ο Ρος επέστρεψε στη Γερμανία και δίδαξε Κλασική Αρχαιολογία στο Πανεπιστήμιο τού Χάλλε, όπου και πέθανε το 1859 (αυτοκτόνησε λόγω υποτροπής μιας επώδυνης ασθένειας από την οποία υπέφερε).

 

Ιωάννης Κλάδος

Ο Ιωάννης Κλάδος με καταγωγή από τα Κύθηρα έζησε πολλά χρόνια στην Ύδρα όπου ήταν υποπρόξενος της Ρωσίας. Η διαμονή του εκεί και η θέση του τον έκανε φίλο με την οικογένεια Κουντουριώτη. Ήταν γιατρός. Εξέδωσε το 1836 διατριβή με θέμα «Περί της Χολέρας εν Αθήναις». Ήταν ο πρώτος που έκανε ανακοίνωση κατά την έναρξη των εργασιών της εν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας, με ανακοίνωσή του «Πει υδροφοβίας». Ήταν ιδρυτικό μέλος της Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας και της έν Αθήναις Ιατρικής Εταιρείας που ιδρύθηκε το 1837.

 

Kalifronas

Δημήτρης Καλλιφρονάς

Ο αγωνιστής και πολιτικός Δημήτριος Καλλιφρονάς, που ήταν γνωστός με το προσωνύμιο «φουστανελοφόρος», γεννήθηκε το 1805 στην Αθήνα. Καταγόταν από παλιά αθηναϊκή οικογένεια. Στη διάρκεια τής Επανάστασης, το 1825, εντάχθηκε στο στρατιωτικό σώμα τού Φαβιέρου και πολέμησε με ηρωισμό για τη σωτηρία τής Ακρόπολης από τα στρατεύματα τού Κιουταχή και μάλιστα τραυματίστηκε στη μάχη στον Ανάλατο. Μετά την Επανάσταση υπηρέτησε σε μεγάλες διοικητικές θέσεις. Ενδιαφέρθηκε πολύ για τα προβλήματα τής πόλης και λόγω τού κύρους που είχε στην Αθήνα τον αποκαλούσαν πολιτικό «αττικάρχη». Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. την οποία ως δήμαρχος Αθηναίων βοήθησε πολλές φορές. Δήμαρχος Αθηναίων διετέλεσε από το 1837 έως το 1841 και ήταν πρώτος πρόεδρος τού δημοτικού συμβουλίου της Αθήνας. Διακρινόταν για τις φιλελεύθερες αντιλήψεις του. Συμμετείχε σε όλες τις αντιοθωνικές εξεγέρσεις και πήρε μέρος στην επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου. Για τις αντιδυναστικές του ενέργειες καταδιώχθηκε και φυλακίστηκε. Εξελέγη πληρεξούσιος στην Α΄ Εθνοσυνέλευση τού 1843 και μέλος τής επιτροπής για τη σύνταξη σχεδίου Συντάγματος. Αναδείχθηκε βουλευτής από το 1844 ώς το 1892. Διετέλεσε πρόεδρος και αντιπρόεδρος τής Βουλής, υπουργός Δημόσιας Εκπαίδευσης και Εκκλησιαστικών (4 φορές) και υπουργός Ναυτικών (2 φορές). Πέθανε στην Αθήνα το 1897 σε ηλικία 97 ετών.

 

lidorikiw

Αναστάσιος Λιδωρίκης (Λοιδωρίκης)

Η οικογένεια Λιδωρίκη είχε καταγωγή από τη Δωρίδα. Ο Αναστάσιος γεννήθηκε το 1788 στο Παλαιοκάτουνο, το σημερινό Κροκύλειο Φωκίδας, τής επαρχίας Λιδωρικίου. Από παιδί εγκαταστάθηκε στα Γιάννενα για να παρακολουθήσει μαθήματα κοντά στον λόγιο τής εποχής Αθανάσιο Ψαλίδα. Διακρινόταν για την ευφυΐα του. Μπήκε στην υπηρεσία τού Αλή Πασά και έγινε από τους επιφανέστερους συμβούλους του, παίρνοντας τον τίτλο του μουχουρδάρη, δηλ. σφραγιδοφύλακα. Μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία και τις παραμονές τής Επαναστάσεως επανήλθε στο Λιδωρίκι και βοήθησε στην πορεία τής επανάστασης στην περιοχή του, διακινδυνεύοντας τη ζωή του. Εστάλη παραστάτης στις Συνελεύσεις και επανειλημμένως αντιπροσώπευσε τη Δωρίδα. Με την έναρξη τής Επανάστασης εκλέχθηκε βουλευτής. Αρνήθηκε να πάρει θέση κατά των Πελοποννησίων κατά τη διάρκεια τού εμφυλίου. Στην πολιορκία των Αθηνών πήγε με αποστολή τής κυβέρνησης στη Δυτική Ελλάδα για να ξεσηκώσει τους ευρισκόμενους εκεί στρατιωτικούς. Διορίστηκε διοικητής τής ανατολικής Ελλάδας και μέλος τής Γερουσίας. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Επί Όθωνα διορίστηκε διοικητής τής Καρύταινας και αργότερα τής Λειβαδιάς. Διετέλεσε βουλευτής, γερουσιαστής και βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο. Πέθανε το 1868.

 

Αναστάσιος Λεονάρδος

Ο Αναστάσιος Λεονάρδος καταγόταν από τα Αμπελάκια τής Θεσσαλίας και ήταν λόγιος με σπουδές στο εξωτερικό. Σε διάφορες πηγές αναφέρεται ότι προσέφερε αρχαιότητες που βρέθηκαν στην οικία του για να εμπλουτιστεί το Εθνικό Μουσείο. Στην Εφημερίδα τής Κυβερνήσεως τού Βασιλείου τής Ελλάδος αναφέρεται ότι το 1837 ο Α. Λεονάρδος ήταν υπουργικός πάρεδρος. Συνεργάσθηκε με τον Αλ. Ρίζο Ραγκαβή, τον Ιάκωβο Ρίζο Νερουλό και τον Μάμουκα στη «Γραμματεία επί των Εκκλησιαστικών και τής Δημοσίας Εκπαιδεύσεως». Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας.

 

Ιωάννης Ζαφειρόπουλος ή (Ζαφυρόπουλος)

Ο Ιωάννης Ζαφειρόπουλος καταγόταν από τον Αγιάννη τής επαρχίας τού Αγίου Πέτρου Πελοποννήσου. Ασχολήθηκε με το εμπόριο στη Μασσαλία μαζί με τον αδελφό τού Κωνσταντίνο. Ήταν μέλος τής Φιλικής Εταιρείας. Επέστρεψε στην Ελλάδα όταν άρχισε ο αγώνας. Ο αδελφός του Παναγιώτης είχε συστήσει σώματα με πολεμιστές από την Κυνουρία, μαζί με τους οποίους πολέμησε στις περισσότερες μάχες. Διακρινόταν για τη γενναιότητα και την τόλμη του. Συμμετείχε στις μάχες για την άλωση τής Τριπολιτσάς και στη μάχη τού Ναυπλίου, μετά την απελευθέρωση τού οποίου ορίστηκε διοικητής τής πόλεως. Συνελήφθη από τον Δράμαλη και απελευθερώθηκε με την ανακατάληψη τής πόλης από τους Έλληνες. Συμμετείχε στη Β΄ Εθνοσυνέλευση τού Άστρους το 1823. Κατά την εισβολή τού Ιμπραήμ έπεισε τους συμπολίτες του να βοηθήσουν στην επισκευή τού παλαιού φρουρίου του Άστρους με δικές του δαπάνες. Έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Το 1837 έγινε δήμαρχος Θυρέας (Άστρους). Το 1847 εξελέγη βουλευτής και γερουσιαστής. Πέθανε το 1854 κατά τη διάρκεια τής μεγάλης επιδημίας χολέρας στην Αθήνα.

 

 

Karatzas

Ιωάννης Καρατζάς

Ο Ιωάννης Καρατζάς ήταν Φαναριώτης, γιος τού Γεωργίου Καρατζά, ο οποίος ήταν γιατρός τού Σουλτάνου. Γεννήθηκε το 1754. Το 1807-1808 ήταν μεγάλος διερμηνέας. Από το 1812 μέχρι το 1818 διετέλεσε ηγεμόνας στις Παραδουνάβιες Ηγεμονίες. Στην περίοδο τής ηγεμονίας του ενδιαφέρθηκε για την εξάπλωση τής ελληνικής παιδείας. Αναδιοργάνωσε τα παλαιά σχολεία, ίδρυσε πολλά καινούργια και προστάτεψε τις επιστήμες. Αναδιοργάνωσε τη λειτουργία τού λυκείου διορίζοντας τέσσερεις Έλληνες εφόρους και διαθέτοντας χρήματα για τη βιβλιοθήκη και για δασκάλους, ενώ καθιέρωσε το σύστημα των ετήσιων εξετάσεων των μαθητών. Κατά τη διάρκεια τής ηγεμονίας του ίδρυσε στο Βουκουρέστι το 1817 το πρώτο μόνιμο θέατρο τής Βαλκανικής. Σημαντικό είναι και το νομοθετικό του έργο. Ο «Πολιτικός Κώδιξ Ουγγροβλαχίας» (1818) συντάχθηκε από τον Αθανάσιο Χριστόπουλο και είναι νομοθετική συλλογή όλων των κλάδων τού Δικαίου βασισμένη στο βυζαντινό και το γαλλικό Δίκαιο. Στην αρχή ο Καρατζάς είχε την εύνοια τού Σουλτάνου Μαχμούτ Β΄. Όταν έπεσε στη δυσμένειά του εγκατέλειψε το Βουκουρέστι και πήγε στη Γενεύη και την Πίζα μαζί με τον ανιψιό του Αλέξανδρο Μαυροκορδάτο. Εκεί συνδέθηκε με τον μητροπολίτη Ουγγροβλαχίας Ιγνάτιο καθώς και με φιλέλληνες και λογοτέχνες. Τότε ασχολήθηκε με μεταφράσεις έργων τού Κάρλο Γκολντόνι.

Ενδιαφέρθηκε για την ελληνική επανάσταση την οποία ενίσχυσε οικονομικά. Μάλιστα κάποιοι κύκλοι τον είχαν προτείνει και για ηγεμόνα τής επαναστατημένης Ελλάδας. Το 1830 εγκαταστάθηκε στην Αθήνα όπου έζησε ώς τα γεράματα.

Η απόφασή του να γίνει ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας δεν εξέπληξε κανέναν, γιατί πάντοτε ενίσχυε την ελληνική παιδεία, αφού στο παρελθόν είχε φροντίσει ιδιαίτερα για την παιδεία των Ελλήνων τής Βλαχίας μέσω τού Λυκείου του Βουκουρεστίου ώστε «να διδάσκεται με πολλήν ἀκρίβειαν ο Έλλην λόγος από τα σοφά συγγράμματα των αθανάτων Ελλήνων προγόνων μας», όπως έλεγε ο ίδιος. Αναδιοργάνωσε τη λειτουργία τού λυκείου διορίζοντας τέσσερεις Έλληνες εφόρους και διαθέτοντας χρήματα για τη βιβλιοθήκη και για δασκάλους, ενώ καθιέρωσε το σύστημα των ετήσιων εξετάσεων των μαθητών.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός

 

Tα ιδρυτικά μέλη τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας

(Μέρος Α΄)

 

Στα «Πρακτικά των Συνεδριάσεων τού Διοικητικού Συμβουλίου και των Συνελεύσεων τής εν Αθήναις Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, υπό την προστασία τής Μεγαλειοτάτης Βασιλίσσης τής Ελλάδος» 1844, σελ. 63, αναφέρονται τα ονόματα των 73 ιδρυτικών μελών τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Μια προσεκτική ματιά στη ζωή και τη δραστηριότητά τους θα μας βοηθήσει να καταλάβουμε ποια ήταν η αιτία που ώθησε τους ανθρώπους αυτούς να ενισχύσουν την ιδέα τού Ιωάννη Κοκκώνη παραμερίζοντας, έστω και προσωρινά, τις οποιεσδήποτε προσωπικές τους φιλοδοξίες και τις αντιπαλότητες τού παρελθόντος και συνεργάστηκαν συμβάλλοντας έτσι ουσιαστικά στην αναγέννηση τού έθνους.

 

Manousis 1[1]

Θεόδωρος Μανούσης

Ο εθνικός ευεργέτης και ιστορικός Θεόδωρος Μανούσης γεννήθηκε στη Σιάτιστα τής Δ. Μακεδονίας το 1793.Ο πατέρας του ήταν πλούσιος έμπορος και τον έστειλε να σπουδάσει στη Βουδαπέστη, όπου πήρε και τις πρώτες βάσεις τής κλασικής παιδείας με δάσκαλο τον λόγιο Γεώργιο Ζαβίρα. Το 1808, μετά τον θάνατο των γονιών του, κατέφυγε στη Βιέννη , κοντά σε έναν θείο του μεγαλέμπορο. Εκεί ασχολήθηκε με το εμπόριο, αλλά συγχρόνως επιδόθηκε με πάθος στη μελέτη και την εκμάθηση ξένων γλωσσών. Παράλληλα είχε την ευκαιρία να συνδεθεί με λόγιους τής εκεί ελληνικής παροικίας, όπως ήταν ο Θεόκλητος Φαρμακίδης και ο Άνθιμος Γαζής. Διετέλεσε μάλιστα μαζί του πρόεδρος τού «Λογίου Ερμή». Υπήρξε μελετητής τού Γερμανού φιλοσόφου Χέντερ και μέσα από τις ιδέες του ο Μανούσης κατάλαβε την καθοριστική σημασία τής λαϊκής δημιουργίας για τη διατήρηση τής διαχρονικής ενότητας κάθε λαού, γι’ αυτό και επιδόθηκε στη συλλογή και τη διάδοση ελληνικών δημοτικών τραγουδιών. Το 1840 μάλιστα ο ίδιος ο Μανούσης δημοσίευσε ανώνυμα στον «Ερανιστή» δύο άρθρα «Περί των ασμάτων του λαού εις τους αρχαίους Έλληνας» και «Περί των παροιμιών των αρχαίων Ελλήνων», στα οποία είναι εμφανής η επίδραση τού Χέντερ στη σκέψη του. Τη μόρφωσή του συμπλήρωσε στο πανεπιστήμιο της Λειψίας και του Γκαίττιγκεν ( 1819-1821).

Μετά το ξέσπασμα τής ελληνικής Επαναστάσεως αποφάσισε να επιστρέψει στην Ελλάδα, κάτι που του απαγόρευσαν οι αυστριακές αρχές. Έτσι παρέμεινε στη Βιέννη, όπου συνελήφθη και φυλακίστηκε για την έντονη πατριωτική του δράση. Το 1828 πήρε διαβατήριο και ταξίδεψε στην Ιταλία, όπου για 2 χρόνια σπούδασε Ιατρική στην Πίζα και Αρχαιολογία και Ιστορία Τέχνης στη Ρώμη. Το 1835 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Αθήνα, όπου διορίστηκε αρεοπαγίτης, θέση από την οποία παραιτήθηκε το 1843. Την ίδια περίοδο διετέλεσε βασιλικός επίτροπος στην Ιερά Σύνοδο.

Ήταν ο πρώτος καθηγητής Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, όπου εκτάκτως δίδαξε και το μάθημα τής Πολιτειογραφίας [περιγραφή και σύγκριση πολιτευμάτων αρχαίων λαών] και αργότερα τής Γενικής Ιστορίας. Διετέλεσε επίσης πρύτανης τού Πανεπιστημίου (1845-1846) και κοσμήτωρ της Φιλοσοφικής Σχολής (1849-1850). Το 1848 το όνομα τού Μανούση συνδέθηκε με την φοιτητική αναταραχή που έγινε γνωστή με το όνομα «Μανουσιακά» ή «Μανούσεια». Η εφημερίδα «Αιών» παρουσίαζε σε δημοσίευμα τον καθηγητή ως υπονομευτή των θρησκευτικών πεποιθήσεων των ακροατών του, επειδή δεν εκφραζόταν με τον προσήκοντα σεβασμό για τον κλήρο. Προκλήθηκαν διαδηλώσεις, ωστόσο η θέση του Μανούση δεν κλονίστηκε. Πέθανε το 1858. Με τη διαθήκη του διέθεσε τη σημαντικότατη περιουσία του σε φιλανθρωπικά ιδρύματα και στο Πανεπιστήμιο Αθηνών.

 

Ιωάννης Σωμάκης

Ο Ιωάννης Σωμάκης γεννήθηκε το 1794 στο Χαλκί τής Ηπείρου. Πήρε μέρος στον αγώνα για την απελευθέρωση τού έθνους. Έγινε πρόεδρος τού Αρείου Πάγου, διετέλεσε σύμβουλος και μέλος πολλών επιστημονικών Συλλόγων, όπως τής Αρχαιολογικής Εταιρείας από το 1848-1854, και ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Πέθανε το 1854.

 

Δημήτριος Ν. Φωτίλας

Ο Δημήτριος Ν. Φωτίλας καταγόταν από τη Λάρισα. Ήταν γνωστός ελληνιστής και γεωγράφος, δραστήριο μέλος τής Ελληνικής Εταιρείας τού Παρισιού. Παρακολούθησε Μαθηματικά στο College de France, στη Sorbonne και στο Αténée. Όταν επέστρεψε στην Ελλάδα ασχολήθηκε με τη συγγραφή διδακτικών εγχειριδίων για τους μαθητές. Έγραψε την «Εγκυκλοπαίδεια Κορασίων εις 20 τομίδια, εκδοθείσα κατ’ έγκρισιν τής τού Χριστού Μ. Εκκλησίας», που εκδόθηκε στην Κωνσταντινούπολη από το τυπογραφείο Λαζαρίδη (185-1852). Το βιβλίο περιελάμβανε Ελληνικά Μαθήματα Α-Δ έτους, Ονομαστικό, Βοηθό των μητέρων και σύνοψη από Αριθμητική, Γεωμετρία, Επιπεδομετρία, Στερεομετρία και Πειραματική Φυσική. Κατά τις αρχαιρεσίες τού 1840 εξελέγη Γραμματέας τής Φ.Ε., αφού πήρε 18 ψήφους περισσότερες από τον Ι. Κοκκώνη. Στη θέση αυτή παρέμεινε μέχρι το 1849. Αυτό σημαίνει ότι ανήκε στην ομάδα που αντιπολιτεύτηκε τον Κοκκώνη και έγινε αιτία να μην επανεκλεγεί στο Δ.Σ. τής Φ.Ε. Στα αρχεία τής Φ.Ε. αναφέρεται ως πάρεδρος τού Αρείου Πάγου.

 

Ιωάννης Ψαράς

Ο Ιωάννης Ψαράς γεννήθηκε στην Κέα το 1804. Εργάστηκε σε όλους τους τομείς τής εκπαίδευσης. Διετέλεσε εκπαιδευτής, σχολάρχης, γυμνασιάρχης και ελληνοδιδάσκαλος. Το 1837 έγινε καθηγητής Πανεπιστημίου. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της από το 1850 μέχρι το 1855. Στα αρχεία τής Φ.Ε. αναφέρεται ως καθηγητής.

 

Χρίστος Βάφας

Ο Χρίστος Βάφας γεννήθηκε στο Συρράκο τής Ηπείρου το 1804. Σπούδασε στην Ακαδημία τής Κέρκυρας υπό την προστασία τού λόρδου Γκίλφορντ. Διακρίθηκε στις σπουδές του, γι’ αυτό και παρέμεινε και δίδαξε στην Ακαδημία. Τον χαρακτήριζε η υπομονή και η αφιλοκέρδεια. Όταν απελευθερώθηκε η Ελλάδα ήρθε στην Αθήνα και μαζί με τον Γεώργιο Γεννάδιο δίδαξε στο Α΄ Γυμνάσιο τής Αθήνας μέχρι το 1852. Είναι προφανές ότι ο Γ. Γεννάδιος ήταν αυτός που του μίλησε για τους σκοπούς τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας, τής οποίας έγινε ιδρυτικό μέλος. Το 1856 ίδρυσε το αρχαιότερο λύκειο. Διορίστηκε διευθυντής τού Α΄ Λυκείου το έτος 1861 και υπηρέτησε ώς το 1876, οπότε και αποσύρθηκε από τη διδασκαλία. Οι απόφοιτοι τού σχολείου αυτού διακρίθηκαν στα γράμματα και στις επιστήμες. Έγραψε πολλά βιβλία που χρησιμοποιήθηκαν στην εκπαίδευση. Γνωστά είναι τα έργα του « Μαθήματα στοιχειώδους Αριθμητικής» και «Πρακτικής Αριθμητικής». Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. τής Φ.Ε. από το 1840 μέχρι το 1842 και δίδαξε Μαθηματικά στο Σχολείο της. Πέθανε το 1880..

 

 

Dam.Georgiou

Δαμιανός Γεωργίου

Ο ιατρός Δαμιανός Γεωργίου γεννήθηκε στην Καστοριά το 1809, όπου έζησε τα παιδικά του χρόνια και φοίτησε στο Ελληνικό Σχολείο τού Νικολάου Πετρίτη. Ήταν αδελφός τού μεγάλου ευεργέτη τής Καστοριάς Ναούμ Γεωργίου Δράσκα. Η καταγωγή τής οικογένειας Δράσκα ήταν από τους Πύργους Εορδαίας. Οι πρόγονοί τους αναγκάστηκαν να φύγουν, εξαιτίας των τοπικών επαναστάσεων, και να εγκατασταθούν στην Καστοριά για να αποφύγουν τα οθωμανικά αντίποινα. Σπούδασε Ιατρική στη Λειψία. Αναγορεύτηκε διδάκτωρ στο Βερολίνο, στη Χαϊδελβέργη και στο Βύρτσμπουργκ. Το 1840 εξελέγη τακτικός καθηγητής Ανατομίας και Φυσιολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Τότε η διδασκαλία τής Ανατομίας γινόταν κυρίως θεωρητικά. Ο ίδιος μετέφραζε τους πίνακες Βέμπερ. Επίσης ίδρυσε το «Ανατομικόν ταμείον», όπου εκτός από χρήματα, συγκεντρώνονταν και διάφορα όργανα, εργαλεία και ανατομικοί πίνακες από το εξωτερικό. Ο Όθων μάλιστα, δώρισε στο Πανεπιστήμιο τούς ανατομικούς πίνακες Μασκάνι. Από την αρχή τής ανάληψης των καθηκόντων του, ο Δαμιανός Γεωργίου προσπάθησε να αναζητήσει νέο υλικό για τις ασκήσεις των φοιτητών. Ο αριθμός των φοιτητών που παρακολουθούσαν μαθήματα Ανατομίας δεν ξεπερνούσε τους 12. Ο Δαμιανός Γεωργίου αποφάσισε να χρησιμοποιήσει τη λύση των ξηρών παρασκευασμάτων που χρησιμοποιούνταν ευρύτατα στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια. Προσέλαβε επικουρικό προσωπικό στο Ανατομείο, όπως παρασκευαστές και τεχνίτες που απασχολούνταν στην κατασκευή κέρινων και γύψινων εκμαγείων. Μετά το κλείσιμο τής Ιονίου Ακαδημίας, ο Δαμιανός Γεωργίου προώθησε την αγορά τμήματος τής συλλογής ανατομικών παρασκευασμάτων τού καθηγητή Κωνσταντίνου Βαλσαμάκη. Η συλλογή αυτή αποτέλεσε τη μεγαλύτερη αγορά τού Πανεπιστημίου εκείνη την εποχή, καθώς αποκτήθηκε έναντι τού ποσού των 7,5 χιλιάδων δραχμών. Αποχώρησε από το Πανεπιστήμιο στις 11 Ιανουαρίου 1883 με τον τίτλο τού επίτιμου καθηγητή.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. και προσωπικός φίλος τού Απόστολου Αρσάκη. Ήταν μάλιστα ένας από αυτούς οι οποίοι ερωτηθέντες προέτρεψαν τον ευεργέτη να ενισχύσει το έργο τής Φ.Ε. Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. τής Φ.Ε. από το 1843 μέχρι το 1858. Πέθανε στην Αθήνα στις 10 Νοεμβρίου 1899

 

 

Konstantinos Dosios[1]

Κωνσταντίνος Δ. Δόσιος

Ο Κωνσταντίνος Δόσιος γεννήθηκε στη Βλάστη Εορδαίας το 1809. Η καταγωγή του ήταν από το Μοναστήρι. Σπούδασε Πολιτικές Επιστήμες στο Μόναχο, στη Χαϊδελβέργη και τη Βάδη και Κοινωνικές Επιστήμες στη Βιέννη. Επέστρεψε στην Αθήνα το 1834 και εργάστηκε ως σύμβουλος στο Υπουργείο Εσωτερικών από όπου υποστήριξε το αυτοκέφαλο τής Εκκλησίας. Υπήρξε ακόμα εισηγητής του Συμβουλίου Επικρατείας. Διετέλεσε ακόμα δημοτικός σύμβουλος. Ήταν ιδρυτικό μέλος τής ΦΕ και διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της τα έτη 1851-1852. Εθνικιστής και φιλελεύθερος πήρε μέρος στην επανάσταση τής 3ης Σεπτεμβρίου. Εξελέγη πληρεξούσιος των Μακεδόνων στην Α΄ εν Αθήναις Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση το 1843 και ως πληρεξούσιος της Αττικής στην εν Αθήναις Β΄ Εθνική των Ελλήνων Συνέλευση το 1860. Έγινε υπουργός επί των Εκκλησιαστικών και Παιδείας στην κυβέρνηση τού Ζηνοβίου Βάλβη και μέλος τής επιτροπής που επεξεργάστηκε το Σύνταγμα τού 1864.

Δημοσίευσε πολλές μονογραφίες πολιτικού περιεχομένου. Σημαντικότερη ίσως είναι η «Ελληνισμός ή Ρωσισμός; ήτοι η μεταξύ Αγγλίας και Ρωσίας απόρρητος και εμπιστευτική διαπραγματεία περί τού Ανατολικού Ζητήματος» (1854). Το 1857 δημοσίευσε με δικό του πρόλογο τη μετάφραση που είχε κάνει η σύζυγός του Αικατερίνη Δοσίου, το γένος Μαυροκορδάτου, στο έργο «Γκιαούρ» τού λόρδου Βύρωνα. Πέθανε στην Αθήνα το 1871.

 

Γεώργιος Κωνσταντινίδης

Ο Γεώργιος Κωνσταντινίδης ήταν εκπαιδευτικός. Μαζί με τον Ι. Κοκκώνη εργάστηκε για την τελειοποίηση τής αλληλοδιδακτικής μεθόδου. Διαφοροποιήθηκε από τον Ι. Κοκκώνη ως προς την μεθόδευση τής διδασκαλίας. Ο ίδιος έλεγε ότι ακολούθησε τη «μέση οδό», στην οποία στηρίχτηκε για να συντάξει το Αλφαβητάριό του, που εισήχθη στα σχολεία το 1861, ενώ το 1864 εξέδωσε και τις αναγνωστικές του πινακίδες. Στις πρώτες σελίδες τού Αλφαβηταρίου του βρίσκονται εικόνες αντικειμένων τα ονόματα των οποίων ξεκινούν από τα γράμματα ακολουθώντας πάντοτε την αλφαβητική σειρά. Προσπάθησε να κάνει την εκπαίδευση πιο ευχάριστη για τα παιδιά, μεταθέτοντας τα δύσκολα κεφάλαια τής διδασκαλίας των συμφωνικών συμπλεγμάτων στο 12ο μάθημα.

Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Διετέλεσε μέλος τού Δ.Σ. της από το 1856 έως το 1869 και εργάστηκε πολύ για το Σχολείο. Το 1887 ανέλαβε τη θεωρητική διδασκαλία και την εφαρμογή τού «Οδηγού» της μεθόδου στις μαθήτριες τής Ε΄ τάξεως και τη διοίκηση των δημοτικών σχολείων. Ήταν καθηγητής τού Διδασκαλείου Αθηνών.

Εξέδωσε πολλά σχολικά εγχειρίδια βασισμένα σε σχετικά έργα ευρωπαίων εκπαιδευτικών, όπως τα «Μαθήματα περί αντικειμένων προς ανάπτυξη ιδεών» (1864). Το βιβλίο γνώρισε 50 εκδόσεις, καθώς και τα δοκίμιά του με γραμματικό περιεχόμενο.

 

Αλέξιος Πάλλης

Ο Αλέξιος Πάλλης γεννήθηκε στα Ιωάννινα το 1809. Σπούδασε στην Ιόνιο Ακαδημία τής Κέρκυρας και στη συνέχεια Ιατρική στην Πίζα και τη Φλωρεντία. Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1834. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φιλεκπαιδευτικής Εταιρείας. Το 1837, όταν ιδρύθηκε το Οθώνειο Πανεπιστήμιο, ήρθε στην Αθήνα και διορίστηκε καθηγητής στην έδρα τής «Ιατρονομικής» (Ιατροδικαστικής), όπου δίδαξε επί 44 χρόνια. Αντιπροσώπευσε την Ελλάδα στο Ιατρικό Συνέδριο τού Τορίνο και εργάστηκε σκληρά για την αντιμετώπιση τής χολέρας. Έγραψε πολλά συγγράμματα όπως το «Περί διαλειπόντων εν Ελλάδι πυρετών», «Περί τού κλίματος των Αθηνών», «Περί τής εν Ελλάδι χολέρας κατά το 1854». Απεβίωσε τον Φεβρουάριο τού 1885 στην Αθήνα.

 

Νικόλαος Χορτάκης

Ο Νικόλαος Χορτάκης γεννήθηκε στη Σμύρνη το 1800. Πιθανόν η καταγωγή του να ήταν από την οικογένεια των Χορτάκηδων στην Κρήτη. Τα εγκύκλια μαθήματα διδάχθηκε στη Σμύρνη. Το 1819 διορίστηκε δάσκαλος στο Γυμνάσιο τής Σμύρνης. Το 1821 πήγε στην Ιένα τής Γερμανίας όπου σπούδασε Ιατρική. Το 1827 πολέμησε στην κυρίως Ελλάδα υπό τον Υψηλάντη. Κατά τη διάρκεια τού αγώνα ήταν γιατρός των ελληνικών στρατευμάτων.

Μετά την απελευθέρωση τής Ελλάδας δίδαξε Μαθηματικά στην Ευαγγελική Σχολή Σμύρνης (1828-1830). Το 1830 εκλήθη στο Κεντρικό Σχολείο της Αίγινας. Στη συνέχεια διορίστηκε καθηγητής Φυσικών και Μαθηματικών στο Ναύπλιο και γυμνασιάρχης στο Β΄ Γυμνάσιο Αθηνών. Έγραψε επίσης εγχειρίδια Ανθρωπολογίας, Σωματολογικής και Ψυχολογικής (1848), Λογικής καθώς και γεωγραφικά εγχειρίδια που στηρίχθηκαν σε ξένη βιβλιογραφία(1854). Υπήρξε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Πέθανε στην Αθήνα το 1864.

 

 

Renieris

Νικόλαος Ρενιέρης

Ο Νικόλαος Ρενιέρης γεννήθηκε το 1758 στα Παλαιά Ρούματα τής περιοχής Κισσάμου Χανίων Κρήτης. Ίσως η καταγωγή του (όπως λέει ο Σάθας) να ήταν από τη βενετική οικογένεια των Renier, τής οποίας κάποιος κλάδος είχε εγκατασταθεί στα Παλαιά Ρούματα. Εκεί οι Renier έχτισαν μια πολυτελή έπαυλη και γι’ αυτό η περιοχή ονομάστηκε «Αρχοντικά». Η ανακάλυψη κάποιου θησαυρού από την οικογένειά του έδωσε στον Νικ. Ρενιέρη τη δυνατότητα να σπουδάσει Ιατρική στην Πίζα και στο Μονπελιέ τής Γαλλίας. Μετά την ολοκλήρωση των σπουδών του επέστρεψε στα Χανιά και εργάστηκε ως ιατρός και φαρμακοποιός στη συνοικία Πηγαδάκι. Είχε πολυσχιδή δράση, επιστημονική, κοινωνική, φιλανθρωπική, εκπαιδευτική (ήταν δάσκαλος στα Χανιά) και φιλεκπαιδευτική, αφού ίδρυσε και χρηματοδότησε ένα σχολείο. Άσκησε το επάγγελμα τού γιατρού μέχρι την έναρξη τής Επανάστασης. Το 1819 μυήθηκε στη Φιλική Εταιρεία από τον Καλλίνικο Βερριαίο. Με την έναρξη τού Αγώνα εγκαταστάθηκε με την οικογένειά του στα Κύθηρα. Εξελέγη πληρεξούσιος τής Κρήτης στη Συνέλευση τής Τροιζήνας και στην Γ΄ Εθνοσυνέλευση. Το 1827, μετά από πρόταση τού Θ Κολοκοτρώνη, έγινε Πρόεδρος τής Βουλής γιατί δεν είχε αναμειχθεί στις αντιζηλίες και τις φιλοδοξίες τού εμφυλίου. Με αυτή του την ιδιότητα υποδέχθηκε και τον πρώτο κυβερνήτη. Ο Καποδίστριας τον διόρισε στο Πανελλήνιο. Το 1826 με υπόμνημά του στον Κάνινγκ, πρέσβη τής Αγγλίας στην Κωνσταντινούπολη, ζήτησε την προστασία του για το κρητικό ζήτημα. Το 1829 έγινε αρμοστής τής ελληνικής κυβερνήσεως στην Κρήτη, όπου προσπάθησε να υποθάλψει το επαναστατικό κλίμα αλλά συγκρούστηκε με τους ανυπότακτους Σφακιανούς. Το 1830 κατέλαβαν την Κρήτη οι Αιγύπτιοι και ο Ρενιέρης επέστρεψε στην Ελλάδα.

Ο Ρενιέρης ανήκε στο ρωσικό κόμμα. Συμμετείχε στη Φιλορθόδοξη Εταιρεία, η οποία είχε αλυτρωτικά σχέδια και ήθελε τον Όθωνα ορθόδοξο. Λόγω τής συμμετοχής του αυτής τον Δεκέμβριο τού 1839 συνελήφθη. Το 1836 έγινε ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Έγινε μέλος τού Συμβουλίου Επικρατείας, συμμετείχε στην επιτροπή σύνταξης τού Συντάγματος του 1844 και υπήρξε μέλος τής Γερουσίας. Πέθανε στις 14 Νοεμβρίου 1847 σε ηλικία 90 ετών και αφού είχαν πεθάνει ο γιος και τα εγγόνια του.

 

Γεώργιος Χρυσίδης

Ο Γεώργιος Χρυσίδης γεννήθηκε το 1799 στον Πολύγυρο τής Χαλκιδικής. Σπούδασε στη Σχολή τής Χίου από την οποία αποφοίτησε το 1819. Κατά την Επανάσταση πήγε στην Αίγινα και το 1829 διορίστηκε στο Εθνικό Τυπογραφείο. Συμμετείχε ως πληρεξούσιος τής Μακεδονίας και τής περιοχής Μαντεμίου (Βόρειος Χαλκιδική) στις εθνοσυνελεύσεις Ερμιόνης (Γ΄, 1827), Τροιζήνας (Γ΄, 1827) και Άργους (Δ΄, 1828). Χρημάτισε επίσης γραμματέας των Εθνοσυνελεύσεων Ερμιόνης και Τροιζήνας. Διετέλεσε εφημεριδογράφος και διευθυντής τής Γενικής Εφημερίδος τής Ελλάδος, καθώς και της Εθνικής Εφημερίδος το 1832-1833. Κατά τη διάρκεια τής θητείας του αγωνίστηκε για τη διατήρηση τού δημόσιου χαρακτήρα τού Εθνικού Τυπογραφείου και αντιτάχθηκε στις προτάσεις για παραχώρησή του σε ιδιωτικά συμφέροντα. Φρόντισε για την αποκατάσταση των προσφύγων Μακεδόνων μετά την ίδρυση τού ελληνικού κράτους. Είχε πλούσιο συγγραφικό έργο και συνέταξε πολλές αρχαιολογικές μελέτες. Επίσης μετέφρασε αρκετά έργα Γάλλων συγγραφέων στην Ελληνική, όπως π.χ. τού Ζαν Μπατίστ Σαΰ (Jean-Baptiste Say). Ήταν ιδρυτικό μέλος τής Φ.Ε. Πέθανε το 1873 στην Αθήνα. Στα αρχεία τής ΦΕ αναφέρεται ως αντιπρόεδρος τού Ελεγκτικού Συνεδρίου.

Παναγιώτα Αν. Ατσαβέ

φιλόλογος – ιστορικός